Κουβεντιάζοντας με έναν φίλο

Τον γνωρίσαμε από τις στήλες του Πρώτου Θέματος, ως αρχισυντάκτη οικονομικών ειδήσεων. Για τη δουλειά του βραβεύτηκε πριν από 8 χρόνια από το Ίδρυμα Προαγωγής της Δημοσιογραφίας Αθ. Μπότση ως κορυφαίος οικονομικός ρεπόρτερ.

Στη συνέχεια υπήρξε ένας από τους δημοσιογράφους που με τεκμηριωμένη οικονομική αλλά και πολιτική επιχειρηματολογία, στήριξε τηλεοπτικά τη διακυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ στα δύσκολα χρόνια 2012- 14, όχι πάντοτε χωρίς κόστος. Ευρύτερα γνωστός έγινε όμως στη μάχη του δημοψηφίσματος το καλοκαίρι του 2015. Τότε, υπήρξε ένας από εκείνους που σήκωσαν το βάρος της υποστήριξης του ΝΑΙ μαζί με την εφημερίδα στην οποία εδώ και 13 χρόνια εργάζεται, δεχόμενος ουκ ολίγες επιθέσεις.

Επιθέσεις δέχθηκε και στην πορεία όταν αποκάλυπτε το περίφημο σκάνδαλο Φλαμπουράρη, την αναντιστοιχία στο πόθεν έσχες του Γιώργου Σταθάκη ή όταν παρουσίαζε άγνωστες πτυχές των μυστικών διαπραγματεύσεων Βαρουφάκη στις Βρυξέλλες.

Ο Δημήτρης Μαρκόπουλος είναι ένας δημοσιογράφος με άποψη, ένας πολιτικοποιημένος επαγγελματίας που δεν δίστασε όταν άλλοι κρύβονταν να ξεκαθαρίσει τη θέση του και να συγκρουστεί. Κάποιοι θεωρούν αυτή την έκθεση ως λάθος, ζητώντας από τους ανθρώπους των ΜΜΕ ουδετερότητα.

Ο ίδιος όπως μας λέει θεωρεί εαυτόν έναν «πάνω από όλα έναν μαχητή κατά του λαϊκισμού, έναν δημοσιογράφο με ξεκάθαρο προσανατολισμό και θέαση των πραγμάτων».

 

LP: Πολλοί αναγνωρίζουν την ξεκάθαρη στάση που παίρνεις, φθάνοντας να σε θεωρούν ως έναν δημοσιογράφο προσανατολισμένο, για να μην πούμε συμπαραταγμένο με την κεντροδεξιά. Μου έλεγε ένας τηλεθεατής σου πως  δεν κρύβεσαι και δεν διστάζεις να στηρίζεις θέσεις και απόψεις. Είναι όμως σωστό ένας δημοσιογράφος να παρουσιάζεται τόσο καθαρά υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης; Υπέρ ιδεών ή κομμάτων; Μήπως η δημοσιογραφία όφειλε να είναι πιο ουδέτερη και γιατί όχι αντικειμενική;

Δ.Μ.: Δεν θα πω ψέματα, ούτε θα στρογγυλέψω τα πράγματα. Ναι. Ξεκάθαρα είμαι ένας δημοσιογράφος με θέση και άποψη. Ένας επαγγελματίας που ως «ήρωες» και πρότυπα είχα πρόσωπα της ελληνικής δημοσιογραφίας που άφησαν εποχή όχι γιατί κρύφτηκαν ως προς τα πολιτικά τους πιστεύω αλλά ακριβώς γιατί τα υπηρέτησαν. Αν και σχετικά νέος ηλικιακά – είμαι στα 43 –  μεγάλωσα με τον Τζώρτζη Αθανασιάδη για τον αγώνα που έδωσε κατά της Δικτατορίας. Θα θυμάσαι  πολύ καλά ως κατά πολύ μεγαλύτερος μου (σ.σ. γελάει) πως στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 ο Αθανασιάδης θεωρούνταν φανερά δεξιός και καραμανλικός. Στο τέλος ο άνθρωπος αυτός πλήρωσε με τη ζωή του τους αγώνες που έκανε. Ο ίδιος δεν έκρυψε στιγμή την πολιτική του καταγωγή ενώ θεωρούσε ιερά υποχρέωση την υπεράσπιση των ιδεών του. Η Ελένη Βλάχου υπήρξε επίσης πρότυπο. Ουδέποτε δεν έκρυψε τις πεποιθήσεις της. Ο Τάκης Λαμπρίας το ίδιο, όπως και ο Παύλος Καμβύσης ή αργότερα ο Δημήτρης Ρίζος και ο Γιώργος Κύρτσος. Προς Θεού δεν συγκρίνω τον εαυτό μου με αυτά τα τέρατα. Ξεκαθαρίζω πως τους αναφέρω ως πρότυπα μου. Θέλω όμως με τον συγκεκριμένο παραλληλισμό να πω ότι η λογική του «ουδέτερου» στα όρια του …μπιμπελό ή κομοδίνου δημοσιογράφου δεν με αφορά. Να το πω και κάπως διαφορετικά. Γιατί αυτή η κριτική δεν ασκείται προς τους αριστερούς δημοσιογράφους; Γιατί ένας αναλυτής ή σχολιαστής της ΑΥΓΗΣ ή της Εφημερίδας των Συντακτών θεωρείται political correct όταν στηρίζει ή πιστεύει τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο κι ένας συνάδελφος από την άλλη πλευρά οφείλει να απολογηθεί;

Να πω όμως και κάτι ακόμα.

Όταν καίγεται το σπίτι σου, εν προκειμένω η Ελλάδα, θεωρώ πολυτέλεια το να μην παίρνεις θέση. Το να στέκεσαι ουδέτερος. Και για τη δική μου γενιά, η μεγάλη μάχη μέχρι στιγμής υπήρξε η προσπάθεια των λαϊκιστικών δυνάμεων να οδηγήσουν τη χώρα εκτός ευρωπαϊκής πορείας. Εκεί, μια ομάδα επαγγελματιών των ΜΜΕ αλλά και άλλων χώρων εκτιμώ πως ριζοσπαστικοποιήθηκε. Πως αποφασίσαμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να φωνάξουμε «ως εδώ». Επρόκειτο για ένα δημοκρατικό – αστικό “non passaran” σε όσους ήθελαν και θέλουν την Ελλάδα μια μπανανία του ευρωπαϊκού νότου. Είμαι λοιπόν πάνω από όλα ένας μαχητής κατά του λαϊκισμού, ένας δημοσιογράφος με ξεκάθαρο προσανατολισμό και θέαση των πραγμάτων.

 

LP: Παρά ταύτα θα πουν αρκετοί πως η κριτική σου δεν υπήρξε το ίδιο μαχητική στα προηγούμενα χρόνια και στις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ που πέρασαν. Πως με τον ΣΥΡΙΖΑ είσαι πολύ πιο σκληρός.

Δ.Μ.: Να ξεκαθαρίσω κάτι. Είμαι από εκείνους που δεν πετούν τα προηγούμενα 40 χρόνια της μεταπολίτευσης στο καλάθι των αχρήστων αν και συχνά στάθηκα κριτικά. Σαφώς έγιναν πολλά λάθη. Σαφώς υπήρξαν παραλείψεις που κόστισαν. Δημιουργήθηκε ένα δυσλειτουργικό Κράτος, το ρουσφέτι πήγε σύννεφο, υπήρξαν και υπάρχουν στρεβλώσεις ενώ δεν λησμονώ στιγμή τη διαφθορά ή την εθνική οπισθοχώρηση σε κρίσιμα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Ως άνθρωπος που παρακολουθώ από μέσα τα πολιτικά πράγματα όμως και με τη δυνατότητα ανάλυσης που θέλω να πιστεύω ότι έχω, δεν μπορώ να ρίξω στην πυρά όλη την περίοδο 1974 – 2014. Όχι. Η Ελλάδα δεν έγινε Κράτος επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Πολλά θετικά συνέβησαν στον τόπο μας στα προηγούμενα χρόνια. Ποιος έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ; Όχι βέβαια οι κ.κ. Τσίπρας και Καμμένος. Για την ευημερία των προηγουμένων ετών, την έστω και στρεβλή όμως υπαρκτή πρόοδο ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ φρόντισαν; Για τη μακρά περίοδο ειρήνης αυτά τα 44 χρόνια που είναι σπάνια στην Ελλάδα την ευθύνη ποιος τη φέρει; Αν θέλετε να το πάμε και παρακάτω, η ευθύνη για τα όποια αρνητικά των χρόνων αυτών δεν βαραίνει εξίσου τους συμμετέχοντες στις διακυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και αυτούς της ΝΔ. Η ηθική κατάπτωση φέρει κυρίαρχα τη σφραγίδα του πρώτου κόμματος. Τα περισσότερα σκάνδαλα προέρχονται από τις περιόδους Τσοχατζόπουλου, Μαντέλη και Σία. Με έκπληξη δε παρακολουθώ πολλούς βουλευτές της ΝΔ να μην αντιδρούν όταν οι συνάδελφοι τους του ΣΥΡΙΖΑ τους καταγγέλλουν για «40 χαμένα χρόνια». Κι εκπλήσσομαι πρώτον διότι δεν υπερασπίζονται μια αναπτυξιακή και θετική για τον τόπο πολιτική όλων των κυβερνήσεων της ΝΔ, και δεύτερον διότι ταυτίζονται τόσο πολύ με το ΠΑΣΟΚ. Λίγοι βουλευτές ή εκπρόσωποι της ΝΔ σήμερα επισημαίνουν δημόσια πως «το ΠΑΣΟΚ ξανακυβερνά τον τόπο με τη μορφή του ΣΥΡΙΖΑ». Γιατί δεν επικοινωνούν οι βουλευτές κι εκπρόσωποι της ΝΔ αυτή τη νεκρανάσταση;

Κόμμα …Λάζαρος είναι το ΠΑΣΟΚ.

Ζει τη μετεμψύχωσή του στον ΣΥΡΙΖΑ.

 

LP: Μα και η ΝΔ κυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ. Ο Σαμαράς δεν έκανε έναν ιστορικό συμβιβασμό;

ΔΜ: Δε θα διαφωνήσω. Και πολύ καλά έκανε ο Σαμαράς που έκτισε αυτή την εθνικά επωφελή συμμαχία. Όμως ας δούμε με ποιο ακριβώς ΠΑΣΟΚ συμμάχησε. Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως υπήρξε κι ένα ΠΑΣΟΚ που έδειξε μεγαλύτερη ευθύνη και το οποίο ακόμα και στα χρόνια του ’80 ή του ’90 στεκόταν κριτικά στη σοσιαλμανία και τα σκάνδαλα. Ένα ΠΑΣΟΚ με το οποίο συγκυβέρνησε η ΝΔ κι έβγαλε τον τόπο από πολύ δύσκολες καταστάσεις και που ουδεμία σχέση έχει με αυτό το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου ή του ανδρεοπαπανδρεϊσμού. Με τη Μιμή και τον Μαρούδα ή με τον Κουτσόγιωργα και τον «Τσοβόλα δώστα όλα». Μιλώ για ένα μειοψηφικό κεντρογενές, ένα σοσιαλδημοκρατικό κι όχι εθνικολαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ που τελικά ηττήθηκε από τον παπανδρεϊσμό και το λαϊκιστικό του ρεύμα. Με τον ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν παρουσιάζομαι σκληρός γιατί δεν θέλω να ξαναζήσω όλα αυτά που έφεραν τη χώρα εδώ που την έφεραν. Δεν θέλω να ξαναδώ ένα κομματικοποιημένο και «βαρύ» Κράτος, δεν μπορώ να διανοηθώ πως στον 21ο αιώνα σύμβουλος ενός Έλληνα πρωθυπουργού είναι ένας μπάρμαν, πως διετέλεσε υπουργός Οικονομικών ο Γιάννης Βαρουφάκης και πρόεδρος της Βουλής η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Δεν διανοούμαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που θεωρούν πως δεν πρέπει να υπάρχει διάκριση των εξουσιών και πως μια κυβέρνηση οφείλει να λειτουργεί ημιδικτατορικά. Δεν αντέχω να δω – γιατί πολύ φοβάμαι πως θα τους δω – νέους Τσοχατζόπουλους, καινούργιους Κουτσόγιωργες ή έναν νέο Κοσκωτά. Νέου τύπου συριζοφρουρούς κατά το πρασινοφρουρούς. Κι εν τέλει δεν μου αρέσουν τα ψέματα. Το να λες πως αποτελείς το «καινούργιο» την ώρα που κάνεις ως κυβέρνηση ό,τι παλιότερο υπάρχει. Επίσης δεν συμφωνώ με το αξιακό και πολιτισμικό υπόβαθρο αυτού που λέμε ΠΑΣΟΚ και που σήμερα μετενσαρκώθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το άρπα κόλλα, το βόλεμα, η μετριοκρατία και το βλαχομπαρόκ μου προκαλούν αλλεργία.

 

LP: Σε ό,τι αφορά τη ΝΔ ποια είναι η παρατήρηση σου;

ΔΜ: Η μεγάλη πληγή αυτής της παράταξης είναι ο φατριασμός. Θα θυμίσω πως παρ’ ολίγον να πέσει η κυβέρνηση Σαμαρά επειδή κάποιοι βουλευτές διαφωνούσαν με το νομοσχέδιο για την ημερομηνία λήξης του …γάλακτος! Έλεος! Βλέπουμε αντιθέτως τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ αδιαμαρτύρητα να ψηφίζουν μειώσεις συντάξεων, περικοπές στο αφορολόγητο και κάθε είδους ακραίο μέτρο και να μην ανοίγει μύτη. Δεν αντέχω λοιπόν να ακούω για Καραμανλικούς, Μητσοτακικούς, Σαμαρικούς. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της παράταξης. Η διαίρεση και η αμφισβήτηση. Ο καθένας από τους πολιτικούς ηγέτες που σηματοδοτούν με το όνομα τους μια εποχή ίσως και περισσότερες, άφησε ξεχωριστό στίγμα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τοποθέτησε τη χώρα στην Ευρώπη και βοήθησε στην ομαλοποίηση του πολιτικού βίου. Κατ’ εμέ επέδειξε πολύ σημαντικό έργο και στην πρώτη του πρωθυπουργική θητεία στα τέλη του ’50 και τις αρχές του ’60, βοηθώντας τον τόπο να εκβιομηχανιστεί, να αναπτυχθεί, να επιτύχει ένα πρωτόγνωρο οικονομικό θαύμα. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είπε αλήθειες, είδε την αριστερά από άλλο πρίσμα, επιχείρησε να σταματήσει τη λαίλαπα του λαϊκισμού και οι πολιτικές του μνημονεύονται έως τώρα. Ποιος μίλησε πρώτος για ιδιωτικοποιήσεις ή για σμίκρυνση του Κράτους; Ο Κώστας Καραμανλής υπήρξε στρατηγικός. Άνοιξε διαύλους με τις αναδυόμενες οικονομίες του πλανήτη, έδωσε το έναυσμα των πρώτων αποκρατικοποιήσεων κόντρα σε ένα ισχυρό τότε συνδικαλιστικό κίνημα που αρνούνταν τα πάντα, επιδίωξε συγκρούσεις με κατεστημένα. Ο Αντώνης Σαμαράς κράτησε όρθια τη χώρα όταν οδηγούμασταν στον γκρεμό και πραγματοποίησε με τη σειρά του έναν ιστορικό συμβιβασμό που θα αποτιμηθεί πολλά χρόνια μετά ως θετικός, συγκυβερνώντας με το ΠΑΣΟΚ. Υπήρξε ένας αστός πολιτικός που έκανε συγκρούσεις εκεί που μπορούσε και που αδικήθηκε όσο λίγοι στην πολιτική ιστορία του τόπου. Έδειξε αυτοθυσία, πρώτος προχώρησε τις πολιτικές εκείνες που σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ διαφημίζει τάχα σαν δικές του και έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά.

 

LP: …και ο Κυριάκος Μητσοτάκης;

ΔΜ: Ο πρόεδρος της ΝΔ έχει μπροστά του μια ιστορική ευκαιρία να χαράξει το δρόμο της μοντέρνας Ελλάδας. Μιας χώρας που θα ανήκει στον 21ο αιώνα και δεν θα κοπιάρει τα αρνητικά του 20ου. Μιλώ για ένα σύγχρονο Κράτος, για μια χώρα που θα αισθανόμαστε υπερήφανοι. Θεωρώ θετικό τον τρόπο που πολιτεύτηκε στις εσωκομματικές εκλογές ενώ πιστεύω πως η επένδυση του στις καθαρές απόψεις και λύσεις κι όχι στις παροχές που ακούγονται ωραίες όμως κατόπιν διαψεύδονται θα ανταμειφθεί. Η Ελλάδα χρειάζεται πρωθυπουργό που να λέει αλήθειες. Είναι αυτό που έγραφε ο Χρήστος Πασσαλάρης στο βιβλίο του «την αλήθεια κι ας πονάει». Ο ελληνικός λαός πρέπει να περάσει σε μια φάση ωρίμανσης. Να επιβραβεύει το πραγματικό και να μην επενδύει στους ψεύτες. Βλέπω λοιπόν τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως έναν ηγέτη εκ διαμέτρου αντίθετο με τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι για εμένα κάτι σαν τη σύγκριση του ασώτου, με τον συνετό υιό. Ο πρωθυπουργός  πραγματοποιεί το ένα λάθος πίσω από το άλλο. Σαν να τρώει την πατρική περιουσία και να μας κοροϊδεύει κι από πάνω. Θέλω να πιστεύω πως ο Κυριάκος θα βάλει μια τάξη στο σπιτικό που λέγεται Ελλάδα σαν πιο συνετός που είναι. Αν δεν γίνει αυτό, τότε η χώρα θα περάσει μεγάλες περιπέτειες. Βέβαια δεν σας κρύβω πως η αντιπαράθεση με έναν ηγέτη θρασύ, έναν ηγέτη «πιάτσας» ίσως και να χρειάζεται και θράσος. Ίσως χρειάζεται και μια αντιπαράθεση με όρους «πιάτσας». Όμως δημοσκοπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβεβαιώνεται κι ας προσπαθούν τα κέντρα του Μαξίμου να μεταφέρουν μια διαφορετική εικόνα.

 

LP: Τι εννοείς;

ΔΜ: Με κουράζει η γκρίνια για την γκρίνια. Η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση. Δεν κατανοώ όλους εκείνους που σε κάθε παρέμβαση, σε κάθε δήλωση, σε κάθε ομιλία βρίσκουν κάτι κακό να πουν. Κι αυτό να ξέρεις δεν αφορά μόνο τον Μητσοτάκη. Είναι πάγια κατάσταση στη ΝΔ. Κάθε ηγέτης της αμφισβητείται όταν είναι εν δράση κι αποθεώνεται όταν φεύγει. Τα ίδια συνέβησαν πρόσφατα και με τον Σαμαρά. Ο τελευταίος έσωσε τη χώρα και όλοι γκρίνιαζαν γιατί τα μαγαζιά θα άνοιγαν τις Κυριακές! Σήμερα που ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τρισχειρότερα, όλοι κάνουν την κότα. Τί παραπάνω λοιπόν να κάνει ο Μητσοτάκης; Από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ το κόμμα κινείται με διαφορές ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ της τάξης του 15% έως 10%. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ σε καμία δημοσκόπηση δεν ξεπερνά το 20%. Δεν υπάρχει προηγούμενο που εν ενεργεία πρωθυπουργός στις δημοσκοπήσεις να χάνει στον δείκτη καταλληλότητας από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τι δηλαδή θα έπρεπε να κάνει ο Μητσοτάκης για να αφήσει ευχαριστημένο το κομματικό ακροατήριο; Να «ρίχνει» 150% διαφορά στον Τσίπρα; Ε αυτό δεν γίνεται. Πέραν των λογικών και υπαρκτών λαθών λοιπόν, νομίζω πως ο άνθρωπος τη δουλειά του την κάνει. Είναι πρώτος, έχει δημιουργήσει προσδοκία και κανένας δεν μιλά για νίκη Τσίπρα. Η κριτική για την κριτική δεν βοηθά.

 

LP: Ναι αλλά υπάρχει και μια συζήτηση για τα εθνικά ζητήματα με γνώμονα το Μακεδονικό. Σε παρακολουθούμε τηλεοπτικά και στην αρθογραφία σου να κρατάς ξεκάθαρη στάση κατά της λύσης με σύνθετη ονομασία.

ΔΜ: Αυτό που με έχει κουράσει είναι η ηττοπάθεια. Η εθνική κακομοιριά. Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι εξελισσόμαστε σε ένα έθνος …καρπαζοεισπρακτόρων; Βαπτίζουμε την αδυναμία μας «πολιτική θέση». Η γενιά μου μεγάλωσε με τις εικόνες της εισβολής του Αττίλα στην Κύπρο. Με το Σισμίκ στο Αιγαίο. Με το κατέβασμα της σημαίας στα Ίμια. Με την προσπάθεια τα Σκόπια να οικειοποιηθούν το όνομα της Μακεδονίας. Έχεις αναλογιστεί πως στον 20ο αιώνα βιώσαμε τον εξαφανισμό του ελληνισμού στη Μικρά Ασία, την απώλεια του 1/3 της Κύπρου και τώρα κάποιοι διαπραγματεύονται και για τη Μακεδονία; Έχει έλθει η ώρα μιας αφύπνισης λοιπόν. Και δεν μιλώ από στείρα εθνικιστική σκοπιά. Κάθε σοβαρή χώρα έχει ένα σχέδιο υπεράσπισης των δικαίων της. Δεν μπορεί διαρκώς η Ελλάδα να υποχωρεί, να χάνει και να βιώνει μετά τραύματα. Πάντως θεωρώ πως η στάση Μητσοτάκη στο όλο θέμα ήταν συνετή. Δεν έπεσε στη λακκούβα που ο Τσίπρας του ετοίμαζε. Το τρία στα τρία που ζητά είναι σωστό. Και προσοχή: ως προς την ονομασία μιλά για «μίνιμουμ» όσον αφορά το τι έγινε στο Βουκουρέστι το 2008. Αντιθέτως ο Αλέξης Τσίπρας είναι που θα πρέπει να δικαιολογήσει στο όποιο βορειοελλαδίτικο κοινό έχει, τί είδους διαπραγμάτευση κάνει. Αυτός θα πρέπει να εξηγήσει γιατί οι βουλευτές του αναφέρουν τα Σκόπια ως Μακεδονία. Αυτός πρέπει να απολογηθεί για τις αποστάσεις που πήρε και για το εμπάργκο που επέβαλλε στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε τη στάση ευθύνης των πολιτικών που διαχειρίστηκαν το όλο ζήτημα. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν βγήκε να πανηγυρίσει. Παρά την πολιτική απομόνωση ετών που είχε εξαιτίας του θέματος της Μακεδονίας, δεν δημιούργησε ζητήματα αν και δικαιώθηκε. Ο Κώστας Καραμανλής έμεινε σε εθνική στάση. Ποια άραγε ήταν η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτό το μείζον θέμα;

 

LP: Ακούγεται Δημήτρη οτι θα είσαι υποψήφιος με τη ΝΔ στη Β’ Πειραιά. Τι απαντάς;

ΔΜ: Το ότι είμαι Πειραιώτης και ότι ζω σε αυτήν περιοχή όλη μου τη ζωή είναι γνωστό. Η άποψη που έχω για τα πολιτικά πράγματα της χώρας είναι επίσης γνωστή σε όσους με παρακολουθούν. Θα το ξαναπώ. Θεωρώ εαυτόν περισσότερο έναν μαχητή κατά του λαϊκισμού, ένα δημοσιογράφο με ξεκάθαρο προσανατολισμό και θέαση των πραγμάτων. Από εκεί και πέρα κάθε πολίτης έχει υποχρέωση από όποιο πόστο κι αν βρίσκεται να δίνει τον αγώνα του για να μη βρεθεί ξανά η χώρα σε αδιέξοδο. Το οφείλουμε στα παιδιά και στους γονείς μας. Στην ιστορία του τόπου μας. Εγώ σήμερα υπηρετώ αυτό τον σκοπό ως δημοσιογράφος. Δεν είναι θέμα υποψηφιότητας ή όχι. Αυτό ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο πολίτη. Είναι θέμα ατομικής ευθύνης και τοποθέτησης στα πράγματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *