Ιαπωνία: Από την στρατηγική «προωθημένης άμυνας» στην στρατηγική «ενεργούς άρνησης» (active denial) κατά της Κίνας

Η Ιαπωνία αντιμετωπίζει ένα όλο και πιο δύσκολο περιβάλλον ασφάλειας.

Παρά την τρέχουσα προσοχή των μέσων ενημέρωσης στην Βόρεια Κορέα , η οποία είναι μια πολύ πραγματική αλλά σε μεγάλο βαθμό μονοδιάστατη πυρηνική απειλή, οι Ιάπωνες στρατηγιστές ασχολούνται πρωτίστως με την ευρύτερη και πολυδιάστατη πρόκληση που δημιουργεί η άνοδος της Κίνας και οι εδαφικές της φιλοδοξίες στην Ανατολική Κίνα. Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Shinzo Abe, ήταν πιο προνοητικός όσον αφορά τα θέματα ασφαλείας από τους προκατόχους του. Έχει κινηθεί για να ενισχύσει τις αμυντικές ικανότητες της Ιαπωνίας [2], να αναδιοργανώσει τα θεσμικά της όργανα χάραξης πολιτικών ασφαλείας και να αυξήσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της μετά από μακρά περίοδο περικοπών, ενώ χαλάρωσε κάποιους περιορισμούς για τις στρατιωτικές της δυνάμεις και ενίσχυσε την ικανότητα της Ιαπωνίας στον τομέα των πληροφοριών. Αυτά τα μέτρα, ωστόσο, μπορούν να επιβραδύνουν οριακά μια αλλαγή στην ισορροπία ισχύος. Μια επανεξέταση της στρατιωτικής στρατηγικής, η οποία να προσπαθεί να στηρίξει την αποτροπή ακόμη και εν τη απουσία στρατιωτικής υπεροχής, απαιτείται επειγόντως.

Η σημερινή προσέγγιση της Ιαπωνίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγική «προωθημένης άμυνας» και είναι επικεντρωμένη στην κατανίκηση της επιθετικότητας όσο το δυνατόν γρηγορότερα στα εξωτερικά όρια της ιαπωνικής επικράτειας. Για να εκτελέσει αυτή την στρατηγική, έχει χτίσει παραδοσιακές δυνάμεις ελιγμών που έχουν σχεδιαστεί για να πολεμούν αποφασιστικές μάχες. Αν και η προωθημένη άμυνα ήταν απολύτως λογική κατά την πρώιμη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι μια κακή κατάσταση για ένα εξελισσόμενο περιβάλλον στο οποίο η Κίνα θα απολαμβάνει σημαντικά πλεονεκτήματα κατά την έναρξη μιας σύγκρουσης. Για να μετριάσει την ευάλωτη θέση της, για να εκμεταλλευτεί το πλήρες δυναμικό της συμμαχίας της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να αυξήσει την ικανότητά της να αποτρέψει την Κίνα, η Ιαπωνία πρέπει να στραφεί προς μια στρατηγική «ενεργής άρνησης» (active denial) διατηρώντας μια δύναμη που να μπορεί να επιβιώσει από μια αρχική επίθεση και να συνεχίσει να καταπονεί τις -και να αντιστέκεται στις- δυνάμεις του εχθρού, αρνούμενη έτσι τις γρήγορες, αποφασιστικές νίκες τους και αυξάνοντας τους κινδύνους και το κόστος της στρατιωτικής επιθετικότητας.

Τα τελευταία 20 χρόνια, ο στρατιωτικός εκσυγχρονισμός της Κίνας αύξησε το μέγεθος και την φύση της στρατηγικής πρόκλησης του Πεκίνου για το Τόκιο. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Κίνας έχει αυξηθεί σε συνάρτηση με την οικονομική επέκταση της χώρας, αυξανόμενος κατά 665% από το 1996 έως το 2017 και πλέον αγγίζει το συνολικό ποσό των 153 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Ιαπωνίας, αντιθέτως, αυξήθηκε μόνο κατά 22% κατά την ίδια περίοδο. Στα 47 δισεκατομμύρια δολάρια, είναι τώρα λιγότερο από το ένα τρίτο του μεγέθους εκείνου της Κίνας.

Η ανάπτυξη των δυνατοτήτων της Κίνας στην “αντι-πρόσβαση/άρνηση περιοχής (anti-access/area-denial, A2 / AD), που έχουν σχεδιαστεί για να εμποδίζουν την ροή των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και να περιορίζουν την επιχειρησιακή ελευθερία τους όταν βρίσκονται στο θέατρο [των επιχειρήσεων], δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις. Αυτές οι δυνατότητες περιλαμβάνουν περίπου 40 σύγχρονα υποβρύχια, αντι-δορυφορικά συστήματα και, το σημαντικότερο, ένα μεγάλο και περίπλοκο οπλοστάσιο συμβατικά οπλισμένων πυραύλων. Από τους 1300 συμβατικά οπλισμένους βαλλιστικούς πυραύλους της Κίνας, περίπου 150 με 500 έχουν την εμβέλεια για να επιτύχουν στόχους στην Ιαπωνία, όπως το έχουν και εκατοντάδες πύραυλοι κρουζ που εκτοξεύονται από εδάφους ή από αέρος. Αυτά τα πυραυλικά συστήματα υψηλής ακρίβειας θα μπορούσαν να καταστρέψουν βασικούς κόμβους στην αμυντική υποδομή της Ιαπωνίας, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών βάσεων, αεραμυνών, κόμβων επικοινωνίας και στρατιωτικών λιμένων, βλάπτοντας την ικανότητα του Τόκιο να αντισταθεί στις επιθέσεις κινεζικών αεροπορικών ή/και ναυτικών δυνάμεων.

Πιο πρόσφατα, η Κίνα έχει επίσης αναπτύξει μια τρομερή σειρά δυνάμεων ελιγμών. Διπλασίασε το απόθεμα των σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών της τα τελευταία επτά χρόνια και οι αεροπορικές της δυνάμεις πλέον ξεπερνούν το συνολικό ποσό των ιαπωνικών και τοπικών δυνάμεων των ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένων των αεροσκαφών των ΗΠΑ που έχουν αναπτυχθεί προωθημένα στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ) κατά δύο προς ένα. Δεδομένων των σημερινών ρυθμών κατασκευής, το πλεονέκτημα της Κίνας στα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη είναι πιθανό να αυξηθεί σε τρία προς ένα μέχρι το 2025. Η Κίνα έχει επιταχύνει σημαντικά την παραγωγή των αντιτορπιλικών και μέχρι το 2025 θα λειτουργεί τόσα αντιτορπιλικά όσα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία -και πολύ περισσότερες φρεγάτες. Ο κινεζικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) κινείται επίσης γρήγορα για να αντιμετωπίσει τις εναπομείνασες αδυναμίες του σε τομείς όπως ο ανθυποβρυχιακός πόλεμος, ο εφοδιασμός των πλοίων στην θάλασσα και τα αεροσκάφη μεταφοράς φορτίου και καυσίμων.

Η συνολική ποιότητα των κινεζικών συστημάτων και της εκπαίδευσης  δεν φτάνει στα πρότυπα των ΗΠΑ, αν και η Κίνα έχει περιορίσει το χάσμα σε όλο του το εύρος. Σε περίπτωση επίθεσης σε οποιοδήποτε από τα τέσσερα κύρια νησιά της Ιαπωνίας, οι ιαπωνικές και αμερικανικές δυνάμεις θα απολάμβαναν εγγενή αμυντικά πλεονεκτήματα και θα μπορούσαν σχεδόν με βεβαιότητα να απωθήσουν μια κινεζική επίθεση. Ωστόσο, στο πλαίσιο των προσδοκιών του Πεκίνου για μεγαλύτερο έλεγχο στην Ανατολική Κίνα και στη Νότια Κίνα, το Τόκιο έχει αιτίες για ανησυχία σχετικά με την ασφάλεια των παράκτιων νησιών, όπου η Κίνα είναι σε θέση να θέσει μια σοβαρή στρατιωτική πρόκληση. Ενώ μια εσκεμμένη κινεζική επίθεση ή εισβολή σε αυτά τα νησιά είναι απίθανη, μια σύγκρουση θα μπορούσε να κλιμακωθεί γρήγορα. Η αλυσίδα νησιών Ryukyu της Ιαπωνίας εκτείνεται σε περίπου 600 μίλια από το νότιο νησί Kyushu της Ιαπωνίας, και τα αμφισβητούμενα νησιά Senkaku (γνωστά στην Κίνα ως νησιά Diaoyu), καθώς και το σύμπλεγμα νησιών Yaeyama στο τέλος της αλυσίδας Ryukyu είναι δύο φορές πιο μακριά από το Kyushu από όσο από τις ηπειρωτικές βάσεις της Κίνας. Υπάρχουν 29 αεροπορικές δυνάμεις και βάσεις αεροπορίας και ναυτικού του PLA στο μαχητικό βεληνεκές των νησιών Senkaku, αλλά μόνο τέσσερις αμερικανικές και ιαπωνικές βάσεις στην ίδια απόσταση. Τα αμερικανικά και τα ιαπωνικά (ιπτάμενα) τάνκερ θα μπορούσαν να υποστηρίξουν αεροσκάφη που πετάνε από πιο απομακρυσμένες βάσεις, αλλά μόνο με μειωμένους ρυθμούς εξόδου και με μεγαλύτερη πίεση στους πιλότους και τα αεροσκάφη. Η συγκριτική σπανιότητα της κοντινής ιαπωνικής και αμερικανικής στρατιωτικής υποδομής και η εγγύτητα προς τις ηπειρωτικές βάσεις μεγεθύνουν την απειλή μιας κινεζικής συνδυασμένης αεροπορικής και πυραυλικής επίθεσης, ενδεχομένως υποστηριζόμενης από υποβρύχια και πλοία επιφανείας.

Για να κατανοήσει κάποιος το πώς η Ιαπωνία πρέπει να αρχίσει να ξανασκέπτεται την στρατιωτική στρατηγική της, είναι χρήσιμο να μελετήσει αυτή την στρατηγική στο πλαίσιο τριών ιδεωδών προσεγγίσεων της συμβατικής άμυνας και αποτροπής: Προωθημένη άμυνα, άρνηση, και τιμωρία.

Η προωθημένη άμυνα επιδιώκει να νικήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις ενός εισβολέα όσο το δυνατόν ταχύτερα και όσο το δυνατόν πιο μακριά, κατά προτίμηση στα σύνορα ή κοντά στα σύνορα του κράτους.
Οι στρατηγικές άρνησης προσπαθούν να αποτρέψουν την κατάκτηση μέσω παρατεταμένης, ενεργούς αντίστασης, συχνά υποχωρώντας τουλάχιστον σε κάποιο έδαφος και αποφεύγοντας μια αποφασιστική μάχη μέχρις ότου η ισορροπία των δυνάμεων μετατοπιστεί προς όφελος του υπερασπιστή.

Η τιμωρία εξαρτάται από την ικανότητα να προκαλέσει απαράδεκτες απώλειες σε αξιόλογα στοιχεία ενός εισβολέα -για παράδειγμα, καταστρέφοντας στόχους στην πατρίδα του.

Κατά την διάρκεια του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου, η Ιαπωνία ασκούσε μια στρατηγική άρνησης τύπου «ασπίδας και δόρατος». Οι ιαπωνικές δυνάμεις (η «ασπίδα») θα καθυστερούσαν και θα παρενοχλούσαν έναν εισβολέα μέχρι να φθάσουν οι δυνάμεις των ΗΠΑ (το «δόρυ»). Στην δεκαετία του 1970, ωστόσο, η στρατιωτική έμφαση της Ιαπωνίας άρχισε να μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της προωθημένης άμυνας. Μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, είχε έναν από τους μεγαλύτερους αμυντικούς προϋπολογισμούς του κόσμου, που διατίθετο κυρίως για την διατήρηση παραδοσιακών δυνάμεων ελιγμών (όπως μεγάλα πολεμικά πλοία και μεγάλοι σχηματισμοί αεροσκαφών που επιχειρούν από αεροπορικές βάσεις πλήρους υπηρεσίας) που θα μπορούσαν να εμπλέξουν οποιονδήποτε δυνητικό επιτιθέμενο σε μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Παρά την υιοθέτηση μιας «δυναμικής αμυντικής αντίληψης” (dynamic defense concept)  το 2010, η Ιαπωνία εξακολουθεί να διατηρεί την εστίασή της στην προωθημένη άμυνα. Πράγματι, με το να οικοδομεί μια δαπανηρή αμφίβια ικανότητα επίθεσης [7] για μια άμεση αντεπίθεση σε ενδεχόμενες αποβάσεις αντιπάλων στα εξωτερικά νησιά της Ιαπωνίας, έχει ουσιαστικά διπλασιάσει [τις προσπάθειές της] σε αυτή την στρατηγική προωθημένης άμυνας.

Αυτή η στρατηγική είχε νόημα στο πλαίσιο του ύστερου Ψυχρού Πολέμου και των πρώιμων περιόδων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν η Ιαπωνία μπορούσε να αντιμετωπίσει κάθε πιθανό επιτιθέμενο με ίσους ή καλύτερους όρους. Με την άνοδο της Κίνας, ωστόσο, αυτή η υπόθεση δεν ισχύει πλέον. Η ικανότητα ακρίβειας της Κίνας σε μεγάλη απόσταση ενέχει μια θανατηφόρα απειλή για την στρατιωτική υποδομή της Ιαπωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, για τους μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς της. Η ανάληψη έγκαιρης αντι-επιθετικής δράσης στα νησιά Senkaku ή στη νότια αλυσίδα Ryukyu θα διακινδύνευε μια καταστροφική ήττα και ενδεχομένως θα κατέστρεφε την θέληση ή την ικανότητα του Τόκυο να συνεχίσει τον αγώνα. Οι αντιπυραυλικές άμυνες δεν μπορούν να αποτελέσουν μια αξιόπιστη ή ασφαλή λύση, ειδικά λόγω του υψηλού κόστους τους.

Μια καλύτερη επιλογή για την Ιαπωνία είναι μια ενεργή στρατηγική άρνησης (active denial strategy) [8], εστιασμένη στο να δείξει στους Κινέζους ηγέτες ότι οποιαδήποτε επίθεση θα μετατραπεί σε παρατεταμένη σύγκρουση, στην οποία οι αμερικανικές και ιαπωνικές δυνάμεις θα έχουν σαφή πλεονεκτήματα. Η προτεραιότητα σε μια στρατηγική άρνησης δεν θα ήταν μια γρήγορη νίκη, αλλά μάλλον να αρνηθεί στην Κίνα μια αρχική και αποφασιστική επιτυχία, επιτρέποντας στις ιαπωνικές δυνάμεις να αντισταθούν αποτελεσματικά μέχρι να μπορέσουν να φτάσουν οι ενισχύσεις των ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την αρχική ιαπωνική στρατηγική άρνησης του Ψυχρού Πολέμου, η οποία χτίστηκε γύρω από σχετικά ακίνητες και περιφερειακά οργανωμένες δυνάμεις ξηράς, η ενεργός άρνηση θα είναι δυναμική και κινητική και θα περιλαμβάνει τακτική επιθετική ικανότητα.

Η στρατηγική ενεργούς άρνησης έχει δύο αμοιβαίως ενισχυτικά στοιχεία : Μια ανθεκτική στάση ισχύος (resilient force posture) και μια αναδιάταξη των προτεραιοτήτων αποστολών. Το πρώτο στοιχείο, η ανθεκτική στάση ισχύος, αναφέρεται στην ικανότητα του ιαπωνικού στρατού να απορροφά επιθέσεις και να συνεχίζει να επιχειρεί αποτελεσματικά. Η ανθεκτικότητα θα απαιτήσει ένα διευρυμένο και ενισχυμένο σύστημα στρατιωτικής υποδομής, ακόμη και αν οι επενδύσεις αυτές αφήνουν κάπως λιγότερα χρήματα για όπλα. Για παράδειγμα, τα πολιτικά αεροδρόμια θα μπορούσαν να προετοιμαστούν για να στηρίξουν τις επιχειρήσεις αεροπορικής ισχύος, επιτρέποντας την γρήγορη διασπορά των ιαπωνικών αεροσκαφών και των αεροσκαφών των ΗΠΑ, αυξάνοντας σημαντικά τον αριθμό των στόχων κατά των οποίων θα χρειαστεί να επιτεθεί ένας εισβολέας και μειώνοντας την ευπάθεια της Ιαπωνίας σε πυραυλικές επιθέσεις. Η επέκταση του αριθμού των λιμένων και των θέσεων ναυτικών εφοδίων θα ενίσχυε παρομοίως την επιβιωσιμότητα και την ευελιξία του ιαπωνικού στόλου.

Η κινητικότητα και η εξαπάτηση μπορούν επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας. Η Ιαπωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει νέα σχέδια κινητικότητας παρόμοια με αυτά που δοκιμάζονται επί του παρόντος από τον στρατό των ΗΠΑ, για να περιπλέξουν το πρόβλημα στόχευσης του αντιπάλου. Αυτά περιλαμβάνουν την «ευκίνητη ενασχόληση μάχης» (agile combat employment) , την προσωρινή αποστολή μικρών αριθμών μαχητικών αεροσκαφών (συνήθως δύο έως τεσσάρων μαχητικών) που υποστηρίζονται από ένα αεροσκάφος-τάνκερ με καύσιμα και πυρομαχικά σε λιτές αεροπορικές βάσεις. Άλλα είδη βελτίωσης της κινητικότητας, όπως η ανάπτυξη ενός πολιτικού εφεδρικού στόλου πλοίων ταχείας μεταφοράς  και οι έφεδροι ναυτικοί για να τον επανδρώσουν, έχουν κεντρική σημασία για την διατήρηση συνεκτικών αμυντικών δομών στα νησιά Ryukyu, όπου η ικανότητα της ενίσχυσης θέσεων και αντικατάστασης κατεστραμμένων συστημάτων και χρησιμοποιημένων πυρομαχικών θα είναι κρίσιμη.

Οι ενεργές άμυνες εναντίον αεροπορικών και πυραυλικών επιθέσεων είναι επίσης σημαντικές, αλλά πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας για ανθεκτικότητα. Οι πυραυλικές άμυνες, ειδικότερα, φαίνονται κρίσιμες στην δημόσια φαντασία, δεδομένου ότι μπορούν, τουλάχιστον θεωρητικά, να προστατεύσουν πολιτικούς στόχους. Αλλά απορροφούν επίσης υπερβολικά ποσά του αμυντικού προϋπολογισμού, παρά το γεγονός ότι η απόκρυψη, η διασπορά και η κινητικότητα είναι συχνά πιο οικονομικές και αποτελεσματικές στρατηγικές. Το να κάνει κάποιος την Κίνα να εκτοξεύει πυραύλους σε άδεια καταφύγια ή στόχους χαμηλής αξίας θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με την κατάρριψη αυτών των πυραύλων στον αέρα ή με την διείσδυση στο κινεζικό εναέριο χώρο για να καταστραφούν πριν από την εκτόξευση, αλλά το πρώτο μπορεί να επιτευχθεί πιο φτηνά.

Το δεύτερο στοιχείο της στρατηγικής ενεργούς άρνησης απορρέει από το πρώτο. Σύμφωνα με τον στόχο της ανθεκτικότητας, η Ιαπωνία πρέπει να καθιερώσει μια ξεκάθαρη ιεραρχία των προτεραιοτήτων αποστολής: Πρώτον, την υπεράσπιση των βασικών περιουσιακών στοιχείων που επιτρέπουν στην κυβέρνηση και στον στρατό να συνεχίσουν να λειτουργούν˙ δεύτερον, την απομόνωση και το χτύπημα των αντίπαλων δυνάμεων που αποβιβάζονται στην ιαπωνική επικράτεια˙ και τρίτον, την αντεπίθεση για να επανακτήσει το χαμένο έδαφος μετά την άφιξη των ενισχύσεων των ΗΠΑ.

Η πιο άμεση και σημαντική αποστολή, η υπεράσπιση των βασικών στρατιωτικών και πολιτικών στοιχείων, συνδέεται με την ολοκληρωμένη αεροπορική και πυραυλική άμυνα (integrated air and missile defense, IAMD), τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο και τις αμυντικές ενέργειες πολέμου επιφανείας. Ο εκσυγχρονισμός παλαιότερων αεροσκαφών και η απόκτηση πρόσθετων μαχητικών γενιάς 4.5, όπως τα F / A-18E / F ή τα F-15SE, θα επέτρεπαν στον μικρό αριθμό των F-35A να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικότεροι πολλαπλασιαστές ισχύος για την αεροπορική προσπάθεια. Η απόκτηση κάποιου αριθμού F-35B [13], ικανών να επιχειρούν από μικρούς διαδρόμους [απο-προσγείωσης] ή αμφίβιων επιθετικών πλοίων, θα βελτίωνε επίσης την ικανότητα της Ιαπωνίας να διατηρήσει μια αεροπορική μάχη ενώ θα βρίσκεται υπό επίθεση στα νησιά Ryukyu. Στον ναυτικό τομέα, η συμπλήρωση του στόλου της με μικρότερες και φθηνότερες πολυλειτουργικές φρεγάτες θα βοηθούσε στην βελτίωση της ικανότητας της Ιαπωνίας να επιβιώσει σε μια αρχική κινεζική επίθεση στα νοτιοδυτικά νησιά.

Η επικέντρωση σε αυτά τα καθήκοντα θα απαιτούσε την αντιστροφή των τρεχουσών δημοσιονομικών προτεραιοτήτων της Ιαπωνίας, οι οποίες κατανέμουν κατά 50% περισσότερα χρήματα στον στρατό από ό, τι είτε στην αεροπορία είτε στο ναυτικό. Θα απαιτήσει επίσης τον καλύτερο συντονισμό και την καθιέρωση κοινών εντολών ώστε οι διάφορες υπηρεσίες να μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικότερα ως ολοκληρωμένο σύνολο.

Το «business as usual» στην στρατιωτική συνεργασία των ΗΠΑ-Ιαπωνίας και στην αμυντική προσπάθεια της Ιαπωνίας είναι μια χαμένη πρόταση. Η συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα κρίσιμα συμφέροντα των δύο μερών -μεταξύ άλλων, στηρίζει την αμερικανική θέση στην Ασία- αλλά είναι λογικό οι Ηνωμένες Πολιτείες να πιέζουν ώστε η Ιαπωνία να αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες και να συνεχίσει την αμυντική μεταρρύθμιση. Ταυτόχρονα, όμως, οι δαπάνες μόνο δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της εξελισσόμενης απειλής που θέτει η Κίνα. Μια βασική επανεξέταση της στρατηγικής θα είναι κρίσιμη. Καθώς οι κινεζικές επιδρομές στα νησιά Senkaku αυξάνονται, η Ιαπωνία θα έκανε καλά να υιοθετήσει μια ενεργή στρατηγική άρνησης που να επιδεικνύει την ικανότητά της για μια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη υπεράσπιση των νησιών. Με το να απαγορεύει στον αντίπαλο την πιθανότητα ενός αρχικού χτυπήματος νοκ-άουτ και υποσχόμενη να μετατρέψει οποιαδήποτε σύγκρουση σε παρατεταμένη υπόθεση, η στρατηγική θα ενίσχυε σημαντικά την αποτροπή σε μια εποχή που η επίτευξη δεσπόζουσας θέσης σε περιοχές κοντά στην Κίνα με λογικό κόστος γίνεται ταχέως μη ρεαλιστική.

Εξίσου σημαντικό, μια στρατηγική άρνησης θα μπορούσε να αυξήσει την σταθερότητα της κρίσης και να μετριάσει τα πλεονεκτήματα εκείνου που θα κινηθεί πρώτος. Οι ιαπωνικές και οι προωθημένες αμερικανικές δυνάμεις δεν θα είναι βελτιστοποιημένες για άμεση επιθετική δράση, μειώνοντας τον φόβο των Κινέζων ηγετών για μια επίθεση κατά την διάρκεια μιας κρίσης και μειώνοντας τα κίνητρά τους για να χτυπήσουν πρώτοι. Παρομοίως, οι δυνάμεις της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ θα ήταν λιγότερο ευάλωτες σε ένα πρώτο χτύπημα και, ως εκ τούτου, έχουν επίσης λιγότερα κίνητρα να ξεκινήσουν μια προληπτική επίθεση. Ενώ και οι τρεις κυβερνήσεις θα πρέπει να αναζητήσουν τρόπους για την ελάφρυνση των πολιτικών εντάσεων, οι στρατιωτικοί παράγοντες θα επηρεάσουν επίσης τα εξαγόμενα. Μια ενεργή στρατηγική άρνησης έχει τη μοναδική δυναμική για την βελτίωση της αποτρεπτικής ικανότητας ενώ μετριάζει την αστάθεια της κρίσης.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2018-07-16/new-military-strategy-japan

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.