Και τώρα;

Γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης, Συγγραφέας, ποιητής, πρώην δημοσιογράφος

Στο τελευταίο μου σημείωμα, είχα αποφασίσει πως δεν θα ξαναγράψω. Πενήντα χρόνια σ’ αυτόν τον στίβο, ήταν αρκετά. Και θεώρησα, στις 2 Σεπτεμβρίου, πως είχε έρθει η ώρα τής απόσυρσης. Άλλωστε τι μπορεί να προσφέρει, πλέον, η αρθρογραφία, όταν όλα έχουν γίνει εικόνα και το διαδίκτυο δίνει την δυνατότητα, σε όποια φωνή θέλει, να ακουστεί (διαβαστεί);

Όμως, όσα ζήσαμε και ζούμε, με ωθούν, σε βαθμό βασανιστικό, να καταθέσω κάποιες σκέψεις μου, δυσάρεστες βεβαίως, για τις οποίες δεν έχω καμιά βεβαιότητα ότι κινούνται σε σωστή τροχιά, αλλά είμαι και απόλυτα σίγουρος πως δεν θα προσφέρουν και κάτι σημαντικό στον παραλογισμό που βιώνουμε.

Στα μέσα τού χειμώνα, που πέρασε, βρεθήκαμε αιφνιδιαστικά μπροστά στην νέα νόσο. Ο τρόμος άρχισε ν’ απλώνεται από την Κίνα, με μια εκπληκτική ταχύτητα, σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Οι δυνατότητες της ηλεκτρονικής επικοινωνίας τον έφερναν όπου και να βρισκόμασταν. Στο σαλόνι τού σπιτιού μας, στο αυτοκίνητό μας, στους εργασιακούς χώρους. Βλέπαμε φέρετρα, γιατρούς σε απόγνωση, πόλεις που ερήμωναν.

Έναν αιώνα πριν, όταν είχε βιώσει η ανθρωπότητα την τελευταία, αυτού του είδους πανδημία, ο άνθρωπος δεν είχε αυτήν την άμεση πληροφόρηση. Μάθαινε τι συνέβαινε στο χωριό του, στο διπλανό χωριό, σχεδόν άμεσα, αλλά το τι είχε συμβεί κάποια χιλιόμετρα μακριά, είτε το μάθαινε με μεγάλη καθυστέρηση, είτε καθόλου. Ο θάνατος, δηλαδή, αφορούσε μια στενή κοινωνία με γεωγραφικά όρια. Ήταν κάτι σαν οικογενειακή υπόθεση. Αν κάτι συνέβαινε στην Λαμία, ούτε καν έφτανε ως είδηση στην Κοζάνη. Πόσο μάλλον αν αυτό είχε συμβεί σε μια γερμανική κωμόπολη.

Όμως, στο τέλος τού φετινού χειμώνα και κατά την διάρκεια της άνοιξης, όλα ήταν διαφορετικά.

Κάποιοι μιλούσαν για πόλεμο, χωρίς βέβαια να έχουν το βίωμα του πολέμου, αφού οι τελευταία νεκροί του έχουν καταγραφεί πριν εβδομήντα χρόνια. Πρέπει να είναι κάποιος κοντά στα ενενήντα του για να έχει αντίληψη πολέμου, ή να έχει ζήσει σε εμπόλεμες περιοχές, όπως η τέως Γιουγκοσλαβία.

Πόλεμος δεν ήταν, ούτε είναι. Στον πόλεμο ο άνθρωπος δεν έχει την δυνατότητα να αποφύγει τον θάνατο, αλλά ούτε και ανθίσει το παραμικρό χαμόγελο στα χείλη του. Ακούει το σφύριγμα της σφαίρας ή της βόμβας που δεν προορίζεται για τον ίδιο. Αυτήν που προορίζεται γι’ αυτόν, δεν προλαβαίνει να την ακούσει. Στον πόλεμο ο θάνατος δεν περιορίζεται με την λογική.

Τι είναι ο ιός; Είναι μια τρομερή απειλή κατά της υγείας, που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια και της ίδιας της ζωής. Μια απειλή, που όλα μέχρι στιγμής δείχνουν, πως μπορεί να περιοριστεί με την επικράτηση της σωφροσύνης και της λογικής.

Παρά τα όσα βιώσαμε κατά τους μήνες που πέρασαν, η απουσία τής σωφροσύνης ήταν εμφανής. Γρήγορα ξεχάστηκαν οδηγίες και παραινέσεις. Με το πρόσχημα πως οι ειδικοί επιστήμονες «άλλα έλεγαν χθες, άλλα λένε σήμερα», ξαναγυρίσαμε σε μια κανονικότητα που δεν ήθελε να στερηθεί τίποτα.

Δεν λάβαμε υπ’ όψιν μας πως, και οι επιστήμονες πάλευαν με κάτι το άγνωστο και πως κάθε μέρα όλο και κάτι μάθαιναν, που μπορεί να ανέτρεπε την προηγούμενη γνώση.

Δεν θελήσαμε να μάθουμε πόσα χρόνια έρευνας έχουν απαιτηθεί για να καταπολεμηθούν άλλες αρρώστιες, που επισκέφθηκαν κατά καιρούς την ανθρωπότητα. Πόσα χρόνια χρειάστηκαν για την καταπολέμηση της χολέρας ή της φυματίωσης, για παράδειγμα. Ή για την αντιμετώπιση του διαβήτη; Ή, πόσα χρόνια χρειάστηκαν για την καταπολέμηση του AIDS, για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας στράφηκε εναντίον τους. Ένα άλλο μέρος άρχισε να υφαίνει θεωρίες συνωμοσίας. Αόρατες δυνάμεις που ήθελαν να καθυποτάξουν την ελευθερία τού ατόμου, βρίσκονταν πίσω από όλα. Ακόμα και έτσι να ήταν, δεν φροντίσαμε, ως κοινωνίες να αμυνθούμε απέναντι σ’ αυτές τις «αόρατες δυνάμεις».

Και φτάσαμε εδώ. Προχθές οι νεκροί ήταν τρεις, χθες ήταν δέκα, σήμερα ξεπέρασαν τους τριάντα. Ίσως αύριο ακούσουμε για πενήντα. Μεθαύριο για εκατό. Παρά ταύτα, τις τελευταίες βραδιές πριν το ολοκληρωτικό απαγορευτικό, το γλεντήσαμε. Ξορκίσαμε το κακό αγκαλιασμένοι, ψύχραιμοι μέσα στην ελαφρότητά μας. Όλοι μας; Όχι βεβαίως. Πάντως όχι και λίγοι. Ποιοι; Τι σημασία έχει; Τώρα που μάθαμε πως το κακό δεν έχει διακρίσεις, καλύτερα να χρησιμοποιούμε το «εμείς», παρά το «εκείνοι κι εμείς», που οδηγεί σε εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις.

Και τώρα;

Τίποτα. Καμιά γνώση δεν οδηγεί σε αυτοέλεγχο. Από όλους, όσοι συνειδητά αγνοούν ή περιφρονούν τον κίνδυνο, αρθρώνεται και μια δικαιολογία. Φτηνή βέβαια, ωστόσο αρθρώνεται. Η εριστικότητα συνεχίζει να κάνει περίπατο στις ατραπούς τής ζωής μας. Το πρόσκαιρο συμφέρον επίσης. Ο ισχυρισμός τού άτρωτου, ακόμα περισσότερο. Για πολλούς έχει αιτία την μείωση ή και την στέρηση του μεροκάματου. Για άλλους την διασκέδαση. Για κάποιους τον ναρκισσισμό. Ο καθένας με την δική του θεωρία και την δική του ερμηνεία. Στο μεταξύ ο ιός καλπάζει θριαμβευτικά, ταξιδεύει με δελτίο ελευθέρας διόδου στις ζωές μας.

Κάποιοι ρίχνουν ευθύνες στον πρωθυπουργό, που ποτέ δεν είπε πως ο κίνδυνος πέρασε. Κάποιοι στους γιατρούς, που ποτέ δεν υποσχέθηκαν ότι μπορούν να σώσουν τις ζωές μας απ’ αυτήν την απειλή. Μόνο στον εαυτό τους δεν εντοπίζουν ευθύνες. Αυτό είναι το δράμα μας.

Πάντα κάποιος άλλος φταίει.

Και τώρα;

Και τώρα!

Τους καθρέπτες τούς έχουμε μόνο για να κοιτάζουμε το πρόσωπό μας, ποτέ πίσω και κάτω απ’ αυτό.

Την οδύνη θα την γευτούμε με το κουταλάκι, χωρίς να αντιληφθούμε ότι πιο βαθιά από τα βαθύτερα υπάρχουν οι τεράστιες ευθύνες τού καθενός μας.

LarissaPress

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.