Με όραμα κάτι καινούριο…

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου, Συγγραφέας

Στα χνάρια του μεγάλου πατέρα του με όραμα κάτι καινούριο!..

Με χρονική απόσταση ενός μήνα απ’ τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, είμαστε σε θέση νομίζω να εκτιμήσουμε πιο ψύχραιμα την κατάσταση που άρχισε να διαμορφώνεται στην Ελλάδα μετά τον σχηματισμό και τα πρώτα βήματα της νέας κυβέρνησης, της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πρώτα απ’ όλα όμως είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε το μέγεθος της κινδυνολογίας του ΣΥΡΙΖΑ, που μέχρι την τελευταία στιγμή »πιπίλιζε» στα αυτιά των ψηφοφόρων τη γνωστή »καραμέλα» του εκφοβισμού προ της έλευσης της ΝΔ, κατασυκοφαντώντας τον Αρχηγό της ότι »έχει σκοπό να εφαρμόσει μια σκληρή και απάνθρωπη, νεοφιλελεύθερη πολιτική».

Μια πολιτική που θα καταργούσε, θα απέλυε και θα διέλυε το κοινωνικό κράτος και τους Έλληνες εργαζόμενους, σε αντιδιαστολή με το άλλο, το… »κοινωνικά ευαίσθητο», που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ, χάρη στα έργα και τις ημέρες της προοδευτικής πολιτικής του.

Αυτή η κακή συνήθεια της Αριστεράς να κολλάει ιδεολογικές ετικέτες σε βάρος των πολιτικών της αντιπάλων για να καμουφλάρει τη δική της πολιτική (που είναι συνδυασμός νεοκομμουνισμού με εσάνς σοσιαλιστικής έμπνευσης κρατισμού και καπιταλιστικής ευωχίας), έγινε πλέον το σήμα κατατεθέν της.

Το περίεργο μάλιστα είναι ότι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που κραδαίνουν ως φόβητρο τον νεοφιλελευθερισμό, συγκλίνουν πολύ περισσότερο στα εθνικά θέματα με τους εκφραστές του απ’ ό,τι η ΝΔ που τους στέγασε προς χάριν της επέκτασης της κομματικής επιρροής της, αν και αυτοί έχουν από ελάχιστη έως μηδαμινή τελικά…

Το λέω αυτό γιατί είναι ξεκάθαρη πλέον η τάση της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων νεοφιλελεύθερων στην ΝΔ για αποδοχή των τετελεσμένων στο »Μακεδονικό», όπως και η τάση μεγάλης μερίδας στελεχών του προηγούμενου καθεστώτος, που δεν έκρυβαν μέχρι πρότινος τις φιλοσκοπιανές τάσεις τους και συνοδοιπορούσαν με ιδεολογικούς αντιπάλους για χάρη των… σκοπιανών συμφερόντων…

Αναφορικά τώρα με τα θέματα που υπόκεινται στη βάσανο της συγκριτικής αξιολόγησης, η πολιτική του κρατισμού (που ήταν πάντα κυρίαρχη στην Ελλάδα) δεν απέδωσε καρπούς, αλλά μάλλον συνέτεινε στη βραδύτητα εξέλιξης της ανάπτυξής της. Κι αυτό, έστω κι αν στην αγωνιώδη προσπάθειά του ο ΣΥΡΙΖΑ να κινήσει τον μοχλό της, διάνθιζε περιοδικά τον κρατισμό του με μια ιδέα ιδιωτικοποιήσεων, κακέκτυπων των φιλελεύθερων προτύπων.

Όπως ξέρουμε όμως, έχει περισσότερες πιθανότητες να εφαρμοστεί επιτυχώς μια πολιτική από ένα κόμμα που την πιστεύει και την έχει στο πρόγραμμά του, παρά από ένα άλλο που δεν την πιστεύει και πάει να την εφαρμόσει από ανάγκη, πίεση ή μιμητισμό για ψηφοθηρικούς λόγους.

Έπειτα τα… επιτεύγματα της Αριστεράς, τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια, αποδείχθηκαν πολύ χειρότερα απ’ τα »νεοφιλελεύθερα» (φιλελεύθερα στην ουσία) μέτρα, που είτε εφαρμόστηκαν ημιτελώς είτε καθόλου. Με βάση τα δεδομένα αυτά, τίθενται τα εξής ερωτήματα:

– Γιατί άραγε θα είναι χειρότερη η φιλελεύθερη πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη από αυτήν που ακολούθησαν οι σοσιαλιστές ή οι Αριστεροί επί σειρά ετών μέχρι πρόσφατα φορτώνοντας τους Κρατικούς Οργανισμούς με ημετέρους, με αποτέλεσμα να αυξάνονται το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα;

– Γιατί είναι παράλογη η τακτική του Κυριάκου Μητσοτάκη να επενδύσει στην προώθηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και να θέλει να κάνει κοινωνική πολιτική με γεμάτα ταμεία, ρίχνοντας όλο το βάρος στην ανάπτυξη για να την εξασφαλίσει;

– Γιατί ήταν κοινωνικά ευαίσθητος ο Ανδρέας Παπανδρέου που στοίβαζε απ’ τη δεκαετία του ’80 και τους πολιτικούς πρόσφυγες ακόμα στα Ταμεία του Δημοσίου (για ψηφοθηρικούς λόγους) και δεν ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που προειδοποιούσε απ’ το 1994 για τον κίνδυνο προσφυγής μας στο ΔΝΤ βλέποντας το δημόσιο χρήμα να σπαταλιέται αφειδώς και αλόγιστα;

– «Το τραγικό πρόβληµα της ελληνικής οικονοµίας είναι ότι δεν αντέχει τα βάρη και τα ελλείµµατα, ότι δεν είναι µακριά η στιγµή που η Ελλάδα δεν θα µπορεί πια να δανειστεί και θα καταφύγει ικέτης στο ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο», έλεγε σε μια απ’ τις ομιλίες του στη Βουλή αφήνοντας τους πάντες αδιάφορους μες στην ψευδαίσθηση της υλικής ευδαιμονίας…

Η απάντηση βέβαια σε όλα αυτά δεν έχει σχέση ούτε με τον σοσιαλισμό ούτε με τον φιλελευθερισμό, παρά μόνο με τον λαϊκισμό, που ήταν το όχημα της πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου και του Αλέξη Τσίπρα. Μιας πολιτικής που εφάρμοσε επί σειρά ετών το ΠΑΣΟΚ και την επέκτεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες που ξέρουμε όλοι.

Εύλογο είναι, λοιπόν, να θέλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να αλλάξει τα θλιβερά δεδομένα και να κάνει επιτελικό το κράτος μας (για όσους βέβαια πιστεύουν ότι υφίσταται κράτος), με στόχο την γρηγορότερη ανάπτυξη της οικονομίας …

Ο στόχος του είναι πασιφανής: η εφαρμογή φιλελεύθερων πολιτικών που θα λυτρώσουν την ελληνική κοινωνία απ’ τις ιδεοληψίες του παρελθόντος και την επικυριαρχία του κρατισμού, ο οποίος έφερε στην ίδια γραμμή τους Αριστερούς και μερίδα λαϊκοδεξιών, με κοινή αφετηρία την υψηλή φορολογία, τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στην οικονομία και την επιδοματική πολιτική για… διασφάλιση του κοινωνικού κράτους…

Έχω την αίσθηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα τα σταματήσει όλα αυτά και θα είναι ο πρώτος που θα εφαρμόσει τη φιλελεύθερη πολιτική στην Ελλάδα. Θα σταθεί μακριά από όσα δοκιμάσαμε, γνωρίσαμε και »λουστήκαμε» τόσα χρόνια και θα δοκιμάσει να περπατήσει με σιγουριά στον δρόμο του κοινωνικού και πατριωτικού φιλελευθερισμού, που είναι κάτι παραπάνω από αυτό που ήθελε να ακολουθήσει ο πατέρας του.

Μόνο που τότε (το 1990) δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να πετύχει εκείνος τη στροφή προς τον φιλελευθερισμό. Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να κυβερνήσει απερίσπαστος, έστω κι αν είχε σαρώσει τον αντίπαλό του (Ανδρέα Παπανδρέου) με το εκπληκτικό 46,8 .

Αν και ήταν μεγαλειώδης εκείνη η νίκη – αφού ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συγκέντρωσε το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό στην ιστορία της ΝΔ μετά τον θρίαμβο του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1974 (54,37 ) – εν τούτοις, λόγω του δόλιου εκλογικού νόμου του ΠΑΣΟΚ που της έδινε μόλις 150 έδρες, σχημάτισε κυβέρνηση μόνο με 151 χάρη στην μια έδρα που είχε εκλέξει η ΔΗΑΝΑ του Κωστή Στεφανόπουλου…

Από τότε ως τώρα όμως έχουν αλλάξει πολλά ευτυχώς και κυρίως άλλαξε ο τρόπος αντιμετώπισης του φιλελευθερισμού απ’ τον κόσμο, γιατί τώρα αυτός εκφράζει με ενιαία φωνή και – με την συμβολική παρουσία των δυο πρώην πρωθυπουργών στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη – τον κοινωνικό και πατριωτικό χαρακτήρα του (πέραν του φιλελεύθερου οικονομικού), που ενυπάρχει ατόφιος στην πλειονότητα των ψηφοφόρων της ΝΔ, των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων και του Προέδρου της.

Έπειτα παραμερίστηκαν από καιρό τα πολιτικά στερεότυπα, οι προκαταλήψεις και η δυναμική των παλιών συνθημάτων, γιατί ο κόσμος γνώρισε στο πετσί του την »φιλολαϊκή» Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ… Την Αριστερά του κράτους-δυνάστη της υπερφορολόγησης, της Νομενκλατούρας, των ψεμάτων, της απάτης και της αυταπάτης, του εθνομηδενισμού και του αμοραλισμού. Την Αριστερά που απέδειξε ότι οι ιδέες της αποτελούν μια φενάκη και είναι πολιτικά ανεφάρμοστες.

Μ’ αυτήν αναμετρήθηκε και αυτήν νίκησε ο τολμηρός Κυριάκος Μητσοτάκης, που δίνει δείγματα κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά κατά τον πρώτο μήνα της διακυβέρνησής του. Θα πείτε τώρα ότι έχει χαραγμένο επάνω του το πολιτικό DNA του πατέρα του, που ήταν αναμφισβήτητα χαρισματικός πολιτικός.

Όπως έχω ξαναπεί όμως, ο Πρόεδρος της ΝΔ ξεκίνησε από διαφορετική αφετηρία και με δείγματα γραφής κατά τι πιο προσεχτικά από εκείνου, με την έννοια ότι δίνει καθημερινά όλο και περισσότερο την εντύπωση πως τα λάθη του »μεγάλου» έγιναν διδάγματα στον »μικρό» εμπλουτισμένα με νέες, καινοτόμες ιδέες για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και έναν » νέο πατριωτισμό», τον πατριωτισμό της αλήθειας, της ειλικρίνειας απέναντι στον λαϊκιστικό εθνικισμό και το ψέμα.

Το όραμα του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρο: αυτοδύναμη Ελλάδα, ενωμένη και δυνατή, που να προσφέρει στους πολίτες της δουλειά και ασφάλεια, ώστε να πάρουν πίσω τον έλεγχο της ζωής τους.

Μια Ελλάδα που να δώσει κίνητρα στα μυαλά που μας έφυγαν, για να ξαναγυρίσουν. Να δώσει χώρο στη δημιουργικότητα, να ανταμείψει την αριστεία, να ελέγξει τη γραφειοκρατία και να επιβάλει την αξιοκρατία.

Μια Ελλάδα με ένα καλύτερο αύριο, που θα επιστρέψει στους πολίτες της τη χαμένη αξιοπρέπειά τους και θα τους κάνει να εμπιστευθούν το »δαιμόνιο» της ελληνικής φυλής και του εαυτού τους, κατά την προτροπή του Άγγλου ποιητή Κίπλιγκ τον οποίο επικαλέστηκε στον επίλογο των προγραμματικών του δηλώσεων ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κλείνοντας χαρακτηριστικά με τους παρακάτω στίχους από το »ΑΝ»:

– Ας εμπιστευτούμε τον εαυτό μας όταν ο κόσμος δεν μας πιστεύει και ας ονειρευτούμε χωρίς να γίνουμε σκλάβοι των ονείρων μας…

Ας εμπιστευτούμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, γιατί βαδίζει στα χνάρια του μεγάλου πατέρα του με όραμα κάτι καινούριο!.. Δε μένει παρά να μας το αποδείξει!..

»Κρινιώ Καλογερίδου» (Βούλα Ηλιάδου)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.