Η κίνηση του Ερντογάν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ μας

Γράφει ο Αντώνης Μιχελόγγονας, Νομικός

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η τελευταία κίνηση του Ερντογάν να προωθήσει τα στίφη των λαθρομεταναστών στη χώρα μας ως αντίδραση στα γεγονότα του Ιντλίμπ φαίνεται ότι άνοιξε οριστικά τα μάτια του πρωθυπουργού.

Απ’ όταν θυμάμαι το λαθρομεταναστευτικό ζήτημα να βρίσκεται στην πολιτική ατζέντα, οι απόψεις που άκουγες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες.

Η πρώτη πλευρά είμαστε όσοι θεωρούμε πως η καθημερινή παραβίαση των συνόρων από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων και η παράνομη παραμονή τους στο εσωτερικό της χώρας, με το επίσημο κράτος να μην αντιδρά καθόλου, δεν είναι μια φυσιολογική κατάσταση που πρέπει να ζήσουμε μαζί της. Για αυτό ζητούσαμε από το κράτος να προστατεύσει τα σύνορα, να εφαρμόσει πολιτικές αποτροπής, να εντοπίσει και να περιορίσει όσους βρίσκονται στη χώρα παράνομα και να απελάσει πίσω στις χώρες απ’ όπου προήλθαν όσους κριθεί ότι δεν έχουν δικαίωμα να παραμείνουν.

Η δεύτερη πλευρά είχε άλλη άποψη. Οι αυτοαποκαλούμενοι ως ανθρωπιστές, μετριοπαθείς ρεαλιστές κοκ,εμφορούμενοι από κίνητρα είτε ανθρωπιστικά είτε ιδεολογικά, δεν πιστεύουν πως η παραβίαση των συνόρων συνιστά προβληματική κατάσταση, ούτε ότι συντρέχει λόγος ανησυχίας για την παράνομη παραμονή στη χώρα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Ως εκ τούτου, δεν ενδιαφέρονται για προστασία των συνόρων, αποτροπή, επαναπροωθήσεις κοκ. Για αυτούς το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην παράνομη είσοδο και παραμονή, αλλά στη μετέπειτα διαχείριση. Τους ενδιαφέρουν ζητήματα όπως που θα διαμένουν όσοι εισέρχονται, αν θα μείνουν στην Ελλάδα ή αν θα φύγουν στην Ευρώπη, πως θα στηριχθούν για να επιβιώσουν κοκ.

Δε χρειάζεται φυσικά να επισημάνω ότι η κυρίαρχη άποψη στην ελληνική ελίτ ήταν πάντα η δεύτερη. Απότοκο της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς. Στην κοινωνία δε θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο, εκεί γενικά οι δύο απόψεις ήταν μοιρασμένες, ίσως δε να υπήρχε και μια οριακή υπεροχή της πρώτης. Δεδομένου όμως ότι η δεύτερη άποψη ήταν πάντα η κυρίαρχη στα ΜΜΕ, στον καλλιτεχνικό κόσμο, στους διανοούμενους κοκ, ήταν αυτή που χαρακτήρισε το σύνολο των ελληνικών κυβερνήσεων.

Το πραγματικό πρόβλημα της παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα λαθρομεταναστών υπάρχει εδώ και δεκαετίες, δυστυχώς χωρίς επαρκή ουσιαστική αντιμετώπιση. Είναι αληθές ότι ελάχιστα το άγγιξαν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Λαμπρή εξαίρεση αποτέλεσε μόνο η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, την τριετία 2012-2015. Οι προσωπικές ευαισθησίες του τότε πρωθυπουργού σε συνδυασμό με την αυξημένη πίεση που δεχόταν τόσο από την κοινωνία όσο και από το πολιτικό σύστημα, είχαν ως αποτέλεσμα τη λήψη σειράς σκληρών μέτρων που βελτίωσαν αισθητά την κατάσταση.

Η ολοκλήρωση του φράχτη στον Έβρο και η ενίσχυση των θαλασσίων συνόρων οδήγησαν σε δραστική μείωση, ενίοτε και μηδενισμό των ροών. Η δημιουργία, για πρώτη φορά, κλειστών κέντρων κράτησης και η αύξηση των επαναπροωθήσεων, αφενός περιόρισε σημαντικά την εγκληματικότητα την προερχόμενη από αλλοδαπούς, αφετέρου έστειλε ισχυρό μήνυμα αποτροπής στα κέντρα διακίνησης λαθρομεταναστών. Ως αποτέλεσμα αυτού, το λαθρομεταναστευτικό, που στις εκλογές του 2012 ήταν δεύτερο, μετά την οικονομία, στη σειρά προτεραιότητας της κοινής γνώμης, στις εκλογές του 2015 ήταν σχεδόν ανύπαρκτο στη δημόσια ατζέντα.

Σε κάθε περίπτωση, με την εξαίρεση της ως άνω περιόδου, η ελληνική πολίτικη γύρω από το λαθρομεταναστευτικό κινούνταν πάντα σε αυτή τη λογική. Αποδεχόμαστε την ύπαρξη των λαθρομεταναστών ως κάτι αναπόφευκτο και αναπότρεπτο, και επικεντρώνουμε στη διαχείρισή τους μέχρι να φύγουν. Η πολιτική αυτή έφτασε στην κορύφωσή της επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Μετά το άνοιγμα των συνόρων και την αποτυχημένη προσπάθειά της να σπρώξει τις ανθρώπινες ροές προς τις ευρωπαϊκές χώρες, ακολούθησε η σύναψη της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, και η ελληνική πολιτική άλλαξε πλέον άξονα, ακολουθώντας αυτήν.

Στον άξονα αυτό επιχείρησε να κινηθεί, στα πρώτα βήματά της και η νέα κυβέρνηση. Μετά από μερικούς μήνες απραξίας, και αφότου ο Ερντογάν άνοιξε ξανά τη στρόφιγγα και άρχισε να στέλνει καραβιές, η κυβέρνηση προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας. Καταγραφή, περιορισμός σε κέντρα κράτησης, εξέταση αιτημάτων ασύλου και επαναπροωθήσεις.

Χρειάστηκε λίγος μόνο χρόνος για να αντιληφθεί εμπράκτως ότι προϋπόθεση για να λειτουργήσει αυτή η πολιτική είναι η συνεργασία της Τουρκίας. Και δεν είναι καθόλου δεδομένη. Οι ροές των λαθρομεταναστών είναι το μεγαλύτερο διπλωματικό όπλο του Ερντογάν απέναντι στην ΕΕ. Όσο ευλαβικά και να τηρεί η Ελλάδα τη συμφωνία, το γεγονός ότι ο Ερντογάν μπορεί ανά πάσα στιγμή να γεμίσει τα νησιά με περισσότερους λαθρομετανάστες από τους κατοίκους τους δεν αλλάζει. Και η εσωτερική κατάσταση της χώρας δε μπορεί να εξαρτάται από την τύχη των τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία.

Το πλαίσιο πολιτικής που όρισε η κυβέρνηση με την τελευταία απόφαση του ΚΥΣΕΑ αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το πρόβλημα έχοντας ως δεδομένη την κακή πίστη της Τουρκίας. Δεν επικεντρώνει στο πως θα διαχειριστεί τα ανθρώπινα πλήθη αφότου μπουν στη χώρα, ούτε στο πως θα τους επιστρέψει στην Τουρκία. Επικεντρώνει στο πως δε θα μπουν εξαρχής. Είτε αυτό σημαίνει ότι εμποδίζει την είσοδο από χερσαία και θαλάσσια σύνορα, είτε ότι τους αποθαρρύνει ξεκαθαρίζοντας πως όχι μόνο δε θα πάρουν άσυλο, αλλά δε θα μπορέσουν ούτε να υποβάλουν αίτηση.

Είναι η πρώτη φορά μετά το 2015, όταν και το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης μπήκε σε νέα φάση, που η Ελλάδα δείχνει εμπράκτως μια αξιοπρεπή στάση. Αρνείται να παίξει το παιχνίδι του Ερντογάν, να γίνει το θύμα του και το μέσο πίεσής του για την ΕΕ. Και με δεδομένο ότι οι ροές άρχισαν να επιστρέφουν στο εσωτερικό της Τουρκίας, η πολιτική αυτή αποδίδει.

Η βιαστική κίνηση του Ερντογάν ενεργοποίησε τα ελληνικά αντανακλαστικά κι η χώρα ανταποκρίθηκε. Μετά από χρόνια η Ελλάδα φαίνεται να αλλάζει ξανά στάση, και να αναπροσαρμόζει το ρόλο της στην περιοχή από παθητικό σε ενεργητικό. Ευελπιστώ να εμμείνει στη στάση αυτή και να μην υποχωρήσει σε εσωτερικές κι εξωτερικές πιέσεις για το αντίθετο.

Δε θα κρατηθώ όμως, και θα πω ότι η υιοθέτηση των πολιτικών αυτών, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, αποτελεί μια δικαίωση για εμάς, τους περιθωριοποιημένους υποστηρικτές της πρώτης άποψης. Μια αναδρομική δικαίωση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.