Ηνωμένες Πολιτείες: Η ολική επαναφορά του πολιτικού Κέντρου

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

Ίσως το πλέον δυσμενές από τα πολιτικά αποτελέσματα της περιόδου Τραμπ είναι η σχεδόν πλήρης εξάλειψη του αμερικανικού πολιτικού κέντρου. Του κέντρου των μετριοπαθών ρεπουμπλικάνων και των μετριοπαθών Δημοκρατικών που μέχρι πριν λίγα χρόνια δομούσαν ευρύτερες συναινέσεις στην αυτοδιοίκηση, τις τοπικές κυβερνήσεις, τα δύο νομοθετικά σώματα, συχνά ακόμα και στην κεντρική κυβέρνηση.

Στην ουσία οι ομάδες που συγκρούστηκαν με μεσαιωνική βαρβαρότητα τις προηγούμενες εβδομάδες και με αφορμή την αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος από τον Τραμπ, στους δρόμους των αμερικανικών μεγαλουπόλεων δεν έχουν καμία σχέση με τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους και το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό των δύο μεγάλων και ιστορικών κομμάτων.

Από την μία οι υποστηρικτές του Τραμπ. νεοφασίστες και αυτονομιστές, οι περισσότεροι από αυτούς και από την άλλη η μαύρη αδελφότητα μία περιθωριακή και στα βαθύτερα χαρακτηριστικά της ρατσιστική οργάνωση και οι ANTIFA, μία οργάνωση μαζικής τρομοκρατίας.

Η εμφάνιση Τραμπ στα πολιτικά πράγματα συνοδεύτηκε από μία ίσως δίκαιη πολεμική σε βάρος της γραφειοκρατίας της Ουάσιγκτον και του απόλυτα συγκεντρωτικού χαρακτήρα που είχε λάβει τα τελευταία χρόνια.

Όμως ο Τραμπ δόμησε ένα αυστηρά προσωποπαγές, σχεδόν μονοπρόσωπο σύστημα εξουσίας που οργανώθηκε γύρω από τον ίδιο και μέλη της οικογένειας του, φαλκιδεύοντας την αμερικανική Δημοκρατία και τον έντονα αποκεντρωτικό της χαρακτήρα.

Στρατηγική στόχευση του Τραμπ ήταν να αποδώσει απόλυτες εξουσίες στο προεδρικό αξίωμα καταργώντας ταυτόχρονα την αυτονομία των Πολιτειών εξέλιξη που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε και την ανθρωπιστική τραγωδία των 300.000 νεκρών της πανδημίας στις ΗΠΑ.

Για τις ΗΠΑ ίσως πιο επικίνδυνη και από την εξέγερση που προκάλεσε η δολοφονία George Floyd είναι η εξέγερση των Πολιτειών της βορειοανατολικής ακτής, της αρχικής αμερικανικής κοιτίδας της αγγλοσαξονικής παράδοσης. Απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ, καθώς χάραξε μία βαθιά διαιρετική τομή ανάμεσα στην Αμερική της αγγλοσαξονικής παράδοσης των ακτών του Ατλαντικού και μία άλλη θολή, αόριστη και ίσως επικίνδυνη για τις ίδιες τις ΗΠΑ και τον ομοσπονδιακό τους χαρακτήρα που συγκυριακά και μόνο όπως έδειξε το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα βρήκε έκφραση στο πρόσωπο του Τραμπ.

Παράλληλα σταδιακά έγινε εμφανές πως η διακυβέρνηση του απελθόντος Αμερικανού προέδρου σταδιακά υποβίβαζε τις Ηνωμένες Πολιτείες από υπερδύναμη σε περιφερειακή δύναμη ήσσονος σημασίας, περιορισμένη στο δυτικό ημισφαίριο, εκμηδενίζοντας και σχεδόν τις δυνατότητες αμερικανικής παρέμβασης ανά την υφήλιο. Δημιουργώντας ταυτόχρονα τεράστια κενά ασφαλείας που έσπευσαν να καλύψουν τζιχαντιστές, αλλά και αναθεωρητικές δυνάμεις όπως η Κίνα και το γεωστρατηγικό τρίγωνο Ρωσίας, Τουρκίας, Ιράν.
Ενώ εξίσου εμφανές τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν όχι απλά ένα έλλειμμα ηγεσίας αλλά ένα τεράστιο κενό εξουσίας στην Ουάσινγκτον.

Η εκλογή Μπάιντεν ενός μετριοπαθούς πολιτικού της κεντρώας πτέρυγας του Δημοκρατικού κόμματος που σε προηγούμενη περίοδο είχε επικρατήσει της σοσιαλιστικής πτέρυγας του Σάντερς και η σταδιακή αποκήρυξη των πρακτικών Τραμπ από υπουργούς της κυβέρνησης του, επιφανείς ρεπουμπλικάνους, γερουσιαστές, βουλευτές και κυβερνήτες, η αποστασιοποίηση ενός μεγάλου τμήματος της παραδοσιακής βάσης των ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων από την υποψηφιότητα Τραμπ. Σε συνδυασμό με την πρόθεση Μπάιντεν να αξιοποιήσει και ρεπουμπλικάνους στην νέα κυβέρνηση. Επαναφέρουν το κυρίαρχο ζητούμενο για τις πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, την ανασυγκρότηση ενός νέου συναινετικού κέντρου.

Στην βαθύτερη ουσία των πραγμάτων οι πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις διεργασίες στο εσωτερικό των δύο κομμάτων. Η ανασυγκρότηση των ρεπουμπλικάνων περνάει από την πλήρη απαλλαγή τους από το μοντέλο και το πρόσωπο Τραμπ και συνάμα την οριστική απομάκρυνση του “TEA PARTY” από τις γραμμές του GOP. Στους Δημοκρατικούς καίριο ζήτημα είναι η απομόνωση της ακροαριστερής ομάδας Σάντερς, εξέλιξη που ήδη φαίνεται να έχει ήδη δρομολογηθεί από τον πρόεδρο Μπάιντεν που χάραξε σαφή διαχωριστική γραμμή από την σοσιαλιστική πτέρυγα.

Είναι προφανές πως το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και ο τρόπος θεσμικής δόμησης του καθώς ο τρόπος εκλογής του προέδρου, των νομοθετικών σωμάτων αλλά και τον κυβερνητών δεν αφήνει περιθώρια για την δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών που θα μπορέσουν να έχουν επιτυχία. Όπως εξίσου προφανές είναι πως τόσο το αυστηρά μονοπρόσωπο ακροδεξιό κίνημα Τραμπ όπως και η αμερικανική άκρα αριστερά δεν μπορούν να έχουν μαζικά χαρακτηριστικά μακριά από την εκλογική βάση και τους μηχανισμούς Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών αντίστοιχα.

Παρά τις εμμονικές συχνά αντιαμερικανικές κραυγές προηγούμενων περιόδων.

Τα τελευταία χρόνια ο αναχωρητισμός που επικράτησε στην διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ απόδειξε τελικά πόσο σημαντικές είναι οι ΗΠΑ για την διεθνή οικονομία, την διεθνή ασφάλεια και σταθερότητα και γενικά για τις ισορροπίες στον πλανήτη,

Η ιστορία έχει αποδείξει πως η διεθνοπολιτική ισχύς όλων των κρατών και ειδικότερα των μεγάλων δυνάμεων εξαρτάται και από εσωτερικές διεργασίες ενώ η τεχνητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική ουσιαστικά δεν υπάρχει στις εφαρμοσμένες πολιτικές.

Κυρίαρχο ζητούμενο για τον πρόεδρο Μπάιντεν και ευρύτερα για την νέα αμερικανική διακυβέρνηση είναι να αμβλύνει τις αντιθέσεις και τις εσωτερικές εντάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ αλλά και να γεφυρώσουν το χάσμα που προκάλεσε ο προκάτοχος του με παραδοσιακούς εταίρους της Αμερικής στο διεθνές σύστημα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ισραήλ και τα σουνιτικά κράτη του περσικού κόλπου, ανατρέποντας την θεώρηση που νομοτελειακά σχεδόν προκαθόρισε το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.