Κάτι περίεργο συμβαίνει με την ελληνική οικονομία

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος

Τέτοιον καιρό, πριν έναν χρόνο, όταν οι κυβερνητικές προβλέψεις διέβλεπαν ανάπτυξη 2,7%, είχα αρθρογραφήσει στο Από που θα έρθει η ανάπτυξη; εξηγώντας τους λόγους που στην καλύτερη περίπτωση ο πήχης θα έμπαινε κάπου ανάμεσα στο 1,5% και το 2%, όπως και τελικά θα συμβεί. Με την πρόσφατη κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού η κυβέρνηση μοιάζει ήδη πολύ πιο συγκρατημένη. Από το 3,1% που ήταν η περσινή προβολή για το 2018, έχει ήδη ρίξει τις προσδοκίες στο 2,4%. Μια πιο ορθολογική προσέγγιση θα έθετε τον στόχο μετά βίας στο 2%.

Ένας στόχος δύσκολος μέσα στο γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας για το κλείσιμο της αξιολόγησης, το στοίχημα της εξόδου στις αγορές, την δυνατότητα κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, το μέλλον του τραπεζικού τομέα, τις αμφιταλαντεύσεις σε επενδυτικό επίπεδο, την αξιοποίηση του αναπτυξιακού πακέτου Γιουνκέρ. Όλα αυτά υπό την αίρεση των εκλογών εντός της χρονιάς. Καίριο ρόλο θα παίξουν και οι γενικότερες πολιτικές εξελίξεις στην Ε.Ε., η συνέχιση της ποσοτικής χαλάρωσης, οι νομισματικές και επιτοκιακές πολιτικές.

Αν και αποφεύγεται ο περσινός ενθουσιασμός για μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (προφανώς λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση της αύξησης του ΦΠΑ σε βασικά είδη!) που φαίνονταν εξαρχής ότι δεν στηρίζονταν σε καμιά θεμελιώδη ένδειξη, όπως και οι περσινές προβλέψεις, έτσι και φέτος, η αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης στηρίζεται κυρίως στην εκτίναξη του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (κοινώς στις επενδύσεις) κατά… 12,5%.

Ακόμη λοιπόν κι αν παραβλέψουμε το αντιφατικό στοιχείο της περαιτέρω (πόσο πια;) συρρίκνωσης των δημοσίων επενδύσεων, προσπαθεί κανείς να αντιληφθεί με ποιο τρόπο θα ανακτηθεί τόσο σύντομα η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Πόσο θα αντέχει ο τουριστικός τομέας να στηρίζει την βελτίωση των συνολικών μεγεθών; Παραβλέπουμε ότι η επόμενη χρονιά θα φέρει αύξηση του ΦΠΑ σε 32 νησιά του Αιγαίου καθώς και επιβολή φόρου διαμονής σε ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Σε μια ήδη σχετικά ακριβή αγορά, ενίοτε με όχι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, οι επιπρόσθετες επιβαρύνσεις είναι πολύ πιθανό να προκύψουν πιέσεις στην συνεχή ανοδική πορεία.

Περιπτώσεις όπως αυτή του Ελληνικού δημιουργούν αλγεινές εντυπώσεις επειδή αποδεικνύουν την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα σοβαρά επιχειρηματικά πλάνα. Σχεδόν δυο δεκαετίες συζητιέται η αξιοποίηση του χώρου αλλά δεν μπορούσε να έχει οριστεί ο ακριβής αρχαιολογικός χώρος και οι όροι επίβλεψης των εκσκαφών ώστε να γνωρίζει από πριν όποιος καταθέτει μια επενδυτική πρόταση πως ακριβώς θα πρέπει εξαρχής να διαχειριστεί την κατάσταση.

Υ.Γ. Η βραδυφλεγής βόμβα ακούει στο όνομα τραπεζικό σύστημα. Αν δεν ολοκληρωθεί η αποδέσμευση από το αγκάθι των “κόκκινων” δανείων και χρειαστεί νέα ανακεφαλαιοποίηση, η ανασφάλεια θα επανέλθει εντονότερη στην αγορά και πολλά φιλόδοξα σχέδια θα μείνουν στα συρτάρια των επιχειρηματιών.

Είναι λοιπόν τόσο καταδικαστέα η πώληση τέτοιων δανείων σε funds έστω και στο 3% της αρχικής αξίας; Αν δεν έχει γίνει ειλικρινής και επίμονη προσπάθεια συνεργασίας με τους δανειολήπτες, τότε ναι. Αν όμως έχουν εξαντληθεί τα όρια και πλέον αναφερόμαστε σε δάνεια με μηδαμινές πιθανότητες να αποπληρωθεί έστω κι ένα ελάχιστο μέρος τους (χρεοκοπημένες εταιρίες, ανέργους κλπ) το να δοθεί η διερεύνηση της πιθανότητας οποιουδήποτε κέρδους, σαν σε ψύλλο στα άχυρα, σε κάποιον τρίτο ενισχύοντας την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών τότε μάλλον πρόκειται για μια λυτρωτική κίνηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *