Η τύχη των συμβάσεων την εποχή του κορωνοϊού (Η ανωτέρα βία και η καλή πίστη)

Γράφει η Ουρανία Β. Ζερβομπεάκου, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, LLM Eργατικού Δικαίου

Η ραγδαία εξάπλωση παγκοσμίως του κορωνοϊού SARS-CoV και η προκληθείσα εξ αυτού πανδημία , έχει και σημαντικές παράπλευρες συνέπειες στην κοινωνική και οικονομική ζωή και εν γένει στο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Ως εκ τούτου είναι βέβαιο ότι στο εγγύς μέλλον, πέρα και ανεξάρτητα από τα μέτρα στήριξης που λαμβάνει η Πολιτεία, η οποία σημειωτέον δεν έχει ανεξάντλητους πόρους και ειδικά μετά από 10 χρόνια κρίσης και 3 μνημόνια, θα οδηγήσει πολλές επιχειρήσεις στην επίκληση λόγων ανωτέρας βίας για την μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεών τους που είχαν αναλάβει χρονικά προ της πανδημίας. Η κανονικότητα των συναλλαγών έχει διαταραχθεί και η ομαλή εξέλιξη στις περισσότερες εκφάνσεις της οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας έχει ήδη ανατραπεί άρδην.

Το ερώτημα είναι εάν μπορεί η συγκεκριμένη πανδημία να θεμελιώσει λόγο ανωτέρας βίας που εμποδίζει ή αναστέλλει την συμβατική εκπλήρωση των ήδη αναληφθεισών υποχρεώσεων ή αν με άλλες διατάξεις της νομοθεσίας είναι δυνατή η αποδέσμευση των συμβαλλομένων μερών από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ή έστω αν είναι δυνατή η αναστολή της εκπλήρωσής τους για κάποιο χρονικό διάστημα.

α.- Τι είναι ανωτέρα βία.

Η “ανωτέρα βία” αποτελεί αόριστη νομική έννοια, απηχούσα κατ’ ουσία κανόνα βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προέρχεται βασικά από το αστικό δίκαιο, με έρεισμα κατ’αρχάς στο άρθρο 255 ΑΚ και αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής ότι “κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα” (Impossibilium nulla obligatio est), να κάνει κάτι δηλαδή, που είναι αντικειμενικά ή και υποκειμενικά αδύνατο, και διαπνέει κάθε κλάδο του Δικαίου.

Ανωτέρα βία, λοιπόν, συνιστά  (κατά παγία νομολογία) κάθε γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο, το οποίο είναι, είτε αντικειμενικό (π.χ σεισμός), είτε υποκειμενικό (π.χ ασθένεια), μη δυνάμενο ούτε να προβλεφθεί ή να προληφθεί ούτε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως και εξ αιτίας του οποίου εμποδίζεται κάποιος, είτε ο ίδιος είτε μέσω τρίτου, να τηρήσει νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση, ή να ασκήσει δικαίωμα εμπροθέσμως, ακόμη και αν καταβάλει   σύνεση και πρόνοια ακραία επιμελούς ανθρώπου!.

Για το λόγο αυτό υποστηρίζεται η άποψη ότι οι συμβαλλόμενοι δύνανται, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνήσουν ρήτρες της επιλογής τους, όπως αυτή της ανωτέρας βίας.

Σε γενικές γραμμές, η ρήτρα αυτή επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη, να ακυρώσουν τη σύμβαση και/ή να απαλλαγούν από την εκπλήρωση ορισμένων ή όλων των υποχρεώσεών τους, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση επέλευσης κάποιων έκτακτων ή απρόβλεπτων συμβάντων.

Τα συμβαλλόμενα, όμως, μέρη μπορούν να ορίσουν στο πλαίσιο της συμβατικής τους ελευθερίας σε τι συνίσταται ανωτέρα βία και ποια η διαδικασία γνωστοποίησης που πρέπει να ακολουθείται.

Ο όρος ανωτέρα βία εντάσσεται στην ευρεία έννοια του τυχηρού γεγονότος. Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει ευθύνη για τα τυχηρά. Το γεγονός ότι η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει κατ’ αρχήν πταίσμα και ότι παύει να υπάρχει όταν η ζημία οφείλεται σε τυχηρό γεγονός, δημιουργεί την κρισιμότητα της οριοθέτησης μεταξύ αμέλειας και τυχηρών. Κατ’ εξαίρεση μόνο, μπορεί να επεκταθεί η ευθύνη του προσώπου, ώστε να περιλάβει όλα ή ορισμένα από τα τυχηρά. 

Η επέκταση αυτή είτε χωρεί με δικαιοπραξία, είτε προβλέπεται ευθέως εκ του νόμου. Όταν η επέκταση της ευθύνης συντελείται με σύμβαση (361 ΑΚ), είναι θέμα της βούλησης των μερών, εάν ο οφειλέτης θα ευθύνεται για όλα ή όχι και ποια τυχαία περιστατικά. Σε περίπτωση αμφιβολίας, γίνεται ευλόγως δεκτό ότι τα μέρη δεν ήθελαν ευθύνη και για περιστατικά ανωτέρας βίας, αφ’ ης στιγμής και συνετοί συμβαλλόμενοι δεν αναλαμβάνουν συνήθως κινδύνους από απρόβλεπτα και αστάθμητα περιστατικά. Όταν την ευθύνη επεκτείνει ο νόμος με διάταξη που εισάγει εξαίρεση από την αρχή της υπαιτιότητας, συνιστά ζήτημα ερμηνείας αυτής της διάταξης να διαγνωσθεί ως ποιο σημείο ήθελε ο νομοθέτης να εκτείνεται η ευθύνη. Σε πολλές, πάντως, περιπτώσεις, ο νόμος, επεκτείνοντας την ευθύνη του οφειλέτη ώστε να καταλαμβάνει και τα τυχηρά, αποκλείει από αυτά κάθε περιστατικό ανωτέρας βίας. Όπως και στη συμβατική επέκταση της ευθύνης, και εδώ θα ήταν ορθότερο και συνεπέστερο προς την αρχή της υπαιτιότητας να γίνει δεκτό ότι, εν αμφιβολία, η ευθύνη δεν καλύπτει και τα περιστατικά ανωτέρας βίας.

Η ανωτέρω θεμελιώδης αρχή ρητώς προβλέπεται σε διατάξεις θεσμικών νομοθετημάτων της ισχύουσας νομοθεσίας, όπως του άρθρου 255 ΑΚ (αναστολή παραγραφής), του άρθρου 152 και 153 ΚΠολΔ (απώλεια προθεσμίας – επαναφορά πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση), των άρθρων 89 του ΚΔΔ (ανακοπή ερημοδικίας) των άρθρων 87 και 92 του Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ» (αναστολή παραγραφής απαιτήσεων υπέρ και κατά του Δημοσίου) κλπ του άρθρου 10 παρ. 6 Ν. 2690/1999 ΚΔΔιαδ (υπέρβαση προθεσμιών).

Μια χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της ανωτέρω ρήτρας, που αφορά κυρίως την Ελλάδα, ως κατεξοχήν τουριστική χώρα, είναι στις συμβάσεις που έχουν συνάψει οι ξενοδοχειακές μονάδες με τους τουριστικούς πράκτορες ενόψει μάλιστα της υπ’αριθμόν ΚΥΑ 18152/14-3-2010 (ΦΕΚ β’ 857/14-3-2020) που ανέστειλε τη λειτουργία των τουριστικών καταλυμάτων εποχικής λειτουργίας μέχρι 30-4-2020. Μπορεί να τεθεί ζήτημα ενεργοποίησης της ρήτρας ανωτέρας βίας; Με την επίκληση της ρήτρας αυτής ο μεν τουριστικός πράκτορας θα επιδιώξει να αποδεσμευτεί από τη σύμβαση (καταγγέλλοντάς την), αλλά και να αναλάβει την τυχόν προκαταβολή που έχει ήδη καταβάλει στον ξενοδόχο και ο δε ξενοδόχος δύσκολα μεν θα μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξη ανωτέρας βίας, ωστόσο θα μπορεί να αμφισβητήσει τη δυνατότητα άμεσης αποδέσμευσης του πράκτορα, καθώς και την «υποχρέωση» επιστροφής της προκαταβολής. Όλα αυτά, βεβαίως, θα εξαρτηθούν από το ειδικότερο περιεχόμενο που έχει προσδοθεί στην εκάστοτε ρήτρα και την προσήκουσα ερμηνεία της, τους όρους της εκάστοτε σύμβασης και το χρόνο που αυτή πρέπει να εκτελεστεί, αλλά και από την (εκτιμώμενη ακόμη) διάρκεια της πανδημίας ως λόγου αναστολής ή λήξης των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων.

β.- Τρόποι αποδέσμευσης από υποσχετικές συμβάσεις όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας.

Άρρηκτα συνδεδεμένη με τη προδιαληθφείσα αρχή είναι επίσης και η αρχή, βασική και αυτή του ισχύοντος δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι δυσμενείς έννομες συνέπειες από την αθέτηση μιας αναγνωριζομένης από το νόμο ή από σύμβαση υποχρέωσης, επέρχονται κατά κανόνα με τη συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) στο πρόσωπο του υποχρέου (Μ. Σταθόπουλος ΑΚ 330, 336, 342, 362, 382, 383 κλπ).

Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Ανώμαλης Εξέλιξης της Ενοχής που σημαίνει ότι η ενοχή δεν οδηγείται «φυσιολογικά» σε απόσβεση με εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη και αντίστοιχη ικανοποίηση των δικαιωμάτων του δανειστή λόγω Αδυναμίας Παροχής, αφού ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή του για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται.

Αφετηρία της ανωτέρω περίπτωσης αποτελεί η διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή και να αποδώσει σε αυτόν το τυχόν «περιελθόν» σε αυτόν.

Σε αυτήν την περίπτωση, κατά το άρθρο 380 ΑΚ, και ο δανειστής απαλλάσσεται από τη δική του παροχή, την «αντιπαροχή».

Η διερεύνηση όμως του ζητήματος του πότε έχει ή δεν έχει ένα συμβαλλόμενο μέρος ευθύνη θα εξευρεθεί ως εξής:

Κατά το άρθρο 330 ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον του ερωτήματος εάν οι συνέπειες που προκλήθηκαν από την πανδημία του COVID-19, βρίσκονται πέρα από την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του οφειλέτη. Έχουν   δηλαδή το δικαίωμα οι επιχειρήσεις υπό τις παρούσες συνθήκες να αρνηθούν την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων (πληρωμή προμηθευτών, παροχή υπηρεσιών κλπ) ή αντίθετα έχουν το δικαίωμα να εμμείνουν στις αξιώσεις τους έναντι των τρίτων (την παράδοση προϊόντων, την εξόφληση απαιτήσεων έναντι των πελατών τους κλπ);

Ως γίνεται αντιληπτό, με τους πολίτες κλεισμένους στα σπίτια τους με εντολή των Δημοσίων Αρχών, με διάχυτη την απειλή μετάδοσης της ασθένειας με τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας παγκοσμίως σε σχέση με τις συνήθεις ασθένειες γρίπης, με τις διαδοχικές κρατικές πράξεις όπου μονομερώς η εξουσία επιβάλει την απαγόρευση λειτουργίας επιχειρήσεων και υπηρεσιών, την αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων, εκκλησιών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, την απαγόρευση συναθροίσεων και παρεμβαίνει με ειδικές ρυθμίσεις σε βασικές συμβατικές σχέσεις, δηλαδή αυτήν της μίσθωσης μειώνοντας το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά 40%, τις εργασιακές σχέσεις δίδοντας τη δυνατότατα στους εργοδότες να τις αναστείλουν ή να τις μετατρέψουν μονομερώς σε εκ περιτροπής εργασία, αφού αδυνατούν να αποδεχθούν την εργασία των εργαζομένων τους, καθώς με κρατική διαταγή διεκόπη η λειτουργία τους ή μειώνεται ο τζίρος τους λόγω της πανδημίας, ενώ αναστέλλει την προθεσμία εμφάνισης προς πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών κατά 75 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσής τους (ήτοι πληρωμής τους), τίθεται εύλογο το ερώτημα εάν η πανδημία που οδηγεί τον οφειλέτη σε «οικονομική του αδυναμία» λόγω του κλεισίματος της επιχείρησής του, συνιστά λόγο απαλλαγής του από την πληρωμή, δηλαδή από τις συμβατικές του υποχρεώσεις;

Η απάντηση μπορεί να είναι αρνητική και να γίνεται δεκτό ότι η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη είναι γεγονός για το οποίο έχει ο ίδιος προσωπικά ευθύνη, όμως αναμφίβολα υπό τις παρούσες πρωτόγνωρες συνθήκες, η ανωτέρω απάντηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει κανέναν.

γ.- Η καλή πίστη στην τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων.

Όταν οι οικονομικές συναλλαγές έχουν «παγώσει» – με χρηματιστήρια να καταρρέουν, αεροπορικές μεταφορές να παραλύουν, τα σύνορα των κρατών να κλείνουν και θεμελιώδεις ελευθερίες διακίνησης προσώπων αγαθών και υπηρεσιών, άνευ εμποδίων, προσωρινά αναστέλλονται, πρέπει να βρεθεί μια «διορθωτική» τομή και να δοθεί διευρυμένη ερμηνεία στις αντίστοιχες διατάξεις της νομοθεσίας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τύχει εφαρμογής η αρχή της καλής πίστης, κατά τρόπο ώστε, κατά το διάστημα της περιόδου της «πανδημίας», έστω και αν αυτή δεν συνιστά λόγω απαλλαγής του οφειλέτη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι λόγω της εφαρμογής της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (288 ΑΚ), στην διορθωτική, πια, λειτουργία της, αμβλύνεται ο άκαμπτος χαρακτήρας της απαγόρευσης της επίκλησης της οικονομικής αδυναμίας ως λόγου απαλλαγής του οφειλέτη από την ευθύνη και, τουλάχιστον, προσωρινά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι «αδρανούν» τα δικαιώματα του δανειστή αν η εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του οφειλέτη είναι «καθυστερημένη» ή προσωρινά δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Ώστε στις περιπτώσεις όπου τα συμβαλλόμενα μέρη (οφειλέτης και δανειστής) δεν δύνανται να αποδεσμευτούν αμοιβαία από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, τουλάχιστον να παρατείνεται για εύλογο χρονικό διάστημα η εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, χωρίς να θεωρείται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας ή αποζημίωση για την καθυστέρηση εκπλήρωσης της ενοχής.

Κάθε,   βέβαια, υπόθεση (σύμβαση) έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των συνθηκών υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, τη φύση της συμβάσεως και τους περιεχόμενους σε αυτήν όρους και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής εξαγωγή συμπερασμάτων και η απόδοση της νομικά ορθής λύσης.

Διότι, επαναλαμβάνεται, ότι ούτε η ρήτρα της ανωτέρας βίας ούτε η διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ μπορούν να τύχουν εφαρμογής υπό τις παρούσες έκτακτες περιστάσεις, εάν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεν δύνανται αμοιβαία να αποδεσμευτούν από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση. Οπότε στην περίπτωση αυτή μόνο η επιμήκυνση του χρόνου εκπλήρωσης της παροχής μπορεί να προβλεφθεί και να γίνει νομικά αποδεκτή ως λύση υπό τους όρους που θέτει η αρχή της καλής πίστης είτε αναπροσαρμογή της κατά τους όρους της διάταξης του άρθρου 388 ή του 288 ΑΚ όπου δεν συντρέχουν βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής της ειδικής διατάξεως του άρθρου 388 ΑΚ.

Η αρχή της καλής πίστης εισάγεται με διάφορα άρθρα του Αστικού Κώδικα, το κυριότερο από τα οποία είναι το άρθρο 281 ΑΚ, που ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αυτή η διάταξη είναι η βασικότερη του αστικού δικαίου, αφού ο λόγος θέσπισής της είναι η κοινωνική δικαιοσύνη.

Η ανεξέλεγκτη, απόλυτη ελευθερία άσκησης του δικαιώματος έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου και γι΄αυτόν τον λόγο ο νομοθέτης οριοθετεί την άσκησή του, υποτάσσοντας το ατομικό συμφέρον στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και στην ανάγκη ύπαρξης «ασφάλειας δικαίου», που είναι απαραίτητη για την κοινωνική συμβίωση και για την απρόσκοπτη ανέλιξη των συναλλαγών.

Για να εφαρμόσει ο δικαστής διάταξη που περιέχει γενική ρήτρα, όπως αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να διαμορφώσει ο ίδιος έναν κανόνα δικαίου για να κρίνει αν η άσκηση δικαιώματος στην επίδικη περίπτωση είναι καταχρηστική ή όχι. Για να εφαρμόσει λοιπόν ο δικαστής μία γενική ρήτρα, όπως η αρχή της καλής πίστης, ασκεί και δικαιοδοτική και νομοθετική λειτουργία, αφού δεν θέτει απλώς, αλλά εφαρμόζει κιόλας κανόνα δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η διαμόρφωση αυτού του κανόνα, που επιτρέπει το «ταίριασμα» κάθε ατομικής περίπτωσης με την γενική ρήτρα, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πτυχές του δικαστικού έργου.

Aνεξάρτητα από τα όποια μέτρα έλαβε ή θα εξακολουθήσει να λαμβάνει η Πολιτεία παρεμβαίνοντας, λόγω των εκτάκτων συνθηκών, κατά τρόπο πρωτόγνωρο στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου και δη των συμβάσεων για να μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες, επειδή είναι βέβαιο ότι είτε τα όποια μέτρα αναστολής της Πολιτείας απλά θα μεταθέσουν τα προβλήματα στο χώρο των συμβάσεων για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα είτε θα παραμείνουν σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου αρρύθμιστες, η λύση βρίσκεται στην αμοιβαία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών αναρρύθμιση των συμβατικών όρων των ήδη συναφθεισών συμβάσεων με την επαναδιατύπωση και τροποποίηση όρων τους και σε όσες περιπτώσεις δεν πρυτανεύσουν οι αμοιβαίες υποχωρήσεις, αναγκαία το λόγο θα τον έχουν τα δικαστήρια.

Πέραν, λοιπόν, όλων των άλλων προβλημάτων που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί, ο λεγόμενος ιός της Γουχάν «συμβάλλει επίσης και στη δημιουργία ενός μεγάλου όγκου νομικών αξιώσεων για τη διευθέτηση των οποίων ενδέχεται να χρειαστούν πολλά χρόνια».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.