Η ώρα της Δημοκρατίας

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσίτσκος, Φοιτητής Φυσικού

Περασμένα μεσάνυχτα και η πένα της ιστορίας έγραφε ακατάπαυστα, ο κόσμος είχε κατακλύσει τους δρόμους των Αθηνών, αυτοκίνητα καλυμμένα από Ελληνικές Σημαίες και τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας «Η Βραδυνή», κορναρίσματα, φωνές. Από εκείνη τη νύχτα πέρασαν 44 χρόνια, όταν στο αεροδρόμιο του Ελληνικού έφτασε το αεροπλάνο του τότε Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατία Valéry Giscard d’Estaing, το οποίο υποδέχθηκε μια λαοθάλασσα και αυτό διότι το συγκεκριμένο αεροπλάνο μετέφερε τον άνθρωπο που είχε επωμιστεί την ευθύνη να ανασύρει ένα Έθνος και ένα κράτος από το χάος στην ομαλότητα και στην τάξη. Τον άνθρωπο που αποφασίστηκε να δοθεί η πρωθυπουργία, ύστερα από την απόφαση των ανωτάτων αρχών να επαναφέρουν πολιτική κυβέρνηση. Η επιστροφή του Εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου στην ιστορία του Έθνους μας, φωτεινής και ελπιδοφόρας όσο καμία άλλη, καθώς πρόκειται για την περίοδο που υποσχέθηκε τη μετατροπή της Ελλάδος σε ένα κράτος Ευρωπαϊκό και ανεπτυγμένο, τοποθετημένο στην κοιτίδα του Δυτικού κόσμου. Για αυτό και την ημέρα αυτή πρέπει να γιορτάζει ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα.

Στις 23 Ιουλίου το κράτος ήταν διαλυμένο, η κυβέρνηση είχε εξαφανιστεί με συνέπεια οι στρατιωτικές δυνάμεις να αποφασίσουν να αναθέσουν τη διακυβέρνηση της χώρας σε πολιτική ηγεσία. Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, κάλεσε στο γραφείο του στη Βουλή, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, συμβούλιο πολιτικών, στο οποίο συμμετείχαν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο Γεώργιος Αθανασιάδης – Νόβας, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς και ο Ξενοφών Ζολώτας. Η σύσκεψη διήρκησε όλη τη μέρα με διακοπή λίγων ωρών, ενώ κατά τη διάρκεια της οι δρόμοι της πρωτεύουσας ήταν κατάμεστοι από πολίτες που πανηγύριζαν την πτώση της Χούντας, αψηφώντας την κρίση που περνούσε η χώρα. Μη ξεχνάμε ότι στην επάνοδο της Δημοκρατίας οδήγησε η τραγωδία της Κύπρου που βρισκόταν σε εξέλιξη και η αποτυχία του πραξικοπήματος. Στη Θεσσαλονίκη, στον Πύργο, στην Καλαμάτα, στη Λάρισα, στα Χανιά και σε κάθε άκρη της ελληνικής επαρχίας οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους, τα μπαλκόνια και οι πλατείες ήταν γεμάτα με πλήθη που φώναζαν ρυθμικά «έρχεται», «ζήτω η Δημοκρατία», «ελευθερία».

Λίγο προτού καταλυθεί το πολίτευμα της Δημοκρατίας από τους συνταγματάρχες, το 1967, τις εκλογές είχε κερδίσει η ΕΡΕ και πρωθυπουργός είχε γίνει ο αρχηγός της Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο αείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν βαθιά καλλιεργημένος, με παιδεία και ανήσυχο πνεύμα, διακεκριμένος ακαδημαϊκός, με ρομαντικό χαρακτήρα και ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία. Πιστός στη Δημοκρατία και στον κοινοβουλευτισμό, αυτό που σήμερα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε καθαρόαιμος ιδεολόγος. Εκπρόσωπος μιας γενιάς που θέλησε να αλλάξει και πίστεψε στην αλλαγή των μέχρι τότε δεδομένων του κόσμου, με ρηξικέλευθες ιδέες επηρεασμένες από τον φιλελευθερισμό του Keynes, κινούμενος μακριά από τον διπολισμό και τις απόψεις του Εθνικού Διχασμού αλλά και πέρα από τις ιδεοληψίες των αιθεροβαμόνων αριστερών και κομμουνιστών. Είναι ένας από τους πιο άτυχους πολιτικούς της σύγχρονης ιστορίας μας και αυτό διότι αθροίστηκα και οι δυο πρωθυπουργικές του θητείες αποτελούν διάστημα λίγο παραπάνω από ένα μήνα. Σε αυτόν αρχικά είχαν αποφασίσει στο συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε υπό τον στρατηγό Γιζίκη, να δώσουν τα ηνία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Εντούτοις, σε λίγες μόλις ώρες η επιλογή αυτή άλλαξε και επιλέχθηκε ένας άνθρωπος, το όνομα του οποίου η ιστορία θέλει να αποτελεί πρόταση του Ευάγγελου Αβέρωφ, που πίστεψαν πως ήταν η καταλληλότερη επιλογή για πρωθυπουργό.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν πολιτικός με μακροχρόνια πείρα, εν αντιθέσει με τον μετριοπαθή Παναγιώτη Κανελλόπουλο ήταν δυναμικός και με πυγμή, διατελώντας πρωθυπουργός για μια συνεχόμενη οκταετία, την πιο ευσταθή περίοδο διακυβέρνησης που γνώρισε η προδικτατορική Ελλάδα. Πλέον ήταν κοινά αποδεκτός από τον πολιτικό κόσμο και από το λαό και φυσικά δεν ενεπλάκη στα ταραχώδη γεγονότα που εκτυλίχθησαν κατόπιν της αυτοεξορίας του στο Παρίσι, εφόσον πρόκειται για τα περιστατικά που οδήγησαν στη γέννηση της Χούντας. Αντιμετώπισε με απόλυτη ψυχραιμία την επιστροφή του στην πατρίδα, καίτοι η ένταση και η συγκίνηση που τον καταλάμβαναν ήταν βαρύ φορτίο. Βάλλονταν από συγκεχυμένα συναισθήματα, μα κανείς δε μπορεί να φανταστεί πως ήταν εκείνη η τόσο προσωπική στιγμή για τον ίδιο. Όταν ο Τάκης Λαμπρίας του ανήγγειλε τις ειδήσεις του δελτίου του BBC, το οποίο ανέφερε πως οι Έλληνες τον ανέμεναν κρατώντας αναστάσιμες λαμπάδες, ο Καραμανλής του απάντησε με πλήρη διαύγεια ότι αυτό το γεγονός προσδιορίζει το μέγεθος των ευθυνών του. Η Αθήνα είχε πλημμυρήσει, οι δρόμοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι από το Σύνταγμα έως και το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Ο λαός υποδέχθηκε τον ηγέτη που εξασφάλισε την ελευθερία στην χώρα μας, καθώς και τη Δημοκρατία στη γενέτειρα της.

Στις 24 Ιουλίου, στις 4:00 π.μ., ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ όρκισε πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ενώ την ίδια μέρα το μεσημέρι ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο υπουργών. Στις 26 Ιουλίου συστάθηκε το υπουργικό συμβούλιο από το οποίο έλειπαν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και στελέχη από την Αριστερά. Τα δυο πρώτα εικοσιτετράωρα της Μεταπολίτευσης, όπως ο ίδιος ο Καραμανλής ανέφερε, ήταν από τις ποιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του και αυτό διότι εκείνος είχε αναλάβει την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην πατρίδα μας και την αποφυγή της ένοπλης σύρραξης με την Τουρκία, έπειτα από τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών. Επιπροσθέτως, επικρατούσε ο φόβος μιας ρήξης ανάμεσα στην Αριστερά και στη Δεξιά εντός των συνόρων μας ή η παλινόρθωση μιας Δικτατορίας.

Δεν ήταν αδύνατο να οδηγηθεί η χώρα σε ένοπλη σύρραξη με τη γείτονα χώρα κατόπιν της εισβολής στην Κύπρο, όπου το 7% είχαν καταλάβει τα τουρκικά στρατεύματα. Οι τριήμερες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη απεδείχθησαν ατελέσφορες και παραμονή Δεκαπενταύγουστου ξεκίνησε ο Αττίλας II με το θλιβερό αποτέλεσμα η Τουρκία να καταλάβει το 36% της νήσου. Η αλγεινή αυτή εξέλιξη οδήγησε τον Καραμανλή, που δε μπορούσε να πράξει τίποτα περισσότερο από διπλωματικές ενέργειες, να απομακρύνει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του NATO. Επ’ ουδενί λόγω θα έπρεπε να αποδώσουμε στο πρόσωπο του ευθύνες για την τραγωδία της Κύπρου. Στον αντίποδα, εντός της Ελλάδος οι εξελίξεις ήταν ευοίωνες, χάρη στην επινοητική κυβέρνηση και τα εμβριθή στελέχη της. Από την πρώτη στιγμή έκλεισε το στρατόπεδο της Γυάρου, δόθηκε εντολή αποφυλάκισης των πολιτικών κρατουμένων και αμνηστία στα πολιτικά αδικήματα. Με τον Ευάγγελο Αβέρωφ στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης επιτεύχθηκε ο πλήρης έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων και η απαλλαγή τους από όλους εκείνους που ρέμβαζαν την παλινόρθωση ενός δικτατορικού καθεστώτος. Τέλος, νομιμοποιήθηκαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις και τέθηκε σε εφαρμογή το Σύνταγμα του 1952. Η ελευθερία όλων των πολιτών άλλωστε ήταν sine qua non για τη μετάβαση στη Δημοκρατία.

Η Δικτατορία και όσα συνέβησαν στη διάρκεια της δεν άφησαν ανεπηρέαστη την κοινή γνώμη. Οι αριστερές ιδεοληψίες δεν ήταν ανέκαθεν συμφυείς με τη σκέψη των Ελλήνων. Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης περνούσαν και η άποψη του λαού για την πολιτική ζωή μεταβλήθηκε προς την Αριστερά, η οποία όπως είθισται διαθέτει επιχειρηματολογία εύηχη που ακούγεται σαν σονάτα. Οι δικτάτορες, με την παρουσίαση μιας κομμουνιστικής απειλής, δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για να καταλήξουν πάμπολλοι Έλληνες να αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί και κομμουνιστές. Ακριβώς επειδή μια αξιοσημείωτη μερίδα του ελληνικού λαού στράφηκε στην Αριστερά, ο Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ. Τον αντικομουνισμό διαδέχθηκε ο αντιφασισμός, έτσι το μίσος και η απαξίωση για κάθε μορφή της Δεξιάς υπεισήλθε στην κοινωνία, γεγονός που φάνηκε με τη σταδιακή πτώση της ΝΔ και την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου με το αρχικά αβληχρό ΠΑΣΟΚ. Η αγάπη για τα εθνικά φρονήματα και τα ιδεώδη του κράτους της Δεξιάς αλλοιώθηκε σημαντικά, κάτι που σε συνδυασμό με το λαϊκισμό και τον κρατισμό προξένησε προβλήματα που σαρώνουν ως κύμα την Ελλάδα μέχρι και σήμερα. Επηρέασε λίγο και η πνευματική ηγεμονία της Αριστεράς που καπηλεύτηκε την πτώση της Δικτατορίας και ακόμη λίγο η ντροπή της Δεξιάς για όσα σφάλματα έκανε στην πρότερη περίοδο του αιώνα. Ωστόσο, μεταδικτατορικά το οικοδόμημα της Δύσης μετονομάστηκε σε Ευρώπη και ΕΟΚ. Οι άκρως συντηρητικές αξίες του παλιού κόσμου μετατράπηκαν σε φιλελεύθερες και πιο δημοκρατικές αρχές. Μολονότι ο Καραμανλής προσπάθησε να τις διαδώσει στους Έλληνες, η απομάκρυνση από τη Δεξιά υπερίσχυσε της προσπάθειας του, ντρεπόσουν να αυτοχαρακτηριστείς δεξιός.

Η Μεταπολίτευση, η ώρα της Δημοκρατίας το ξημέρωμα της 24ης Ιουλίου υποσχέθηκε πολλά και ίσως σήμερα αγνοούμαι επιμελώς τη σημασία αυτής της ημέρας. Ο Εθνάρχης δε θα ήθελε η Ελλάδα για την οποία έδωσε τη ζωή του να περάσει στα χέρια ανδρείκελων, μη διορατικών και τακτικιστικών πολιτικών που καταστρέφονται από το χαρακτήρα και τα πάθη τους όπως συνέβη με το Μάρκο Αντώνιο. Δε θα ήθελε οι Ευρωπαίοι να ζήσουμε ξανά στιγμές ανάλογες με αυτές πριν την ειρήνη της Βεστφαλίας, ορρωδώντας μπροστά στους καταστροφείς της ευρωπαϊκής ιδέας. Αν σήμερα ωρυόμαστε, μάθαμε να κρίνουμε τον καθένα και βάζουμε κάθε πολιτικό στο ίδιο τσουβάλι, ας σκεφτούμε ότι ο κλοιός τη μέρα αυτή ήταν ακόμη πιο ασφυκτικός απ’ ότι σήμερα που διερχόμαστε μια οικονομική καταιγίδα. Παραμένει πολυσήμαντο να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο για τον τόπο και αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από την ημέρα αυτήν είναι η εθνική ομοψυχία και η συνεργασία όσων πίστεψαν σε αρχές φιλελεύθερες και αξίες δημοκρατικές προκειμένου η Ελλάδα να σταθεί ξανά όρθια, όπως έκανε πριν από τέσσερεις δεκαετίες ο Εθνάρχης. Δε γιορτάζουμε σήμερα απλώς την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, μαζί με αυτό γιορτάζουμε και την αναγέννηση της ελπίδας να πορευτούμε ως Έθνος ξανά στο ξέφωτο κάτω από έναν ανέφελο ουρανό, κάτι που έχουμε ανάγκη για ακόμη μια φορά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.