Κατά το δωρικόν πνεύμα σκεπτόμενοι και ενεργούντες

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κομνηνός

Η Ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε διερευνητικές επαφές με το τουρκικό κράτος, πέφτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην παγίδα της Άγκυρας και δίνοντας αφορμή στον ξένο παράγοντα (τον τόσο καθοριστικό για την εξέλιξη του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος στην χώρα μας ήδη από την εποχή της απελευθερώσεως) την ευκαιρία να αρνηθεί την επιβολή κυρώσεων στον ταραξία της Ανατολικής Μεσογείου.

Κάτω, λοιπόν, από τις υπάρχουσες συνθήκες, τις τόσο πιεστικές, τίθενται πολλά ερωτήματα αναφορικώς με την τακτική, που οφείλουμε να ακολουθήσουμε ως έθνος ώστε να επιβιώσουμε και να εξελιχθούμε. Το κύριο, ωστόσο, και το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για να αποφασίσουμε τον τρόπο δράσης μας, είναι να προσδιορίσουμε το πνεύμα, το διέπων την στάση μας και της κινήσεις μας.

Η κατανόηση της ιστορίας θα μας βοηθήσει να αποφασίσουμε περί των παραπάνω, εφόσον η φύση των ανθρώπων δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα ασχέτως των αλλαγών που έχουμε επιφέρει στο εξωτερικό περιβάλλον κάποιες σταθερές παραμένουν και ως φαίνεται θα συνεχίσουν. Θεωρώ αναγκαία ως εκ τούτου την αναδρομή σε δύο πολύ διδαχτικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας: την Ελληνική Επανάσταση και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.

Η Ελληνική Επανάσταση

Οι επαναστατήσαντες Έλληνες το 1821 διακατέχονταν υπό πνεύματος δωρικού, δηλαδή αδιάλλακτου και ελευθερόφρονος. Καλύτερη περιγραφή αυτού δεν θα μπορούσε να είναι άλλου από του πρωτοστατήσαντα σε αυτήν Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε πει: «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Μέσα από την θέληση και το πείσμα των ηρωικών προγόνων μας καταφέραμε να απελευθερωθούμε και πειθαναγκάσαμε την τότε απολυταρχική Ευρώπη της Ιεράς Συμμαχίας, που με πολύ δυσπιστία αν όχι εχθρότητα αντιμετώπιζε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, να επιτρέψει την πραγμάτωση του δικού μας έθνους – κράτους. Πολύ παραστατικός ως προς αυτά είναι ο Χαρίλαος Μελετόπουλος, γράφων: «…ούτω δε διά της καρτερίας του λαού, διά του ηρωισμού αυτού τε και των πολιτικών και των πολεμικών αρχηγών εξηνάγκασε την Ευρώπην να μεταβή από της δυσμενείας εις την αδιαφορίαν, από της αφιαφορίας εις την ευμένειαν, από της ευμενείας εις την υπέρ αυτής δράσης».

Η ένωση της Ελλάδος με τα Επτάνησα

Το 1815 ιδρύθηκε το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων, το οποίο ήταν προτεκτοράτο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1858, ωστόσο, το κοινοβούλιο του ψήφισε την ένωση με την Ελλάδα, η οποία και απερρίφθη. Αλλά χάρη στην επιμονή και αδιαλλαξία των κατοίκων δεν άργησε η ώρα της ένωσης το 1864. Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατεθεί η περιγραφή του Χαρίλαου Μελετόπουλου: « Η Βρετανική κυβέρνησις, πιεζομένη εκ της μεγάλης εκείνης εκδηλώσεως ολόκληρου λαού, απέστειλεν εις Επτάνησον τον Γλάδστον έκτακτον αρμοστήν, ινά εξετάση με το του τόπου φρόνημα, πειραθή δε διά μεταρρυθμίσεων να ικανοποιήση τους Επτανησίους, και κατευνάση τον σάλον, ούτω δε η Αγγλία αποφύγη την ζητούμενην ένωσιν. Περιήλθε τότε ο Γλάδστον τας νήσους, και υπέσχετο μεν τοις Επτανησίοις πάσαν δυνατήν μεταρρύθμισιν, επειράτο δε να απελπίση αυτούς περί της ενώσεως. Ούτως εν Ζακύνθω απαντών εις επιτροπείαν προεδρευόμενην υπό του γεραρού αρχιεπισκόπου Κοκκίνη, είποντος αυτώ ότι ο μόνος πόθος του λαού ήτο η μετά της Ελλάδος ένωσις, δεν εδίστασε να απαντήση τάδε: «Η Ένωσις! είναι όνειρον!». Αλλά πανταχού της Επτανήσου η φωνή – Ζήτω η ένωσις- αντήχει εις τα ώτα του εκτάκτου αρμοστού, επιστρέψας είς Αγγλίαν, εδήλωσε εις την κυβέρνησιν αυτού το αληθές φρόνημα του Επτανήσιου λαού και το αναπόφευκτον της ενώσεως».

Κατανοώντας την πραγματικότητα οι Βρετανοί, και όντας εξυπνότατοι φρόντισαν να ικανοποιήσουν το αίτημα του λαού των Επτανήσων, πετυχαίνοντας ως αντιστάθμισμα την άνοδο το 1864 στον ελληνικό θρόνο του Γεωργίου Α’, προσώπου της αρεσκείας τους. Αυτό, όμως, δεν δύναται να επισκιάσει την επιτυχία της ενώσεως.

Σίγουρα ανά τους αιώνες θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε και άλλα παραδείγματα που καταδεικνύουν την υπεροχή και την αξία του δωρικού πνεύματος. Αλλά, εκείνο που αξίζει και στο οποίο οφείλουμε να καταλήξουμε είναι ότι το πνεύμα αυτό σήμερα, καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε πολλές προκλήσεις που μας απειλούν όσο ποτέ άλλοτε, καθίσταται απαραίτητο ώστε να επιβιώσουμε ελεύθεροι και περήφανοι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.