Η κοινωνική δικαιοσύνη και η Ρόζα η γκρινιάρα

Γράφει ο Μύρων Ζαχαράκης, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Φιλοσοφίας

Όταν ήμουν στο σχολείο, είχα έναν συμμαθητή που απολάμβανε να κακολογεί και να συκοφαντεί τους άλλους. Προκειμένου να σε θίξει, χρησιμοποιούσε διάφορα αρνητικά στερεότυπα, που περιελάμβαναν το φύλο, την καταγωγή ή κάποια συνήθεια που είχες (ή εκείνος νόμιζε πως είχες). Επιπλέον, είχε και την πονηριά να παριστάνει ότι είναι φίλος σου και σε ακούει, έτσι ώστε να τον εμπιστεύεσαι και να του λες για τον εαυτό σου, με αποτέλεσμα εκείνος να συγκεντρώνει το υλικό που χρειαζόταν για να το μεταχειριστεί εναντίον σου με την πρώτη ευκαιρία.

Συγκεκριμένα, όταν σε πρωτογνώριζε, αρχικά ήταν ευγενικός και εξυπηρετικός, μέχρι που έβρισκε (ή επινοούσε) κάτι αρνητικό σε σένα που να μπορεί να το μοιραστεί με τους άλλους. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, σου κολλούσε ένα αρνητικό υποκοριστικό, το οποίο θα σε ακολουθούσε ενδεχομένως και για 1-2 χρόνια μετά. Βέβαια, δεν ήταν ο μόνος που κακολογούσε τους άλλους, ούτε οι υπόλοιποι καθόμασταν άπραγοι. Αντιθέτως, εξαιτίας της συμπεριφοράς του, ουσιαστικά δεν είχε φίλους παρά μονάχα ορισμένες δήθεν παρέες με τις οποίες τσακωνόταν συχνά πυκνά. Φυσικά, αν τον ρωτήσεις τώρα, θα σου πει ότι στο σχολείο πέρασε άσχημα γιατί δεχόταν κοροϊδίες και bullying και πιθανότατα θα έχει ξεχάσει τα περισσότερα που έκανε ο ίδιος σε άλλους.

Και πράγματι, όταν ξαναήρθα σε επαφή μαζί του, μερικά χρόνια αργότερα, η συμπεριφορά του έμοιαζε διαφορετική: όχι απλώς απέφευγε να μιλήσει για τις αρνητικές σχολικές μας εμπειρίες, αλλά ήταν πιο σοβαρός, ήσυχος και ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος με τα προβλήματα των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων και των διαφόρων μειονοτήτων. Αγαπημένη του απασχόληση ήταν να σχολιάζει στα social media (ιδιαίτερα στο Twitter) δηλώσεις γνωστών πολιτικών προσώπων, χαρακτηρίζοντάς τους «ακροδεξιούς» και «φασίστες». Όταν του υπερασπίστηκα μια φορά τους συμμετέχοντες στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, με χαρακτήρισε «χουντοβασιλικό» (;).

Φυσικά, το συγκεκριμένο παιδί, που κατά βάθος το συμπαθούσα πολύ, αποτελεί μονάχα ένα παράδειγμα ενός γνωστού και σύγχρονου ανθρωπολογικού τύπου. Πρόκειται για τον «μαχητή κοινωνικής δικαιοσύνης» (“social justice warrior”), όπως αποκαλούν στην Αμερική αυτή την κοινωνική ομάδα. Είναι φαινομενικά συνηθισμένα άτομα, συνήθως νέα ηλικιακά. Κύρια ενδιαφέροντά τους είναι φεμινισμός, η οικολογία και κυρίως, η υπεράσπιση των κάθε λογής μειονοτήτων.

Και εδώ ερχόμαστε στο κύριο ερώτημα: τι το κακό έχει να υπερασπίζεται κανείς τις διάφορες αδικημένες μειονότητες μέσα σε μια κοινωνία; Τίποτε, εκτός από το γεγονός ότι για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων αυτή η υπεράσπιση είναι μονάχα μια πρόφαση για να ξεσπάσουν σε βρισιές με έναν κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων ατόμων: με αφορμή έναν φαινομενικά αγαθό σκοπό, δε διστάζουν να επιτεθούν και να συκοφαντήσουν τον οποιονδήποτε.

Αυτοπροβάλλονται ως υπερασπιστές των θυμάτων του bullying και στην πραγματικότητα είναι οι ίδιοι οι μεγαλύτεροι εκφοβιστές. Η ίδια η κοινωνική ευαισθησία τους δεν είναι παρά μια, κατά κάποιον τρόπο, κεκαλυμμένη και κοινωνικά αποδεκτή αφορμή να εκφράσουν τα κόμπλεξ τους. Διότι δεν είναι πειστικό ότι άτομα που δηλώνουν ευαίσθητα απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχουν δει σχεδόν ποτέ, μπορούν να είναι τόσο σκληροί και άδικοι απέναντι σε γνωστούς τους (τουλάχιστον σε όσους δεν ταυτίζονται πλήρως μαζί τους). Άνθρωποι τόσο ανήσυχοι για τον ρατσιστικό στιγματισμό ορισμένων κοινωνικών ομάδων, δε διστάζουν να στιγματίσουν έναν γνωστό τους ως «φασίστα» ή «ακροδεξιό» ή «χουντικό» ή «δεξιό» (πράγμα που γι’ αυτούς είναι το ίδιο με τα προηγούμενα), απλά και μόνο επειδή η άποψή του διαφοροποιείται λίγο από τη δική τους.

Μερικοί από αυτούς είναι οπαδοί της διατήρησης του ακαδημαϊκού ασύλου, επειδή νομίζουν ότι κατοχυρώνει την ελεύθερη διακίνηση (των δικών τους και μόνο) ιδεών. Συνήθεις αντίπαλοί τους είναι ο φασισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και σε ορισμένες περιπτώσεις, ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός και το «δόγμα του σοκ». Στη black list τους, εκτός από την τριανδρία Orban-Trump-Salvini, είναι επίσης γνωστοί κωμικοί όπως ο Μάρκος Σεφερλής και είναι ακριβώς τέτοια άτομα που έκαναν αναφορές για να ρίξουν τη σελίδα του σκιτσογράφου «Αρκά», επειδή παρουσίαζε ένα αστείο με μια υπέρβαρη γυναίκα. Μάλιστα, ο σκιτσογράφος, που οι ίδιοι τον έχουν κατηγορήσει μέχρι και για νεοναζισμό κατά καιρούς, τους έχει σκιαγραφήσει στην πρόσφατη συλλογή του, «Ρόζα η γκρινιάρα».

Πραγματικά, η ουσία αυτών των ατόμων είναι η γκρίνια. Αν μάλιστα δοκιμάσεις να τους φέρεις αντίρρηση για οποιοδήποτε θέμα, σου προσάπτουν διάφορους (όχι και τόσο κοσμητικούς) χαρακτηρισμούς και σου δίνουν ορισμένες ευχές που ούτε στον χειρότερο εχθρό μου δε θα έδινα. Συχνά τους ακούς να λένε πως είναι απαράδεκτο να έχουμε ομοφοβικά και ρατσιστικά παραληρήματα σε μια δημοκρατική κοινωνία και εν έτει 2019. Οι ίδιοι όμως δεν ενοχλούνται καθόλου από τη λογοκρισία.

Πόσοι από αυτούς διαμαρτυρήθηκαν όταν πχ το YouTube μπλόκαρε Βρετανούς καθηγητές Ιστορίας από την υπηρεσία του για τη μεταφόρτωση αρχειακού υλικού με τον Hitler ή όταν το Facebook αποφάσιζε τον περιορισμό της «ρητορικής μίσους»; Άνθρωποι που όταν διωκόταν ο νεαρός που είχε φτιάξει μια βλάσφημη σελίδα στο Facebook διαμαρτύρονταν που σαν χώρα έχουμε ακόμη νόμους περί βλασφημίας, δεν έχουν καμία αντίρρηση όμως να απαγορευτούν συγκεκριμένοι λογαριασμοί που θίγουν την πολιτική τους agenda. Όταν όμως το σύστημα απαγορεύει εκπαιδευτικά videos για τον Hitler, το μόνο που δείχνει είναι τον πανικό του απέναντι στην αυξημένη δύναμη των εξτρεμιστών. Αυτό συμβαίνει όταν το σύστημα τείνει να υιοθετεί τη λογική των συγκεκριμένων «μαχητών».

Υπογραμμίζω το εξής: είναι απολύτως λογικό να εξεγείρεσαι ενάντια στην κακομεταχείριση των αλλοδαπών ή των μουσουλμάνων σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το παράλογο είναι να ευαισθητοποιείσαι με αυτό και την ίδια στιγμή να «κάνεις γαργάρα» την εξόντωση των χριστιανών. Και είναι ακριβώς αυτό που οι περισσότεροι «μαχητές κοινωνικής δικαιοσύνης» κάνουν. Γιατί στην ουσία, δεν είναι ούτε πραγματικοί μαχητές, ούτε ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό που θέλουν είναι να βρουν κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο, την κοινωνία, να αναλάβει την ευθύνη για τα προσωπικά τους προβλήματα, ή απλώς να ξεσπάσουν το κόμπλεξ τους με έναν φαινομενικά αποδεκτό τρόπο. Όσο για τον παλιό συμμαθητή μου, αν τον συναντήσω ξανά, ίσως να μου πει πόσο τον συγκινεί η περιβαλλοντική δράση της νεαρής Γκρέτα Τούνμπεργκ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.