Μάρκος Μπότσαρης, ο αετός του Σουλίου

«Σαράντα κλέφτες ήμασταν, Μάρκο μωρέ Μπότσαρη, σαράντα δύο νομάτοι, Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη Όλοι έναν όρκο κάναμε, Μάρκο μωρέ Μπότσαρη, στο Άγιο το Βαγγέλιο, Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

Ποιος αρρωστήσει από τ’ εμάς, Μάρκο μωρέ Μπότσαρη Όλοι να τον κοιτάξουν, Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη».

Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος 

Αρχίζω την αναφορά μου στον αετό του Σουλίου Μάρκο Μπότσαρη, με τους στίχους αυτούς παρμένους από ένανολόκληρο κύκλο τραγουδιών που έχουν σχέση με τους Μποτσαραίους και που εδημιούργησε των Κακολακκιτών στα ολονύκτια γλέντια γάμων και πανηγυριών για να φανεί η ζωντανή παρουσία του μεγάλου και αγνού ήρωα της Εθνεγερσίας στο χώρο αυτό, μέχρι τις ημέρες μας… Εάν οι άλλοι Έλληνες τον θαυμάζουν για τον ηρωισμό του και το άδολο του χαρακτήρα του, οι Κακκολακίτες και τα γύρω χωριά διατηρούν την ανάμνησή του σαν να πρόκειται για δικό τους άνθρωπο. Παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν από το 1820, από την ημέρα που έφευγε από τον Κακόλακκο ο Μάρκος, για να πάρει μέρος στο μεγάλο αγώνα, η παρουσία του στο χωριό αυτό παραμένει αισθητή, ζωντανή, εξακολουθεί να ζει στος καρδιές όλων. Φυσικά, δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την όλη δράση και την προσφορά του ήρωα στην πατρίδα και το Έθνος. Για το θέμα που αναφερόμαστε εδώ, σε γενικές γραμμές τα γεγονότα έχουν ως έξης:

Είναι γνωστό, ότι μετά την καταστροφή του Σουλίου και τα διαδραματισθέντα στους βράχους του Ζαλόγγου, οι Τουρκαλβανοί του Αλή πασά πολιόρκησαν τους Μποτσαραίους στο Μοναστήρι του Σέλτσου στα Άγραφα, όπου είχαν καταφύγει.

Τον Απρίλιο του 1804, έπειτα από σκληρό αγώνα 4 μηνών πέρασαν με τα γιαταγάνια ανάμεσα στις εχθρικές γραμμές και έφθασαν στην Πάργα και απο εκεί στην Κέρκυρα. Τα γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν.

Ανάμεσά τους και η οικογένεια του Κίτσου Μπότσαρη, εκτός από το γιό του Μάρκο, ο οποίος έφθασε στην Πάργα.

Ο σατράπης της Ηπείρου, στην αντιμετώπιση των ισχυρών αντιπάλων του, εχρησιμοποιούσε δύο μεθόδους:

Η μία ήταν ο πόλεμος και ο εξολοθρεμός. Όταν, όμως, έβλεπε οτι ο τρόπος αυτός δεν ωφελεί, χρησιμοποιούσε το δόλο και την πονηριά. Στην προκειμένη περίπτωση, με ανθρώπους του άρχισε να καλοπιάνει τον Κίτσο και το Μάρκο Μπότσαρη, χρησιμοποιώντας και την απειλή για την αιχμάλωτη οικογένειά του. Ήθελε να τους έχει με το μέρος του σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους Σουλιώτες, αλλά και εναντίον του σουλτάνου. Έβλεπε καθαρά ότι γρήγορα θα του κηρύξει τον πόλεμο ο σουλτάνος, γιατί εδημιούργησε ανεξάρτητο κράτος. Εμήνυσε, λοιπόν στον Κίτσο Μπότσαρη ότι, εάν προσέλθει θα τον περιποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλον, γιατί γνωρίζει τις ικανότητές του.

Ο Αντιναύαρχος Δημήτριος Οικονόμου γιος της Αναστασίας, εγγονής του Κώστα Μπότσαρη, αδελφού του Μάρκου γράφει: «Εάν δεν προσήρχετο, τον απειλούσε, ότι τους μεν άρρενες της οικογενείας του, την οποίαν εκράτει αιχμάλωτον, θα περάσει άπαντας εν στόματι μαχαίρας, τα δε θήλεα θα υπανδρεύσει με γύφτους». Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα ο Κίτσος αποφάσισε να έλθει στα Γιάννινα αφήνοντας αρχικά το γιο του Μάρκο στην Κέρκυρα «ο Αλή πασάς εδέχθη αυτόν με πολλές τιμές και περιποιήσεις, εδώρησε δε σ’ αυτόν υποστατικόν αξιόλογον τον Κακόλακκον της επαρχίας Πωγωνίου και τον υποχρέωσε να μεταφέρει σύμπασαν την οικογένειά του, δηλαδή, και τον Μάρκο από την Κέρκυρα.

Του παραχώρησε πολυτελή κατοικία, του διέθεσε τον πύργο του Κούρτ πασά στο Παλιοχώρι, πάνω από τον Κακόλακκο». Ο Κακόλακκος υπήρξε κατά καιρούς έδρα του Μουτεσελίμη (Διοικητή) της παλαιάς Πωγωνιανής κατά τα χρονικά διαστήματα από της κατακτήσεως μέχρι το 1788, από το 1820 μέχρι το 1828 και από το 1829 μέχρι το 1847, όταν πυρπολήθηκε το Διοικητήριο από τον λήσταρχο Γκιωλέκα. Από το 1847 και μετά πρωτεύουσα του Πωγωνίου ήταν η Βοστίνα, η οποία το 1927 ονομάστηκε Πωγωνιανή. Έδωσε, λοιπόν, εντολή ο Αλής στον Γεώργιο Παπαγιάννη απο τη Σωπική να επισκευάσει τον Πύργο και υποχρέωσε τον Κίτσο Μπότσαρη να φέρει όλη την οικογένεια του στον Κακόλακκο. Αργότερα κάποιο διάστημα ήρθε και ο αδελφός του Νότης Μπότσαρης. Όλα αυτά έγιναν το 1812. Τον επόμενο χρόνο 1813 ο Αλής έστησε την εξής καταχθόνια παγίδα στον Κίτσο Μπότσαρη. Το αρματωλίκι Ραδοβιζίου (περιοχή Βουλγαρελίου Άρτας) το είχε παλαιότερα ο πατέρας του Γεώργιος Μπότσαρης.

Έπειτα από την καταστροφή του Σουλίου ο Αλής το παραχώρησε στο Γώγο Μπακόλα. Με δόλιο τρόπο διέδωσε τώρα ότι θα το δώσει στον Κίτσο Μπότσαρη, μετά τη συμφιλίωσή τους. Έτσι, του έδωσε άδεια να πάει στο Βουλγαρέλι να τακτοποιήσει τα σχετικά, στέλνοντας παράλληλα σχετικό μήνυμα στο Μπακόλα για την εξόντωση του Κίτσου. Έτσι, μόλις έφθασε στο Βουλγαρέλι ο Κίτσος, τον δολοφόνησε ο Μπακόλας άνανδρα τον Ιανουάριο του 1813.

Στον αδελφό του Νότη και στα παιδιά του Κίτσου, ο Αλή Πασάς προσποιήθηκε ότι δεν γνωρίζει τους δολοφόνους και ότι κατέβαλε προσπάθειες για την ανακάλυψή τους. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του ο Μάρκος με την από δεύτερο γάμο ατομική του οικογένεια, τη σύζυγό του Χρυσούλα, κόρη του αρματωλού της Πρέβεζας Χρηστάκη Καλογήρου και τις δύο κόρες του (στον Κακόλακκο απέκτησε και ένα γιο τον Δημήτριο), εγκαταστάθηκε στον Κακόλακκο. Βέβαια ο Μάρκος εδώ είχε το αξίωμα του Μουτεσελίμη (=Διοικητή) του Πωγωνίου. Κατά το διάστημα της παραμονής του στον Κακόλακκο, ο Αλή πασάς παραθέριζε στο Μπιτσικόπουλο, όπου είχε κατασκευάσει θερινή διαμονή αξιόλογη, στην οποία είχε μεταφέρει νερό από τη γνωστή πηγή Μπιτσικόπουλο.

Οι κάτοικοι όχι μόνον του Κακολάκκου αλλά και των γύρω χωριών, αγαπούσαν και εκτιμούσαν το Μάρκο. Στην αρχή, στο διάστημα που επισκευάζονταν η Κούλια (ο Πύργος) στον Κακόλακκο ο Μάρκος παρέμεινε στη Βήσσανη. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον Τάσιο Τόλη και έγιναν μάλιστα και βλάμηδες δηλ. αδελφοποιητοί, όπως ήταν συνήθεια τότε. Αργότερα στο διάστημα της διαμονής του στον Κακόλακκο, επισκέπτονταν τακτικά το φίλο του στη Βήσσανη και παράλληλα επισκέπτονταν και το αρχοντικό της οικογένειας Βράγκαλη. Εδώ ευρισκόμενος ο Μάρκος μυήθηκε πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία. Με ανθρώπους του ερχόταν σε επικοινωνία με στελέχη της Εταιρείας που ήταν στα Γιάννινα.

Ακόμη και στο περιβάλλον του Αλή Πασά είχε κατορθώσει να απλώσει τα δίχτυα της η Φ.Λ. Εταιρεία… Έτσι, ο Μάρκος ήταν έτοιμος, όταν θα άκουγε το εγερτήριο σάλπισμα να τρέξει στη φωνή της Πατρίδας. Και η ώρα ήρθε το καλοκαίρι του 1820. Τότε ο σουλτάνος κήρυξε τον Αλή πασά επαναστάτη και έστειλε τον Ισμαήλ πασά με μεγάλη στρατιωτική δύναμη στα Γιάννινα για να υποτάξει τον Αλή πασά.

Ο Μάρκος συννενοήθηκε με τους άλλους Σουλιώτες και εθεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακτήσουν το αγαπημένο τους Σούλι. Ο Μάρκος μαζί με τον Νότη Μπότσαρη συγκέντρωσαν και μερικούς Κακολακκίτες και ξεκίνησαν. Έτρεξαν τότε και μερικοί από τα γύρω χωριά. Με όλους αυτούς ξεκίνησε ο Μάρκος από τον Κακόλακκο και πήγε στη Βήσσανη. Εκεί, έγινε δεκτός από τον στενό φίλο του Τάσο Τόλη με μεγάλες τιμές. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του, ενώ οι άλλοι σε διάφορα αλλά σπίτια.

Την άλλη μέρα, ο Μάρκος με όλη την ακολουθία του, στην οποία προστέθηκαν και μερικοί Βησσανιώτες, αναχώρησαν για το μεγάλο αγώνα. Από τη Βήσσανη κατευθύνθηκαν προς την Σαδοβίτσα (Μάρμαρα), για να συναντηθεί ο Μάρκος με τους άλλους Σουλιώτες που ήρθαν από τα Επτάνησα. Οι αγώνες του Μάρκου και της οικογένειάς του από εδώ και πέρα είναι ατελείωτοι και δεν είναι δυνατό εδώ να μιλήσουμε για όλα αυτά. Επιβάλλεται, όμως, να αναφέρουμε και να τονίσουμε ένα περιστατικό, από το οποίο φαίνεται ο άδολος χαρακτήρας του και η αγνότητα των αγώνων του για την πατρίδα. Συγχρόνως έδωσε και το ωραιότερο δίδαγμα για τις μέλλουσες γενεές των Ελλήνων.

Τον Αύγουστο του 1823 οι οπλαρχηγοί φιλονικούσαν για τα πρωτεία και υπήρχε δυσαρέσκεια κατά της Κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου, επειδή πίστευαν ότι αδικήθηκε στην απονομή διπλωμάτων. Ανάμεσα σ’ εκείνες τις μικρότητες υψώθηκε σαν αστέρι ολόφωτο η μορφή του Μάρκου Μπότσαρη. Την ώρα που οι άλλοι φιλονικούσαν και διαμαρτύρονταν, πήρε το δίπλωμά του, το ασπάστηκε σε ένδειξη σεβασμού προς την κυβέρνηση και το έσκισε ενώπιον όλων λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος, παίρνει δίπλωμα αρχηστρατηγίας μεθαύριο ενώπιον του εχθρού». Και ξεκίνησε με τους άνδρες του να αντιμετωπίσει τον Τζελαλεδίν μπέη στο Καρπενήσι.

Τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου 1823 έπεσε μαχόμενος σαν λιοντάρι στην πρώτη γραμμή. Ο αετός του Σουλίου έπεσε και το πέσιμο ήταν βαρύ. Συγκλόνισε την Ελλάδα, αλλά και έγινε αισθητό στην Ευρώπη και ακόμη πιο πέρα στη χώρα του Ουάσιγκτων. Γιατί είναι ο μόνος ήρωας που τιμήθηκε από Ευρωπαϊκά κράτη δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και πλατείες, καθώς και στις ΗΠΑ. Στο Παρίσι υπάρχει οδός Μάρκου Μπότσαρη…

Το μήνυμα που άφησε στις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων η θυσία του Μάρκου Μπότσαρη είναι: Να παραμερίζουν τις οποιεσδήποτε προσωπικές φιλοδοξίες, όταν διακυβεύονται τα εθνικά συμφέροντα. Η Κοινότητα Κακολάκκου έκαμε το καθήκον της και απέναντι στους Μποτσαραίους, αλλά και απέναντι στις επερχόμενες γενεές το 1973. Ήταν η χρονιά που συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη.

Τότε, η Κοινότητα Κακολάκκου με τη βοήθεια του απογόνου των Μποτσαραίων Στρατηγού ε.α. Δημητρίου Νότη Μπότσαρη (85 ετών τότε) έστησαν στο κέντρο του χωριού μνημείο με εγχάρκτα κεφαλαία γράμματα.

Στο μνημείο αυτό διαβάζουμε: ΣΟΥΛΙ ΚΑΚΟΛΑΚΚΟΣ «Εδώ, πρωτεύουσαν Πωγωνίου μέχρι 1847 – πύργος Κούρτ πασά – έδρασεν ως Διοικητής (1815 – 1820) ο Αετός του Σουλίου, Μάρκος Μπότσαρης (1790 – 9-8-1823) Απ’ εδώ ξεκίνησε δι’ Ιωάννινα, Σούλι και τον Ιερόν Αγώνα του 1821. Εδώ ο Νότης Μπότσαρης (1756) – 21-10-1841) με Σουλιωτοκακολακίτας κατήγαε νίκην».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.