Η μάχη της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824)

Στις 2 Οκτ 1823 οι Μουσταής και Ομέρ με τα τουρκοαλβανικά ασκέρια τους άρχισαν από κοινού να βομβαρδίζουν το Ανατολικό, νησίδα μέσα στη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου με 2000 κατοίκους, αλλά το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες, πλήττοντες τις εχθρικές θέσεις.

Αυτό συνεχιζόταν για 40 συνεχείς μέρες, ενώ το Μεσολόγγι έμενε απείραχτο. Στο τέλος ο Κίτσος Τζαβέλας σοφίστηκε να στήσει με 300 άνδρες ενέδρα στη θέση Σκαλί, πάνω στο δρόμο από Ανατολικό προς Μεσολόγγι. Οι Τούρκοι απώλεσαν 350 ιππείς και πολλά λάφυρα περιήλθαν στα χέρια του Κίτσου Τζαβέλα.

Τελικά οι δύο πασάδες, βλέποντας ότι το ηθικό των ανδρών τους κατέπιπτε από τις επιτυχίες των Ελλήνων, αλλά και επειδή ο στόλος τους είχε αποσυρθεί και ο στρατός τους υπέφερε από το κλίμα του Μεσολογγίου, στις 17 Νοε εγκατέλειψαν τη πολιορκία του Ανατολικού και στις 19 πέρασαν τον Ασπροπόταμο με κατεύθυνση τα πασαλίκια τους. Η εκστρατεία Δυτ. Στερεάς που τόσο είχε διαφημιστεί απέτυχε, και η Ναύπακτος και το Αντίρριο ήταν τα μόνα τουρκικά φρούρια σ’ αυτή. Η πολεμική αρετή και ιδιοφυΐα του Κίτσου Τζαβέλα έλαμψε σ’ όλη την επαναστατημένη Ελλάδα.

Μετά την σύμπτυξη των δύο προαναφερθέντων πασάδων στις βάσεις τους, οι μόνιμες τουρκικές δυνάμεις στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1824 ήταν αμυντικά διαρθρωμένες. Τμήματα τουρκικού στρατού από 2000 – 3000 άνδρες κρατούσαν τα φρούρια της Πάτρας, Ρίου, Ναυπάκτου, Αντιρρίου, Χαλκίδας κ.ά. Η ύπαιθρος ελέγχονταν από δυνάμεις της επανάστασης, που ήταν όμως διαβρωμένες από την εμφύλια διαμάχη και κατά κάποιο τρόπο πολεμικά ακινητοποιημένες.

Στα μέσα Ιουλίου του 1824 οι Τούρκοι διεξήγαγαν τη μόνη εκκαθαριστική τους επιχείρηση εκείνης της χρονιάς. Ο Δερβίς πασάς της Ρούμελης με 10.000 άνδρες δοκίμασε να θέσει υπό τον έλεγχο του την περιοχή, αλλά αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τους ντόπιους καπεταναίους Δήμο Σκαλτσά, Νοταρά, και τους Χρ. Περαιβό, Κίτσο Τζαβέλα και άλλους Σουλιώτες πολεμιστές στη μάχη της Άμπλιανης, επάνω στο δρόμο Σαλώνων – Γραβιάς, όπου κυριολεκτικά ο Κίτσος Τζαβέλας διακρίθηκε για την στρατιωτική του ιδιοφυΐα.

Στα μέσα του Ιουνίου 1824 ο Δερβίς πασάς με 10.000 άνδρες στρατοπέδευσε στο Λιανοκλάδι. Ο Γιουσούφ πασάς και ο Αμπίζ πασάς με 6.000 πεζούς και 1000 ιππείς πήραν διαταγή να προχωρήσουν στη Γραβιά, και να επιτεθούν στα Σάλωνα. Την αναχαίτιση του εχθρού στα Σάλωνα ανέλαβαν ο Πανουργιάς, ο Δυοβουνιώτης και ο Γ. Δράκος, τους οποίους αργότερα ενίσχυσε ο Κίτσος Τζαβέλας με τους Σουλιώτες και ο Παν. Νοταράς. Τη νύχτα της 13 Ιουλίου οι Τούρκοι, που στο μεταξύ ενισχύθηκαν, κίνησαν 12.000 Αλβανούς με δύο κανόνια από τη Γραβιά προς τα Σάλωνα. Ξημερώνοντας έφθασαν στην Άμπλιανη, που βρήκαν αμυνόμενους περίπου 3.000 άνδρες.

Οι Τούρκοι έκαναν σφοδρές επιθέσεις στην τοποθεσία μέχρι το απόγευμα. Μέχρι που έφθασαν ενισχύσεις των Ελλήνων που κατόρθωσαν να αντεπιτεθούν και να διασπάσουν το αριστερό πλευρό της διάταξης τους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, επωφελούμενος τότε από τη δυσχερή θέση του εχθρού, όρμησε κατά πάνω με τους άνδρες του και τους ανάγκασε σε άτακτο φυγή. Η φυγή σε λίγο γενικεύθηκε και οι Τούρκοι αποδεκατίστηκαν στην κυριολεξία. Άφησαν στο πεδίο της μάχης περί τους 2.000 νεκρούς.

Οι τελευταίοι μήνες του 1824 χαρακτηρίζονται από την οξεία πολιτική διαμάχη μεταξύ των Ρουμελιωτών, υποστηριζόμενων και υπό των Σουλιωτών, και των Πελοποννησίων. Ο Κωλέττης, που ενδιαφερόταν κυρίως για τη σύλληψη του Ζαΐμη, ενήργησε ώστε στις 3 Δεκ να αποβιβαστούν από το Στρατόπεδο Σαλώνων στο Αίγιο 3.000 άνδρες με αρχηγούς τους Κίτσο Τζαβέλα, Λ. Βέϊκο, Χρ. Περαιβό, Κ. Μπότσαρη, Α. Ίσκο, Γ. Βαλτινό, Τ. Ζέρβα και Γ. Δράκο. Μαζί τους αυτόκλητος ήλθε και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Η τελευταία μάχη με τους λεγόμενους «αντάρτες» δόθηκε στην Κερπινή. Μετά από σφοδρές μάχες οκτώ ημερών κατόρθωσαν στις 17 Δεκ να καταλάβουν την κωμόπολη. Οι Ζαΐμης, Λόντος και Νικηταράς με τους οπαδούς τους πέρασαν στο Μεσολόγγι και ζήτησαν άσυλο από το Μαυροκορδάτο.

Τα γεγονότα είχαν ως εξής: Στις πρώτες φάσεις της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι προύχοντες συσπειρώνονται γύρω από την Πελοποννησιακή Γερουσία και αντιμάχονται την ιδέα της δημιουργίας συγκεντρωτικών κρατικών δομών δυτικού τύπου, την οποία εισηγείται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Μετά την Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), οι οπαδοί της ιδέας της δημιουργίας συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού ενισχύουν τη θέση τους περιορίζοντας, ταυτόχρονα, τη δύναμη όσων επιμένουν στη διατήρηση της ύπαρξης τοπικών κέντρων εξουσίας. Όμως, μετά την ένταξη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο νέο κυβερνητικό σχηματισμό από τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, η πολιτική σύγκρουση μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικών φορέων εξουσίας μετατρέπεται σε αντιπαράθεση μεταξύ των φορέων της εκτελεστικής και αυτών της νομοθετικής εξουσίας.

Γύρω από τους φορείς της εκτελεστικής εξουσίας – τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – συσπειρώνονται – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και συγκεκριμένα των προκρίτων του Αιγίου Ανδρέα Λόντου και των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, που τάσσονται αλληλέγγυοι με τον Μαυροκορδάτο – οι προύχοντες της Πελοποννήσου και οι τοπικοί στρατιωτικοί ηγέτες.

Αντίθετα, γύρω από τους φορείς της νομοθετικής εξουσίας, του Βουλευτικού δηλαδή, συσπειρώνονται οι «ετερόχθονες» πολιτικοί, οι εκπρόσωποι των νησιών, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς (π.χ. Γκούρας, Καραϊσκάκης, Μακρυγιάννης), καθώς και οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί (Κίτσος Τζαβέλας).

Η ρήξη των σχέσεων μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού οδήγησε τελικά στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1824.
Τον Νοέμβριο του 1824 Ρουμελιώτες και Σουλιώτες οπλαρχηγοί (με προεξάρχοντα τον Γκούρα) εισέβαλαν στην Πελοπόννησο για να καταστείλουν την εξέγερση των εντόπιων προκρίτων και οπλαρχηγών, με τους οποίους είχαν συμπαραταχθεί πλέον και οι Ζαΐμης και Λόντος, και να εδραιώσουν με τη βία την κεντρική εξουσία που αμφισβητούνταν.

Η στρατιωτική σύγκρουση κατέληξε στην ήττα των Πελοποννησίων και στη φυλάκιση των ηγετών τους, οι οποίοι, ωστόσο, στη συνέχεια αμνηστεύτηκαν σε μια προσπάθεια υπέρβασης των αντιπαραθέσεων, εμπέδωσης του εθνικού φρονήματος και συγκρότησης μιας νέας εθνικής – και όχι τοπικής πλέον – συλλογικότητας, αφού όμως προηγουμένως είχαν διαμορφωθεί νέοι συσχετισμοί πολιτικής δύναμης.

Ο μόνος που πλήρωσε με τη ζωή του την εμφύλια διαμάχη ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, αν και δεν είχε συμμετοχή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν.

* Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α. αρθρογράφος, συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.