Καταλωνία Ι: Έθνη και ψευδοέθνη

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός

Οι σύγχρονες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο φανερώνουν δίχως αμφιβολία ότι οι εθνικές και εθνοτικές διαφορές όχι μόνο δεν αποτελούν παρελθόν, αλλά αντίθετα είναι και θα παραμείνουν για καιρό ο σοβαρότερος ίσως παράγοντας παραγωγής εντάσεων και συγκρούσεων. Ακόμα και στην Ευρώπη, όπου η διεθνική-διακρατική επικοινωνία και συνεννόηση έχει αποκτήσει πρωτόγνωρη εμβάθυνση, ανακύπτουν ζητήματα διμερούς αλλά και ενδοκρατικής οξύτητας πάνω στη βάση τέτοιων διαφορών και το πιο πρόσφατο και σαφώς φλέγον τέτοιο ζήτημα είναι αυτό της Καταλωνίας. Τα γεγονότα είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να υπομνησθούν. Οι εξελίξεις τρέχουν ραγδαία και το επόμενο διάστημα θα εξελιχθεί η κύρια φάση αυτού του πολιτικού δράματος, οι ρίζες του οποίου είναι βαθιά στον ιστορικό χρόνο.

Οι Καταλανοί δεν είναι έθνος. Πολλοί από αυτούς θα ήθελαν και έχουν πειστεί ότι είναι, ένα μέρος της πολιτικής τους ελίτ σίγουρα από φανατισμό ή σκοπιμότητα τους λέει ότι είναι, όμως δεν είναι. Η συγκρότηση της εθνικής συνείδησης δεν είναι ζήτημα διαλεκτικής ιδιαιτερότητας, τοπικιστικού εγωισμού ή πολύ περισσότερο οικονομικής διαφοροποίησης. Θα ήθελαν, λοιπόν, να είναι έθνος, αλλά δεν είναι. Και γιατί έχει τόση σημασία, θα αναρωτηθεί κάποιος. Μα, γιατί οι ίδιοι οι ηγέτες και οι υποστηρικτές του αποσχιστικού κινήματος προβάλλουν διαρκώς άμεσα ή έμμεσα την “εθνική” τους διαφορετικότητα, ως βάση νομιμοποίησης των διεκδικήσεών τους. Η διαφορετικότητα που επικαλούνται και δεν χάνουν ευκαιρία να υπερτονίσουν, είναι υπαρκτή ασφαλώς. Κάθε διαφορετικότητα δεν συνιστά, όμως, βάση αναγνώρισης μιας εθνικής ταυτότητας.

Η αρχή των εθνοτήτων έχει δουλέψει καλά κι έχει αποδώσει σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά διαμόρφωσε τον χάρτη της σύγχρονης Ευρώπης. Η εποχή, όμως, των μεγάλων δυναστικών απολυταρχιών και των πολυεθνικών αυτοκρατοριών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί από αιώνος. Μετά από τα εθνικά κράτη, η αρχή των εθνοτήτων γέννησε μια σειρά από εθνοκαθάρσεις και βίαιες εκτοπίσεις πληθυσμών, που παρήγαγαν αμέτρητα ανθρώπινα δράματα, αλλά ταυτόχρονα και πολύ πιο ομοιογενείς πληθυσμιακά κρατικές οντότητες, άρα πολύ μεγαλύτερη διεθνή σταθερότητα. Σήμερα, ζούμε ένα νέο κύκλο αναζωπύρωσης εθνικιστικών εντάσεων, με τη διαφορά ότι πλέον τείνουν να εμφανίζονται σε πολιτική μικροκλίμακα, δηλαδή εντός των εθνικών κρατών, οδηγώντας σε φυγόκεντρες τάσεις περιφερειών. Σαφώς, κάθε περίπτωση δεν είναι ίδια, καθεμιά έχει τα δικά της ιδιαίτερα ιστορικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, η επίκληση μεγαλύτερων ή μικρότερων εθνικών/εθνοτικών ιδιαιτεροτήτων δεν συνιστά από μόνη της αιτία ικανή για τη δικαιολόγηση αποσχιστικών ενεργειών. Όταν οι πολιτικές ελευθερίες είναι εγγυημένες και τα ανθρώπινα δικαιώματα τυγχάνουν σεβασμού, όταν οι όποιες πολιτισμικές διαφοροποιήσεις δεν γίνονται αντικείμενο καταπίεσης, αλλά αναγνωρίζονται έμπρακτα, όταν παρέχονται δυνατότητες πολιτικής εκπροσώπησης, τότε δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα απόσχισης στη βάση της συνειδησιακής διαφοροποίησης.

Η δόμηση της ισπανικής εθνικής συνείδησης ανάγεται στον τιτάνιο αγώνα της Reconquista, της ανάκτησης της ιβηρικής χερσονήσου από τους μουσουλμάνους, η οποία εκτείνεται σε οκτώ σχεδόν αιώνες, από την αυγή του δυτικοευρωπαϊκού Μεσαίωνα τον 8ο, ως την αυγή των Νεωτέρων Χρόνων τον 15ο. Εκατοντάδες εκστρατείες, μάχες και πολιορκίες, ποταμοί αίματος και ένα σύμπαν ακατάβλητης πίστης στο δίκαιο του αγώνα, όλα αυτά ένωσαν τους ηγέτες και τους λαούς των διάσπαρτων χριστιανικών κρατιδίων. Η ανάγκη για κατίσχυση στον υπέρ πάντων αγώνα, τους ώθησε να συμπράξουν, έστω και μέσα από ένα πλέγμα καθιερωμένων φεουδαλικών ανταγωνισμών. Έτσι ήρθαν από νωρίς σε συνομιλία, ζύμωση και σύμπραξη με τα σημαντικά χριστιανικά βασίλεια της χερσονήσου οι Καταλανοί, το άλλοτε νοτιοδυτικό προκεχωρημένο ανάχωμα της δυναστείας των Καρολιδών. Από τον 13ο αιώνα οι Καταλανοί εμπεδωμένο κομμάτι των ισπανικών συσχετισμών, άρρηκτα ουσιαστικά δεμένοι και δυναστικά με το Βασίλειο της Αραγώνας. Το ισπανικό έθνος είναι και δικό τους, όσο είναι ακόμα και των πιο βέρων Καστιλλιάνων.

Ο λαός της Καταλωνίας ζει στα πλαίσια ενός σύγχρονου, δημοκρατικού κράτους, το οποίο του είχε παράσχει μέχρι τώρα ευρεία αυτονομία. Η πολιτισμική του ιδιοπροσωπία γίνεται σεβαστή, τίποτα δεν καταπιέζει τη χρήση και καλλιέργεια της καταλανικής γλώσσας και ταυτότητας. Η ελεύθερη συλλογική έκφραση σε τοπικό και εθνικό επίπεδο είναι εγγυημένη συνταγματικά. Ιστορικά, πολιτισμικά, πολιτικά, κοινωνικά είναι εντεταγμένος πλήρως στον ισπανικό εθνικό κορμό. Κι όμως, αυτά δεν είναι αρκετά. Τι είναι αυτό που ζητούν όσοι υποστηρίζουν το αποσχιστικό αίτημα; Να συγκροτήσουν ανεξάρτητο κράτος, το οποίο να αναγνωριστεί διεθνώς. Δηλαδή, εν ολίγοις να αποκτήσουν πλήρη δημοσιονομικό και πολιτικό έλεγχο της περιφέρειάς τους. Το μέρος της τοπικής πολιτικής ελίτ που μάχεται για αυτή την υπόθεση προπαγανδίζει ταυτόχρονα ότι ο λαός της Καταλωνίας είναι διαχρονικά αδικημένος, γιατί υπήρξε θύμα καταπίεσης από το κεντρικό κράτος -με αποκορύφωμα την περίοδο της δικτατορίας Φράνκο- και γιατί συνεισφέρει στην ισπανική οικονομία περισσότερα από όσα απολαμβάνει.

Το σχήμα αυτό της αυτοθυματοποίησης είναι, ίσως, λαϊκιστικά αποδοτικό, πλην όμως αποδεικνύεται πολλαπλά προβληματικό κάτω από ορθολογική εξέταση. Αφ’ενός δεν υπάρχουν ποτέ και πουθενά σταθεροί θύτες και σταθερά θύματα στην ιστορία, η συλλογική δράση των κοινωνικών συνόλων είναι πάντοτε πολύ πιο πολύπλευρη από απλά μανιχαϊστικά σχήματα καλού-κακού. Έπειτα, η καταπίεση της εθνοτικής ταυτότητας των Καταλανών από το φρανκικό καθεστώς, δεν δημιουργεί συνθήκες εξαιρετισμού, είναι πολύ συχνό φαινόμενο στην ευρωπαϊκή ιστορία η μεθοδευμένη προσπάθεια κεντρικών κρατικών αρχών να αμβλύνουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες διακριτών πληθυσμιακών ομάδων. Ακόμα πιο πέρα, η ίδια η οικονομική άνθηση της Καταλωνίας είναι αποτέλεσμα ακριβώς των επιλογών του ισπανικού κράτους, καθώς επελέγη ως βασική περιοχή προγραμματισμένης βιομηχανικής ανάπτυξης την περίοδο του φρανκισμού, ενώ στα μεταδικτατορικά χρόνια, τεράστια ήταν η ώθηση που δέχθηκε με την επιλογή της για τη διεκδίκηση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1992. Άρα, δεν είναι πολύ βάσιμο να γίνεται, ταυτόχρονα και για τον ίδιο σκοπό, επίκληση των δεινών που έχει προκαλέσει στην περιοχή το σκληρό πρόσωπο του ισπανικού κράτους από τη μία και τα αποτελέσματα των ευεργετικών του για την ίδια περιοχή επιλογών από την άλλη.

Το νοηματικό κλειδί όλης αυτής της ψευδοεθνικιστικής έξαρσης, λοιπόν, είναι η μικροπολιτική και λαϊκιστική πολιτική μιας ετερόκλητης συμμαχίας φανατικών και οπορτουνιστών που κλήθηκε να κυβερνήσει σε τοπικό επίπεδο. Το στρατόπεδο του αριβίστα Κάρλες Πουτσδεμόν ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για άλλα πράγματα, παρά για το πραγματικό όφελος της Καταλωνίας. Γνωρίζουν ότι δεν διαθέτουν αληθινή πλειοψηφία στην κοινωνική βάση της περιφέρειάς τους για το βήμα της ανεξαρτησίας, γι’ αυτό και αποφεύγουν να αναμετρηθούν σε εκλογές. Επέλεξαν την οδό της ευθείας σύγκρουσης με την συνταγματική τάξη στην προσπάθειά τους να βρουν πολιτική διέξοδο, όταν η πολιτική της έντασης τους οδήγησε σε αδιέξοδο, για να εξασφαλίσουν ελπίδα πολιτικής επιβίωσης. Η σημαία της δημοσιονομικής ελευθερίας και της πολιτικής δικαιοσύνης που ανεμίζουν, δεν φτάνει για να καλύψει την ψευδή τους αγωνιστική συνείδηση. Η τοπική κυβέρνηση αυτής της εύπορης περιφέρειας αντιμετωπίζει τα ίδια και χειρότερα δημοσιονομικά προβλήματα με την κεντρική, ενώ είναι πολλαπλά εκτεθειμένη με σκάνδαλα διαφθοράς ίδια και χειρότερα από αυτά του κυβερνώντος την Ισπανία Λαϊκού Κόμματος. Τον μόνο, λοιπόν, που μπορούν να πείσουν οι αποσχιστές είναι μια ευρεία μειοψηφία των συμπολιτών τους, που για διάφορους λόγους μαγεύεται από το φάσμα της ανεξαρτησίας.

Η κατάληξη αυτής της υπόθεσης δεν θα φέρει τίποτε καλό για την Καταλωνία, τουλάχιστον όχι κάτι που δεν θα κέρδιζε πολύ πιο ανέξοδα με άλλα πολιτικά μέσα. Ήδη η κατάσταση είναι πολιτικά εκτός ελέγχου, ενώ οικονομικά τα σύννεφα που μαζεύονται είναι πολύ δυσοίωνα. Τίποτε από τα παραπάνω δεν φαίνεται να πτοεί αρκετά τους πολιτικούς τυχοδιώκτες της Βαρκελώνης. Ας ελπίσουμε ότι η ζοφερή κατάσταση που έχει κιόλας διαμορφωθεί, θα ενεργοποιήσει ουσιαστικές κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες θα ακυρώσουν στην πράξη αυτό το επικίνδυνο και αντιλαϊκό στην πραγματική του διάσταση πολιτικό παιχνίδι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *