Με φώτα πορείας σβηστά ενόψει των μεγίστων κινδύνων…

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου, Συγγραφέας

Ειλικρινά, όσο καλοπροαίρετη και να θέλω να είμαι απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με δεδομένα την… νεότητά της και τα ενθαρρυντικά πρώτα της βήματα που τη διαφοροποιούν σε θέματα καθημερινότητας απ’ την κυβέρνηση Τσίπρα, δε μπορώ να μην ομολογήσω την απογοήτευσή μου απ’ την Εξωτερική της πολιτική.

Γιατί δεν είναι μόνο η απίστευτη κωλοτούμπα της στο Σκοπιανό (όπου επιβεβαίωσε πανηγυρικά τους ισχυρισμούς των πολιτικών αντιπάλων της ότι οι πατριωτικές κορώνες της προεκλογικά ήταν μάλλον υποκριτικές, με στόχο την αλίευση ψήφων απ’ τα ακροδεξιά της), αλλά και η πολιτική της στα υπόλοιπα θέματα αρμοδιότητάς του.

Στην περίπτωση της Κύπρου, φερ’ ειπείν, η Αθήνα – στην προσπάθειά της να μη μπει στο στόχαστρο της Τουρκίας μετά τη Συρία – προσπερνά την κατοχική συμπεριφορά της και περιορίζεται σε φραστικές διακηρύξεις αυστηρότατου ύφους, αλλά κενών περιεχομένου, που αφήνουν αδιάφορο τον προκλητικό γείτονα.

Επιπλέον δείχνει να διακατέχεται σε τέτοιο βαθμό απ’ τον φόβο μην την αγγίξουν τα τουρκικά βέλη, που αρνήθηκε να στείλει φρεγάτες της στην Κύπρο (ως προστατευτική κίνηση των υπό εξόρυξη θαλασσίων οικοπέδων της ).

Όπως αρνήθηκε να επιτρέψει την έλευση στην Κύπρο δύο εκ των αεροσκαφών της, πράγμα που συνήθιζε να κάνει συμβολικά τα προηγούμενα χρόνια, συμμετέχοντας στους εορτασμούς για την ανεξαρτησία της (1 Οκτωβρίου).

Είναι και κάτι άλλο όμως. Δείχνει όλο και περισσότερο ότι αδυνατεί να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα και είναι έτοιμη να προσαρμοστεί στις αξιώσεις της Άγκυρας, παρά της περιοδικές κορώνες που βγάζει ο »άκαπνος» κύριος Δένδιας, ο οποίος μας εμπνέει μικρή εμπιστοσύνη λόγω της α-δέξιας πολιτικής του, που παραπέμπει μάλλον σε ηττοπαθή στάση υποτακτικού, παρά σε εθνικά περήφανου Έλληνα.

Έπειτα, τι νόημα έχει η εμμονή των Αμερικανών για »λύση» του Κυπριακού και η αμήχανη δική μας σιωπή – εν είδει θετικής ανταπόκρισης – τη στιγμή που η Ελλάδα είναι αποδυναμωμένη οπλικά έναντι της Τουρκίας κατά ομολογία του Αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Μ. Βαρβιτσιώτη (23-9-2019);

Τι νόημα έχει επίσης η επανεκκίνηση των συνομιλιών στα Ελληνοτουρκικά, όταν η Άγκυρα κλιμακώνει την επιθετικότητά της σε όλα τα επίπεδα – με αποκορύφωμα το μεταναστευτικό και την έγερση τελευταία (10 Οκτωβρίου) μειονοτικού θέματος για τους Τούρκους της Κω και της Ρόδου;

Πόσο αξιόπιστος μπορεί να είναι – στ’ αλήθεια – ο Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο εμπιστευόμαστε για συνομιλητή μας, όταν λίγα εικοσιτετράωρα μετά τη συνάντησή του στην Ν. Υόρκη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έβαλε το υπουργείο Εξωτερικών του να εξαπολύσει επίθεση εναντίον μας, με αφορμή την κοινή διακήρυξη των υπουργείων Εξωτερικών της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου;

Τι θέλω να πω με τα επαναληπτικές ρητορικές ερωτήσεις μου; Θέλω να πω πως το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι έχει κι αυτό τα όριά του και δεν έχει κανένα νόημα πλέον να συνεχίζουμε να στρουθοκαμηλίζουμε υποχωρώντας ατάκτως προ του Ταγίπ Ερντογάν σε σημείο αναξιοπρέπειας. Δεν είναι προς τιμήν μας να παριστάνουμε, ως πολιτική ηγεσία, είτε τους αφελείς – σε απάντηση των προκλήσεών του – είτε τους χρήσιμους ηλίθιους της ελληνοτουρκικής ιστορίας.

Είναι φανερό ότι στο παιχνίδι με την Τουρκία παίζουμε μονίμως καθυστέρηση προσδοκώντας τον από μηχανής Θεό (ΗΠΑ) να βρει μια λύση, για να μας λυτρώσει απ’ την αγωνία της άμεσης ρήξης μαζί της. Φοβάμαι όμως, μετά και την έλευση του Πομπέο, ότι επενδύουμε περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει τις ελπίδες μας στην Αμερική, που είναι στην πιο αδύναμη θέση από ποτέ την παρούσα στιγμή.

Όχι μόνο γιατί ο Πρόεδρος Τραμπ είναι μονίμως όμηρος των διαδικασιών του Κογκρέσου ∙ όχι μόνο γιατί οι σχέσεις ΗΠΑ -Τουρκίας βρίσκονται στο ναδίρ και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον να επιβληθεί αποτελεσματικά επ’ αυτής (αν και η τελευταία απόφαση του Ερντογάν, μετά από συνομιλία 4,5 ωρών με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πενς, για εκεχειρία 120 ωρών στη Συρία δίνει ελπίδες).

Αλλά κυρίως γιατί απέδειξε μια ολόκληρη υπερδύναμη ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης την αφερεγγυότητά της ως συμμάχου, αφού επέτρεψε στους Τούρκους να βομβαρδίζουν ως τώρα τους Κούρδους μαχητές των YPG που είχαν πρωταγωνιστήσει στο πλευρό των Αμερικανών κατά τον αγώνα τους εναντίον του ISIS…

Και ερχόμαστε τώρα στο δραματικότερο θέμα όλων μέχρι στιγμής, το μεταναστευτικό, όπου η κυβέρνηση του ΚΜ φαίνεται να αποτυγχάνει παταγωδώς, αφού επικρατεί η τραγική νοοτροπία του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιμετώπιση της Τουρκίας. Αποτέλεσμα αυτού όμως είναι να μην έχουν τελειωμό οι εκβιαστικές απειλές του Ερντογάν εναντίον μας ότι »θα σταματήσει να εμποδίζει την ελεύθερη διέλευση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών από το τουρκικό έδαφος προς την Ευρώπη».

Είναι – ως εκ τούτου – ηλίου φαεινότερο ότι ψάχνει ένα πρόσχημα, για να προκαλέσει »θερμό επεισόδιο» από θέση ισχύος, μετά τις εκκαθαρίσεις των Τούρκων στη Συρία. Το έδαφος προετοιμάζεται από καιρό κι όλο και περισσότερο μυρίζει μπαρούτι στην περιοχή μας, σε σημείο που να παραπέμπει η όλη ατμόσφαιρα στις προκλήσεις του Μουσολίνι, λίγο πριν τον ανοιχτό πόλεμό του εναντίον μας.

Και μη μου πείτε ότι υπερβάλλω. Γιατί ο Ταγίπ Ερντογάν έχει αποδείξει ήδη στην πολιτική διαδρομή του ότι είναι ο σύγχρονος Μουσολίνι του 21ου αιώνα και οι κλιμακούμενες αντιπαραθέσεις του με την χώρα μας γίνονται επί σκοπόν.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε από την μερική αποκλιμάκωσή τους τελευταία. Είναι ευκαιριακή λόγω του πολέμου των Τούρκων στη Συρία, αφού δε συμφέρει στον Ερντογάν να έχει δυο ανοιχτά μέτωπα. Ως εκ τούτου, χαμηλώνει τους τόνους την ίδια στιγμή που αφήνει τα κύματα των λαθρομεταναστών να μας κατακλύσουν…

Το άλλο επικίνδυνο για μας είναι ότι η Τουρκία δε διαχωρίζει το μεταναστευτικό απ’ το Συριακό-Κουρδικό και τους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι είναι ικανή να επινοήσει χίλιες δυο στρατηγικές, αλληλοεξαρτώμενες μεταξύ τους, για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της.

Ας επανέλθουμε όμως στο μεταναστευτικό και την αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης να το ελέγξει, παρά τις προεκλογικές επικοινωνιακές της πομφόλυγες και υποσχέσεις. Απτή απόδειξη της αποτυχίας της είναι η περίπτωση της Μόρια η οποία, αν και αντέχει μόνο 3.500-4.000 μετανάστες και πρόσφυγες, έφτασε σήμερα να έχει πολλούς περισσότερους. Συνολικά στα νησιά του Αιγαίου διαβιούν ήδη 15.126 μετανάστες και πρόσφυγες, οι περισσότεροι από τους οποίους (13.800) βρήκαν καταφύγιο στα hot spots του Β. Αιγαίου.

Δυστυχώς, στο ακραίο σημείο που οδηγηθήκαμε ως προς τον έλεγχο των ροών που μας κατακλύζουν, επαληθεύτηκαν οι χειρότεροι φόβοι μας, γιατί έχουμε να κάνουμε πλέον με κανονικό εποικισμό των αλλοεθνών μουσουλμάνων στην πατρίδα μας.

Κι αυτή η συνεχής »εισροή» τους είναι μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί τινάζοντας στον αέρα τον κοινωνικό και εθνικό ιστό της, απ’ τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφάσισε να συνεχίσει επί το προοδευτικότερο το έργο… εξισλαμισμού του ΣΥΡΙΖΑ εξάγοντας τους μετανάστες σε Αθήνα, Πειραιά και επαρχία.

Ας το πούμε ξεκάθαρα επιτέλους. Με το να τους διοχετεύει η κυβέρνηση στα τέσσερα σημεία της ελληνικής επικράτειας, βάζει σε κίνδυνο την εσωτερική συνοχή της χώρας. Έπειτα γίνεται φανερό ότι η ΕΕ όχι μόνο αδυνατεί να της παράξει την απαιτούμενη υποστήριξη στο θέμα της προώθησής τους και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν έχει και την πολιτική βούληση να δράσει αποφασιστικά απέναντι στον Ερντογάν που την περιπαίζει.

Άλλωστε και η ίδια είναι διχασμένη στο εσωτερικό της λόγω κυρίως των διαφορετικών πολιτικών συστημάτων και αντιλήψεων των κρατών-μελών της. Έτσι το μεγαλύτερο βάρος του μεταναστευτικού το επωμίζεται δυστυχώς η Ελλάδα, χωρίς την ουσιαστική βοήθεια κανενός και με την Τουρκία σε κατάσταση υστερίας να την απειλεί διαρκώς διοχετεύοντας προς αυτήν τα μεταναστευτικά κύματα απ’ όλα τα μέρη του κόσμου.

Λέσβος, Χίος, Σύμη, Σάμος είναι τα πλέον επιβαρυμένα νησιά και γι’ αυτό είναι έτοιμα να καταρρεύσουν, αφού οι φιλοξενούμενοι στα hot spot τους έχουν υπερβεί το 300%, πράγμα που σημαίνει πως η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε έλεγχο, ενώ η Τουρκία προσπορίζεται τα οφέλη του μεταναστευτικού απαιτώντας και κερδίζοντας κονδύλια απ’ την ΕΕ, σε βάρος της Ελλάδας, η οποία δε στάθηκε ικανή να τα διεκδικήσει…

Και τώρα έφτασε στο μη περαιτέρω εξαντλώντας κάθε δυνατότητα να ανταποκριθεί στο αίτημα της Ευρώπης για… πολυπολιτισμικότητα. Τις προηγούμενες δεκαετίες άντεξε το κύμα εποικισμού απ’ τις όμορες σε αυτήν χώρες (Αλβανία, Βουλγαρία) και κάποιες Ανατολικοευρωπαϊκές (Ρουμανία, Γεωργία).

Δέχτηκε απρόσκλητους μουσαφίρηδες, τους φιλοξένησε και τους περιέθαλψε με ανθρωπιά. Το ίδιο έκανε και αυτήν τη δεκαετία της πολλαπλής κρίσης και της απόγνωσης. Όμως τώρα έχει ολοκληρώσει αιμόφυρτη τον κύκλο της ανθρωπιστικής προσφοράς της και ήρθε η ώρα να »ξεκουραστεί» κοιτάζοντας λίγο τον εαυτό της.

Κι ο εαυτός της απαιτεί απ’ την κυβέρνησή του, την κυβέρνηση της ΝΔ, να πάψει να υιοθετεί την αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ ότι ευαισθησία και δικαιωματισμός είναι ταυτόσημες έννοιες κι ότι αν κάτσουν στο ίδιο θρανίο τα παιδιά των μεταναστών με τα παιδιά των Ελλήνων, θα πάψει να υπάρχει ο φόβος της ισλαμικής εισβολής και θα ανοίξει ο δρόμος για λύση του προβλήματος της υπογεννητικότητας.

Αυτά είναι επικίνδυνα να λέγονται ακόμα και σαν κωμική προσδοκία, πέραν του ότι πιστοποιούν πως η κυβέρνηση ακολουθεί κατά πόδας την πεπατημένη των προηγούμενων, που είχαν σκοπό να μας αφήσουν στο έλεος των λαθρομεταναστών, μέχρι να εξαφανιστεί κάθε τι εθνικό από την Ελλάδα και να παραδοθεί αυτή αμαχητί στους »κατακτητές» της…

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, δυστυχώς – κυνηγώντας τους ανέμους του μεταναστευτικού – χάθηκε στη μετάφραση των εθνικών μας θεμάτων και κινείται πλέον με φώτα πορείας σβηστά, δηλαδή με μηδενική ορατότητα πολιτικής πρωτοβουλίας ενόψει των μεγίστων κινδύνων που διαφαίνονται στον ορίζοντα…

»Κρινιώ Καλογερίδου» (Βούλα Ηλιάδου)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.