Η κρίση έφυγε… η σκιά της παραμένει!

Διατηρεί το «αποτύπωμά» της στα χαμηλότερα κυρίως οικονομικά στρώματα

– Αποκαλυπτικά τα στοιχεία έρευνας της ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών

– Η μεσαία τάξη προσπαθεί να ορθοποδήσει…

• Φαίνεται πως θα χρειαστεί ακόμη αρκετός χρόνος μέχρι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού να αποτινάξει από πάνω της την βαριά σκιά της 10ετούς οικονομικής κρίσης που έπληξε καίρια τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Μπορεί να ολοκληρώθηκαν τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και η χώρα να οδεύει προς μια κανονικότητα, ωστόσο η μεσαία τάξη που δέχθηκε και τα μεγαλύτερα πλήγματα, βρίσκεται στο στάδιο που προσπαθεί να ορθοποδήσει ξανά, έχοντας βέβαια κληρονομήσει αρκετά χρέη τα οποία και επιχειρεί να ρυθμίσει! Ας σημειωθεί ότι ο όγκος των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας στα 105,6 δισ. ευρώ.

Στο μεταξύ, τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, τόσο με τους εξ Ανατολών γείτονες, όσο και με την επιδημία του κορωνοϊού, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα έχουν αντίκτυπο και στον τομέα της οικονομίας.

Διατηρείται το αποτύπωμά της…
Πάντως τα στοιχεία της έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών με έτος αναφοράς το 2019 είναι ενθαρρυντικά, καθώς αποτυπώνεται η γενικότερη αισιοδοξία που επικρατεί στους φορείς της οικονομίας (επιχειρήσεις, νοικοκυριά, επενδυτές) αν και επισημαίνονται οι προκλήσεις που κυρίως αφορούν τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έρευνα «παγιώνεται η αντίληψη ότι η χώρα έχει υπερβεί οριστικά τη δυσκολότερη περίοδο της πρόσφατης οικονομικής της ιστορίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει, η 10ετής οικονομική κρίση διατηρεί το αποτύπωμά της στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, τα οποία συνεχίζουν να βρίσκονται στο κατώφλι σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών αβεβαιοτήτων (υπερχρέωση και φτώχεια). Είναι προφανές ότι η αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας, η οποία αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για τη διαμόρφωση ενός ενάρετου κύκλου της ελληνικής οικονομίας, που θα παράξει περισσότερες θέσεις εργασίας και θα αυξήσει τις επενδύσεις,  δεν μπορεί να υλοποιηθεί αποτελεσματικά αν δε συνδυαστεί με ένα μίγμα σύγχρονων παρεμβάσεων στην κοινωνική πολιτική και την εισοδηματική επάρκεια των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων».

Εισόδημα – οικονομική κατάσταση 
Όπως αναφέρεται στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για πρώτη φορά το ισοζύγιο θετικών-αρνητικών προβλέψεων για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού είναι θετικό (27,7% έναντι 21,9%).

Η παραπάνω τάση εκφράζεται τόσο στο σκέλος των εισοδηματικών ροών προς τα νοικοκυριά, αλλά και μέσω της βελτίωσης των δεικτών υπερχρέωσης, δεν αποτυπώνεται όμως στους δείκτες εγχώριας ζήτησης.

Η έρευνα καταγράφει για πρώτη φορά διψήφια αύξηση στο ποσοστό των νοικοκυριών που σημείωσε ετήσια αύξηση εισοδημάτων (11,1%). Ως επί το πλείστον, η αύξηση αυτή οφείλεται στην αύξηση ονομαστικών μισθών, στην επανένταξη ανέργων και την αύξηση κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα. Το 68% των νοικοκυριών διατήρησε σταθερή την εισοδηματική του βάση.

Ωστόσο, ανησυχία προκαλεί η οικονομική βιωσιμότητα του μέσου νοικοκυριού, καθώς εκτιμάται ότι το εισόδημα των νοικοκυριών εξαντλείται στις 19 ημέρες μεσοσταθμικά. Για τα νοικοκυριά με το χαμηλότερο εισόδημα, ο αριθμός αυτός μειώνεται τουλάχιστον κατά 3 ημέρες.

Επίσης το 12,9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για να καλύψουν ούτε τις βασικές τους ανάγκες.

Απασχόληση – ανεργία
Σύμφωνα με την έρευνα περίπου 3 στα 10 νοικοκυριά (29,5%) έχουν στην οικογένεια ένα τουλάχιστον άτομο σε ανεργία. Το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας (άνω του έτους) ανέρχεται στο 68,2% του συνολικού αριθμού των ανέργων

Ένα στα δέκα νοικοκυριά δηλώνει ότι ένα τουλάχιστο μέλος της οικογένειας έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό για την εύρεση εργασίας. Το στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι ότι για πρώτη φορά καταγράφεται σε έρευνα ότι ένα ποσοστό περί το 30% των αποδημούντων έχει επιστρέψει στη χώρα μας κάποια προηγούμενη χρονική περίοδο.

Οικονομικές υποχρεώσεις
Όσον αφορά τις οικονομικές υποχρεώσεις, το 16,1% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία. Τα πολυμελή νοικοκυριά, καθώς και όσα έχουν τουλάχιστον έναν άνεργο σημειώνουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά (άνω του 20%). Το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών (ΑΑΔΕ 2020) ανέρχεται στα 105,6 δισ. ευρώ, και ο συνολικός αριθμός οφειλετών υπερβαίνει τα 4 εκατ.

Πάνω από το 50% των οφειλετών (2,5 εκ.), έχουν χρέη έως 500 ευρώ, ενώ 1,5 εκ. έχουν χρέη από 500 ευρώ έως 10.000 ευρώ.

Οι ρυθμίσεις οφειλών από την άλλη φαίνεται να έχουν ευεργετικές συνέπειες για τα νοικοκυριά, καθώς το 70,8% των οφειλετών δηλώνει ότι έχει αξιοποιήσει τουλάχιστο κάποια διάταξη αναδιάρθρωσης οφειλής στις φορολογικές αρχές. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι έχει μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των φορολογουμένων που εκτιμά ότι το επόμενο έτος δεν θα ανταποκριθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις (10,8% έναντι 20,8% στην προηγούμενη έρευνα).

Προς τράπεζες…
Το 35,5% των νοικοκυριών δήλωσε ότι έχει δανειακές υποχρεώσεις προς τράπεζες (κάρτες δανείων, καταναλωτικά, στεγαστικά δάνεια). Από αυτά τα νοικοκυριά περισσότερα από 1 στα 5 (22%) έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές (ποσοστό μειούμενο σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα).

Αντίστοιχα 1 στα 5 (18,4%) νοικοκυριά δηλώνει ότι κατά το τρέχον έτος δεν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις οφειλές του προς τις τράπεζες. Το συνολικό ύψος των δανείων των νοικοκυριών (στεγαστικά και καταναλωτικά) ανέρχεται, με βάση στοιχεία της ΤτΕ σε 71,5 δισ. (Σεπτέμβριος 2019, εξέλιξη δανείων και καθυστερήσεων). Τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια των νοικοκυριών ανέρχονται στο 44,4%. Αντίστοιχα, τα ΜΕΔ των επιχειρήσεων ανέρχονται στο 40,4%. Το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ρύθμιση ήταν τον Ιούνιο του 2019, 27,2 δισ.
Το 89,8% των νοικοκυριών διαμένει σε ιδιόκτητο σπίτι. Από αυτά 1 στα 5 νοικοκυριά (20,1%) έχει ενεργό στεγαστικό δάνειο.

Περισσότερο από 1 στα 10 (14,7%) νοικοκυριά έχει καθυστερημένες οφειλές προς τις τράπεζες για το στεγαστικό του δάνειο, ενώ το 14,3% καταβάλει τις δόσεις του με κάποια καθυστέρηση.

Τάσεις κατανάλωσης
Τα ευρήματα της έρευνας σχετικά με την κατανάλωση συγκεκριμένων ειδών (ένδυση – υπόδηση, οικιακά είδη) συνάδουν με τα πορίσματα του εμπορικού κόσμου για διατήρηση ενός ασθενούς επιπέδου εγχώριας κατανάλωσης.
Αντίθετα, αύξηση κατανάλωσης παρατηρείται για βασικές ανάγκες (είδη διατροφής, λογαριασμούς σπιτιού και φάρμακα), γεγονός που ενδεχόμενα εξηγείται από τις αυξητικές τάσεις των τιμών σε τρόφιμα (φρούτα, κρέας), ενέργεια – μετακινήσεις, φαρμακευτικά είδη ύλες (ΔΤΚ, ΕΛΣΤΑΤ, σύγκριση Δεκεμβρίου 2019 με Δεκέμβριο του 2018 όπου οι αυξήσεις σε ορισμένα είδη υπερβαίνουν το 3%).

Σημαντικά υψηλοί παραμένουν οι δείκτες που αφορούν την καθυστέρηση κάλυψης κάποιας ανάγκης, εξ αιτίας οικονομικής αδυναμίας (3 στους 10 καθυστέρησαν να αναζητήσουν την κατάλληλη θεραπεία για κάποια ιατρικό πρόβλημα, ενώ 2 στους 10 καθυστέρησαν να πληρώσουν το ρεύμα). Είναι χαρακτηριστικό ότι το 26,3% αύξησε τη δαπάνη για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, γεγονός που επαληθεύει την υπόθεση ότι η ιδιωτική δαπάνη υγείας παραμένει υψηλή στη χώρα μας.

πρωινός λόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.