Η ώρα των διανοούμενων

Γράφει ο Χρίστος  Γούδης *

Η υπόθεση με τον «βασικό μέτοχο», η νομοθετική δηλαδή προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας για τον θεσμικό περιορισμό της διαπλοκής, προσέκρουσε στο «ευρωπαϊκό δίκαιο» και ανέδειξε, για πρώτη ίσως φορά τόσο καθαρά, την υποτέλεια την οποία είναι υποχρεωμένη να δεχθεί η χώρα μας, εάν «επιθυμεί» να παραμείνει στον αναδυόμενο Λεβιάθαν του νέου μείζονος Ευρωπαϊκού Κράτους.

 

Στη δίνη της ευρωπαϊκής μετάβασης

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 500 εκατομμυρίων κατοίκων προβάλλει σήμερα σαν προοπτική μορφοποίησης ενός ζωτικού χώρου (lebensraum), όπου οι κυρίαρχοι μεγάλοι «παίκτες» της θα επιβάλλουν το παιχνίδι τους, τους όρους τους και τις επιθυμίες τους. Η εγκαθίδρυση ενός μέγα-φεουδαρχικού καθεστώτος με εσωτερική κινητικότητα ατόμων και πληθυσμών, με δημιουργία δικτύου πολυπολιτισμικών πόλεων και των συμπαρομαρτούντων  υπερεθνικών ιδιωτικών οικονομικών κατεστημένων, και η συνακόλουθη απίσχναση ή εξάλειψη της εθνικής και θρησκευτικής ιδιοπροσωπίας των μικρών αριθμητικά ψηφίδων του ευρωπαϊκού μωσαϊκού (των πάλαι ποτέ ονομαζομένων «κρατών»), θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά και τη χώρα μας.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μία άγνωστη ευρωπαϊκή δυναμική και οφείλει να προβληματισθεί για την μελλοντική πορεία της στην κινούμενη άμμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σε μια διαδικασία ενός κοινωνικού μετασχηματισμού πλανητικής κλίμακας εν τω γεννάσθαι, θα πρέπει κανείς να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και τα δύο καταληκτικά ενδεχόμενά του, είτε δηλαδή την επιτυχή ανάδυση ενός ευσταθούς ευρωπαϊκού κράτους, είτε την εκ νέου διάλυσή του σε αυτόνομες ψηφίδες, διαφορετικού ίσως μεγέθους από αυτές εξ ων προσπαθεί να συγκροτηθεί, με ότι αυτό συνεπάγεται για την τύχη μας.

 

Σενάριο 1: Το Ευρωπαϊκό Ράϊχ της  Γ΄ χιλιετίας

 

Στην πρώτη περίπτωση, η ανάδυση μιας νέας Αγίας ή Ανίερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενός Ράϊχ της Γ΄ χιλιετηρίδος με προοπτική χιλιετούς επιβίωσης, κατά τους οραματισμούς και του επιχειρηθέντος εις το παρελθόν από τα γερμανικά πάντσερ Γ΄ Ράϊχ, θα σημάνει δομικές αλλαγές σε θέματα ανακατανομής ισχύος και μηχανισμών πνευματικής έκφρασης και λαϊκής εκπροσώπησης. Δομές μιας τέτοιας εκτάσεως και τέτοιου μεγέθους εκφεύγουν της όποιας οριζόντιας συνδιοίκησης και συνεπάγονται την ανάδειξη ιεραρχιών ολιγαρχικής φύσεως, για να επιβιώσουν. Όπερ μεθερμηνευόμενον εστί, αποχαιρετισμός στις γνωστές νόρμες των λεγόμενων δημοκρατικών διαδικασιών, και αντικατάστασή τους με θεσμούς που θα δημιουργούν ενδεχομένως την ψευδαίσθηση της ελευθερίας επιλογής, αλλά που στην ουσία θα την καθιστούν άνευ πρακτικής σημασίας. 

 

Το κράτος των Βρυξελλών θα δομείται και θα αναδομείται μέσα από κάθετες υπόγειες ολιγαρχίες και το οπτικό βάθος της συγκρότησης και ισχύος του θα το καθιστά πρακτικά αόρατο στον μείζονα πληθυσμό του ευρωπαϊκού χώρου. Ενώ παράλληλα, η θεσμική μονοκρατορία του θα στερεί από τα μικρού μεγέθους κράτη-μέλη την δυνατότητα επιμέρους διορθωτικών παρεμβάσεων στην οικονομία τους αλλά και την δυνατότητα διεθνών συμμαχιών με μεγαλύτερες δυνάμεις της διεθνούς σκακιέρας, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, μέσω των οποίων διεσφάλιζαν όσο μπορούσαν την ανεξάρτητη κρατική τους υπόσταση και την εθνική παρουσία τους.

 

Σενάριο 2: Η κατάρρευση του ευρωπαϊκού μωσαϊκού

 

Στην δεύτερη περίπτωση, η πορεία ενοποίησης της Ευρώπης θα διακοπεί λόγω εγγενών δυσκολιών προσαρμογής των διαφορετικών πολιτισμικών της ψηφίδων, εσωτερικών ανταγωνισμών των μεγάλων παικτών της, και εξωγενών παλιρροϊκών εφελκυσμών και παρέλξεων από αντίστοιχες μεγάλες πλανητικές δομές ήδη συγκροτημένες (όπως οι ΗΠΑ) ή υπό διαμόρφωση και συγκρότηση (όπως οι ευρωασιατικές ή αμιγώς ασιατικές δυνάμεις με προεξάρχουσα την Κίνα). Η ενδεχόμενη όμως κατάρρευση μιας πορείας που έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί ποικίλες  αλλαγές και μεταλλάξεις στο εσωτερικό των ψηφίδων του μωσαϊκού, δεν θα επαναφέρει τον ευρωπαϊκό χάρτη στο status quo ante, αλλά πολύ πιθανόν θα εκτινάξει το υπό συγκρότηση παζλ σε κομμάτια και θραύσματα διαφορετικά ως προς την γεωγραφική έκταση, την πολιτισμική σύνθεση, και την δημογραφική πολυμέρεια, από αυτά με τα οποία επιχειρήθηκε να ολοκληρωθεί. Η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο θα αυξάνει, όσο επιμηκύνεται ο χρόνος της μεταβατικής φάσεως ο οποίος χαρακτηρίζεται από ασάφειες που επιτρέπουν ή ενθαρρύνουν την μετακίνηση πληθυσμών, την ανάμιξη εθνοτήτων στα μεγάλα αστικά κέντρα, την μετατόπιση ισχύος σε σπείρες οικονομικών συμφερόντων, και την διάχυση φονταμενταλιστικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, ξένων προς τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές κουλτούρες.

 

Το ελληνικό δίλημμα

 

Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας σε σχέση με τα δύο αναδυόμενα πιθανά ευρωπαϊκά σενάρια; 

 

Μια πρώτη σκέψη είναι να μην το σκέπτεται. Τα πράγματα να αφεθούν στην τύχη τους ή έστω να εξελίσσονται «πλην Λακεδαιμονίων». Η σιωπηλή αποδοχή του τέλους της Ελλάδας όπως την ξέραμε, και της υιοθεσίας της ευρωπαϊκής –  ή της όποιας ήθελε προκύψει –  ταυτότητας των ατόμων της, όπου οι «ικανοί» σύγχρονοι φαναριώτες της νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας θα επιβιώνουν ως ευρωπαίοι πολίτες χωρίς σύνορα και χωρίς πατρίδα, είναι μία κυνική αλλά πραγματιστική λύση. Ούτως ή άλλως η συνεχής και συνεχιζόμενη αποτυχία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας να αναδείξει ταγούς-πρότυπα αναβίωσης αξιών και ηθών, δημιουργεί ήδη μια βαθύτερη υπαρξιακή ανησυχία περί του τί πράγματι σημαίνει σήμερα ελληνικός λαός και τί άρχουσα τάξη, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διαδικασίες και πρότυπα συμβατά (;) με τη φύση του.

 

Μια δεύτερη αντίληψη είναι να αντιδράσει, σε μια προσπάθεια να αναδείξει την βαθύτερη ελληνική πολιτισμική ιδιοπροσωπία ως συνδετικό κρίκο μακρόπνοης επιβίωσης της ελληνικότητας, όποια κι αν είναι η κατάληξη του εγχειρήματος της Ενιαίας Ευρώπης. Η μορφοποίηση μιας τέτοιας αντίδρασης είναι καθαρά θέμα κρίσιμης μάζας των διανοουμένων της. Η τρισχιλιετής πολιτισμική επιβίωση του ελληνισμού στον πλανήτη παρέχει τον βατήρα και το εφαλτήριο μιας προσπάθειας διατήρησης της γλώσσας μας, των ριζών μας, των κωδίκων συμπεριφοράς μας και της ιδιοσυγκρασίας μας. Μιας προσπάθειας φυλετικά ανοιχτής προς όλες τις κατευθύνσεις, γιατί σε τελευταία ανάλυση την ελληνικότητα, τον τρόπο δηλαδή ζωής, έκφρασης λόγου και έκφανσης της πνευματικότητάς μας, την γεννά ο τόπος μας, ο ήλιος μας και οι θάλασσές μας. Τα μεγάλα αυτά χωνευτήρια που, μέσα από την κουλτούρα που παράγουν, μετέτρεψαν ιστορικά όλους τους εισβολείς η τους παρείσακτους σε Έλληνες.

 

Το πρόβλημα είναι πάντα η μετάβαση από τα ωραία «πτερόεντα» λόγια στην πράξη. Γιατί πολλές φορές η κατάθεση ατομικών απόψεων δεν εξυπηρετεί παρά μόνον την εκτόνωση και την διασπορά των ανησυχιών του γράφοντος. Η πράξη απαιτεί συντονισμένη δράση και οργάνωση. Απαιτεί την συγκρότηση μιας μεταπολιτικής «Φιλικής Εταιρείας» της διανόησης, για να επιβάλλει τις κατευθύνσεις για την ανάδειξη της ιδιοπροσωπίας μας.

 

Πορεία αφύπνισης

 

Απλές κινήσεις ανάταξης των απαραίτητων υποδομών για την μακροπρόθεσμη άνθηση της ελληνικής πνευματικότητας πέραν των ελληνικών συνόρων, και της αξιοπρεπούς παρουσίας μας σε έναν δύσκολο και σκληρό κόσμο, οι οποίες θα οδηγήσουν στην υπέρβαση της φολκλορικής, υπηρετικής και παρασιτικής φυσιογνωμίας της χώρας μας (όπως διαμορφώνεται από τον τουρισμό και τις παροχές ποικίλων «υπηρεσιών» σε τοπικό και διεθνές επίπεδο), φαίνεται ότι θεωρούνται «άβατον όρος» από τους καθ΄ύλην αρμόδιους.

 

Όμως, άμεσες δράσεις πολιτικής βούλησης όπως:

 

α) η διασφάλιση της ποιότητας γνώσης στα Ανώτατα Πνευματικά μας Ιδρύματα με την εξ υπαρχής δόμηση των μεταπτυχιακών σπουδών και την ανοικτή προκήρυξη για την κατάληψη των μεταπτυχιακών καθηγητικών θέσεων από τους ικανότερους και νεώτερης γενιάς επιστήμονες,

 

β) η στροφή στην βασική έρευνα, στην οποία διαπρέπει διεθνώς η πρωτότυπη σκέψη των Ελλήνων, σε αντιδιαστολή με τους μαϊμουδισμούς περί κοινωνικά χρήσιμης εφαρμοσμένης δραστηριότητας, η οποία στην πράξη καταλήγει σε σπάταλες επιχορηγήσεις για την πρωτιά της «ανακάλυψης της ομπρέλας για δεύτερη φορά»,

 

γ) η ίδρυση ενός διεθνούς κύρους πανεπιστημίου με βαλκανική και μεσογειακή διεισδυτικότητα, θεμελιωμένου σε ένα ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει συνεχείς ολιγόμηνες μετακλίσεις διαπρεπών Ελλήνων καθηγητών του εξωτερικού, με συνακόλουθη φοιτητική ροή δύο κατευθύνσεων και εκτεταμένη ακαδημαϊκή κινητικότητα,

 

δ) η εισαγωγή στις πανεπιστημιακές σχολές της διδασκαλίας των πρωτότυπων κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, των σχετικών με τις επι μέρους ειδικότητές τους (κειμένων στα οποία βασίσθηκε η θεμελίωση και η ορολογία των επιστημών και της φιλοσοφίας στη Ευρώπη και τα οποία πάντα μνημονεύονται εγκωμιαστικά στην διεθνή βιβλιογραφία),

 

ε) η ίδρυση και διάδοση σχολικών βιβλιοθηκών με την πλήρη σειρά των κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, των πατέρων της εκκλησίας, και των βυζαντινών διανοητών των υπέρμαχων της αναγέννησης του ελληνικού πνεύματος (με κορυφαίο τον Πλήθωνα Γεμιστό), προς δημιουργία έστω και οπτικής μόνον – λόγω της ογκώδους παρουσίας τους –  ατμόσφαιρας συνείδησης της συνέχειας της πολιτισμικής μας κληρονομιάς,

 

στ) η δημιουργία δημόσιων πρότυπων σχολείων όλων των βαθμίδων στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, στα οποία να φοιτούν τα καλύτερα μυαλά της ελληνικής νιότης, με σκοπό την ανάδειξη μιας καινούργιας αξιοκρατικής γενιάς, βασισμένης στις πραγματικές δυνάμεις του συνόλου του ελληνικού λαού, σε αντιδιαστολή  με την σημερινή επιλεκτική προώθηση των γόνων των εύπορων οικογενειών του αθηναϊκού κράτους μέσα από την εγγραφή τους σε ψευδοελιτίστικα ιδιωτικά σχολεία, 

 

ζ) η θέσπιση Ανωτάτης Σχολής Δημόσιας Διοίκησης στα πρότυπα της γαλλικής École National d’ Administration (ENA), προς παραγωγή σύγχρονων και αξιοπρεπών δημόσιων λειτουργών με αυτοσεβασμό, ακεραιότητα χαρακτήρος και συνείδηση του λειτουργήματός τους, και

 

η) η στήριξη και ενίσχυση ζωντανών πρωτογενών πολιτιστικών προσπαθειών, μεγάλου κοινωνικού βεληνεκούς, όπως για παράδειγμα η παραγωγή ελληνικής μουσικής η οποία αποτελεί αφενός μεν άμεση γλώσσα λαϊκής πολιτιστικής συσπείρωσης και αφετέρου μοχλό διεθνούς πολιτισμικής μας διείσδυσης,

 

είναι κινήσεις και εφικτές και επιβεβλημένες από την ελληνική πολιτεία. Δεν είναι και τόσο «βουνό» όσο ενδεχομένως να φαίνονται σε ανέτοιμους πολιτικούς προσαρμοσμένους σε διεκπεραιωτικές και διαχειριστικές πρακτικές. 

 

Επειδή όμως ο Μωάμεθ φαίνεται ότι δυσκολεύεται να πάει στο οποιοδήποτε βουνό, όσο χαμηλό κι αν είναι, θα πρέπει να βρούμε τρόπο να στείλουμε το βουνό στον Μωάμεθ. Γι αυτό είναι καθήκον και υποχρέωση της σύγχρονης ελληνικής διανόησης από όλους τους χώρους των ανθρωπιστικών, των θετικών, των φιλοσοφικών, και των τεχνολογικών επιστημών, να κινητοποιηθεί, να συνασπισθεί, να στοχασθεί, να προτείνει σαφείς λύσεις, και να πιέσει για να τις επιβάλλει. Και είναι καθήκον των υγιών μέσων μαζικής ενημέρωσης να προβάλλουν και να στηρίξουν τέτοιες εκκλήσεις, ηγούμενοι μιας πνευματικής σταυροφορίας για την πραγμάτωσή τους. Αν τελικά θεωρούν ότι αξίζει να αυτοπροσδιοριζόμαστε και μελλοντικά ως Έλληνες, με πατρίδα, ιστορία και πολιτισμική συνέχεια.

* «Η Κουλτούρα της Δεξιάς», Εκδόσεις «Άγνωστο», Θεσσαλονίκη, Ιούλιος, 2005

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.