Η επερχόμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας

Η επερχόμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ισχυρότερη στην πράξη  απόδειξη αποκαταστάσης της διασαλευθείσας Συνταγματικής, θεσμικής και πολιτικής τάξης.

Γράφει ο Ανδρέας Τουλούπας, Δικηγόρος παρ Αρείω Πάγω, Μ.Δ.Ε Νομικής Σχολής Αθήνων

Παρά τη βαθιά, σχεδόν καθολική και εν μέρει βίαιη ως  προς την ιστορική Συνταγματική πορεία και εξέλιξη του θεσμού “αποψίλωση” των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω της αναθεώρησης του 1986, το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, ως ο θεμελιώδης Νόμος της ελληνικής Πολιτείας και ο καταστατικός χάρτης αυξημένης τυπικής ισχύος με τον οποίο πρέπει να συμφωνεί το σύνολο της έννομης και δικαικής τάξης, ορίζει σε σειρά  διατάξεών  του ότι:  “ Ο Προέδρος της Δημοκρατίας είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος”  (άρθρο 30 παρ. 1), “ Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκπροσωπεί διεθνώς τη χώρα, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί Συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας  και συμμετοχής σε διςεθνεί οραγμανζισμούς ή ενώσεις ” (άρθρο 36 παρ.1), “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Αρχηγός των ενόλων δυνάμεων της χώρας” (άρθρο 45 εδαφ. Α΄), έστω υπό τους σαφείς, ισχυρούς και εν μέρει ασφυκτικούς για τον θεσμικό ρόλο και λειτουργία του περιορισμούς του άρθρου 35 Σ.

Συνεπώς, είναι σαφές και ισχύει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε κάθε περίπτωση εξακολουθεί πέραν του τυπικού ή εθιμικού χαρακτηρισμού  του ως του πρώτου πολίτη της χώρας, να συνιστά ένα κορυφαίο πολιτειακό και Συνταγματικό θεσμό, υψηλού κύρους και συμβολισμού, εκφραστή της ενότητας, της ομοψυχίας και της συνεκτικότητας της χώρας αλλά και ολόκληρου του ελληνικού έθνους.

Συναφώς, μολονότι δεν έχει παρέλθει ο από τους ειδήμονες ιστορικούς “οριζόμενος” ως ικανός χρόνος, προκειμένου ένα γεγονός ή μια κατάσταση να μπορεί να αξιολογηθεί και ερμηνευθεί με ασφάλεια ως προς όλες ή τις κυριότερες παραμέτρους, αιτίες, σκοπιμότητες, συνέπειες και επένεργειές του, δεν είναι εύκολο για κάθε ένα ενεργό και υπεύθυνο πολίτη – υπό την οποιαδήποτε ιδιότητά του –  να αρνηθεί ότι κατά την τελευταία διαδικασία εκλογής  Προέδρου Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 2014, η τακτική  και εν γένει μεθόδευση συγκεκριμένων πολιτκών “κοινοβουλευτικών“ κομμάτων και των επικεφαλής των, διασάλευσαν, νόθευσαν και εν πολλοίς έπληξαν καίρια, άμεσα και ευθέως, για καταφανώς ιδιοτελείς – μικροκομματικούς σκοπούς  και στοχεύσεις, αφ’ ενός καθ’εαυτό το  θεσμό, αφ’ ετέρου και ουχ ήττον το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα και  τον Κοινοβουλευτισμό και μάλιστα στον πυρήνα των συστατικών και λειτουργικών στοιχείων τους!!

Πως άλλως να αξιολογηθεί και χαρακτηρισθεί η με κάθε τρόπο και σε όλους τους τόνους εμμονική διαβεβαίωση του τότε (και σήμερα) Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ότι οποιαδήποτε υποψηφιότητα κι αν κατατεθεί, από οποιονδήποτε, ακόμη κι αν πληρεί τις προϋποθέσεις  και τα κριτήρια που ο ίδιος και το κόμμα του έχουν θέσει ή ακόμη κι αν προέρχεται  από τον δεολογικό και πολιτικό χώρο που αυτός εκφράζει και εκπροσωπεί, θα την καταψηφίσει και απορρίψει a priori!! Η στόχευση μια, μόνη και προφανής: η πρόωρη διάλυση της Βουλής, η άμεση προκύρηξη εκλογών και η “κατάληψη” της εξουσίας από την “πρώτη φορά” Αριστερά! (καθ’ ομολογία  του ίδιου του σήμερα επικεφαλής της Αντιπολίτευσης).

Όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα  με τα τραγελαφικά μεν, πλην όμως τραγικά και ευτελή για τον κοινοβουλευτισμό και τους πολίτες γεγονότα των ευθέων ή εκ του πλαγίου ύβρεων, συκοφαντιών, χονδροειδώς και ανερυθριάστως κατασκευασμένων περιπτώσεων δήθεν απόπειρας χρηματισμού  και εξαγοράς βουλευτών, απειλών πάσης φύσεως και είδους προς κάθε βουλευτή που πιθανό θα είχε τη διάθεση και βούληση να ψηφίσει θετικά, με κριτήρια αμιγώς πολιτικά, κοινοβουλευτικά και εν τέλει εθνικά, προκειμένου η τότε Κυβέρνηση να εξακολουθήσει τον κοινοβουλευτικό της βίο και η χώρα να επιτύχει μια  καθαρή και αυτοδύναμη έξοδο από τη δίνη της πολύπλευρης κρίσης, της ύφεσης  και των δυσβάσταχτων Μνημονίων, οι οποίες (απειλές), σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έλαβαν τη μορφή της ιταμής δημόσιας διαπόμπευσης, συκοφάντησης, σπίλωσης και διασυρμού, μέσω γκαιμπελικού τύπου επινοήσεων, ευάνταστων σεναρίων, αποτελεσματικών όμως όπως αποδείχθηκε στην πράξη!! (κάλπη της Προεδρικής εκλογής).

Με τη συμπλήρωση της θητείας του νυν Προέδρου το Μάρτιο του 2020, έχει “ανοίξει” τις τελευταίες εβδομάδες κυρίως, η σχετική συζήτηση για τον ένοικο του Προεδρικού Μεγάρου, της περιόδου 2020-2025. Βέβαια, η παρούσα πολιτική συγκυρία, από κάθε άποψη ιδωμένη (πολιτικοί συσχετισμοί, πρόσφατη Συνταγματική μεταρρύθμιση, που αποσυνέδεσε την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με την πρόωρη και υποχρεωτική διάλυση της Βουλής), θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ουσιωδώς και εντυπωσιακά διαφορετική από αυτή που “στιγμάτισε” τη διαδικασία  κοινοβουλευτικής εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας το 2014-2015, έστρωσε βαθιά και χωρίς επούλωση έως σήμερα το θεσμό καθ΄εαυτό και προδιέγραψε μια αδιαμφησβήτητα και πανθομολογούμενα σήμερα εξόχως επικίνδυνη, ολισθηρή, ενδεχομένως πρωτόγνωρη και εθνικά αλυσιτελή πορεία αφού προηγουμένως:

α) η χώρα διολίσθησε, πραγματοποιώντας όχι βήματα, αλλά άλματα προς τα πίσω, αφού μετά και το ακατανόητο, κατ’ ουσίαν ανυπόστατο και αντισυνταγματικό ψευδοδημοψήφιμα του Ιουλίου 2015, συρόμενη σε ένα 3ο   κατά σειρά, αχρείαστο μεν, με οδυνηρές  όμως συνέπειες, συνώνυμες της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας, πολύτιμου εθνικού πλούτου, αλλά και πολυετών δεσμεύσεων με καθηλωτικούς για την ανάπτυξη και την εθνική οικονομία δημοσιονομικούς όρους.

β) η Ελλάδα επί 4.5 και πλέον χρόνια, βίωσε μια πρωτοφανή στα μεταπολιτευτικά τουλάχιστον χρονικά ολίσθηση, υποχώρηση, δοκιμασία και αναδίπλωση σε επίπεδο αξιακού πολιτικού κώδικα, μέσω πρωτοφανούς κατάπτωσης των στοιχειωδών έστω πολιτικών ηθών, έκπτωσης των αρχών του Κοινοβουλευτισμού και οφθαλμοφανούς και συστηματικής παραβίασης  διατάξεων του Συντάγματος  και του Κανονισμού της Βουλής, στοχοποίησης έως των ορίων της διαπόμπευσης  και του διασυρμού πολιτικών αντιπάλων, στοχευμένης και πολύπλευρης  χειραγώγησης και παραπληφόρησης των πολιτών, εκμαυλισμού των πολιτικών ηθών, επίδειξης πολιτικού αμοραλισμού και απόπειρας (κατά περίπτωση τετελεσμένης), κάμψης των αντιστάσεων θεσμικών παραγόντων, κρίσιμων ως προς την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος,

γ) μεσολάβησαν οι  εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, μέσω των οποίων υπήρξε πλήρης  και ολοκληρωτική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, με έντονα τα φαινόμενα επανάκαμψης του δικομματισμού (έστω και κατά συγκυρία ως προς το κόμμα της σήμερα αξιωματικής αντιπολίτευσης), εφ’ όσον μετά από μια σχεδόν 8ετή περίοδο μη μονοκομματικών Κυβερνήσεων, το νυν Κυβερνών κόμμα πέτυχε μια καθαρή, ενδεχομένως όχι αναμενόμενη ως προς τη έκταση και το εύρος της κοινοβουλευτική αυτοδυναμία!

Αυτοδυναμία που συγχρόνως συνεπάγεται για την Κυβερνώσα παράταξη και προσωπικά για τον Πρωθυπουργό “την ιδιοκτησία” της επιλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, συγχρόνως όμως και την ευθύνη της, αναφορικά με τη δυνατότητα συγκέντρωσης και συγκερασμού, όχι λίγων αριθμητικά και ποιοτικά ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών!

Άλλωστε, η πατρίδα μας, ύστερα από τις καταιγιστικές χρονικά, πολιτικά και διπλωματικά εξελίξεις στο χώρο της δυτικής Βαλκανικής, προσθέτως  και το μάλλον πρωτίστως στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, της νότιο – ανατολικής Μεσογείου, με όλα πλέον τα ζητήματα (υπαρκτά και ανύπαρκτα), να τίθενται από τη “γείτονα” χώρα υπό αμφισβήτηση και διαπραγμάτευση (κατά την προσφιλή, ιστορικά αποδειχθείσα όμως  επωφελή για την ίδια τακτική  και μεθολογία), είναι προφανές ότι  η Κυβερνητική πλειοψηφία πέραν των απαραίτητων ανοχών, συναινέσεων, διευρύνσεων ή συνεργασιών εντός και κυρίως εκτός Κοινοβουλίου, είναι αναγκαίο και επιτακτικό να “θωρακισθεί” κατά το δυνατό, αξιοποιώντας το σύνολο και στο έπακρο το θεσμικό της “οπλοστάσιο”, αρχής γενομένης από τον κορυφαίο και εμπροσθοβαρή θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Προέδρου, ο οποίος αρχικά και κατά το θεμέλιο (αξιολογώντας και αξιοποιώντας ό,τι προηγήθηκε κατά τη θητεία και “πολιτεία” του απερχόμενου)  θα είναι πολιτικά συνετό και εθνικά επιβεβλημένο εκτός  της κατά το πρόσωπο διαδοχής (ως αναγκαία συνθήκη μάλιστα) να συγκεντρώνει, συμπκνώνει και αθροίζει προϋποθέσεις  και χαρακτηριστικά όπως:

  • να μην θεωρηθεί πρώτα και κύρια ότι συνιστά για την παράταξη και τον Πρωθυπουργό ταμπού” η επιλογή και πρόταση υποψηφίου προερχόμενου απο τον εν γένει χώρο της Κυβερνώσας παράταξης. Ο εξ αρχής αποκλεισμός μιας τέτοιας επιλογής και προοπτικής, λειτουργεί διττά αρνητικά για τη παράταξη και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Αφ’ ενός διότι, “προδίδει” ενδοτισμό, φοβικότητα, ιδεολογική μειονεξία και εν πολλοίς υποταγή στις επιθυμίες, ενδεχομένως και τα κελεύσματα έτερων πολιτικών χώρων και μάλιστα με πορεία διαρκώς φθίνουσα και  με μηδαμινή απήχηση – επιρροή στην κοινωνία, (πρόσφατη η  “εκβιαστική” θέση της Προέδρου του ΚΙΝΑΛ -ΠΑΣΟΚ, ότι εξ αρχής δεν ψηφίζει κανένα απρόσωπο που προέρχεται από τη ΝΔ, ΣΕ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ 2014-2015 – ΕΥΤΥΧΩΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ -), αφ’ ετέρου θα εμφυσήσει, ενδεχομένως και παγιώσει στην πραγματική και ουσιαστική κοινωνική πλειοψηφία, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τον ευρύτερο χώρο της ΝΔ την περιρέουσα απο καιρού αντίληψη περί πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς, “νοθεύοντας” εκ των έσω τη βούληση του απλού και ανιδιοτελούς ψηφοφόρου της παράταξης, ο οποίος προσδοκά, επιθυμεί και εν πολλοίς αξιώνει η επιλογή που εξέφρασε δια της ψήφου του να αντιστοιχίζεται με τις πάγιες, δοκιμασμένες, επιτυχημένες και διαχρονικά δικαιωμένες θέσεις και ιδεολογία της παράταξης της ΝΔ.
  • Με δεδομένο, ύστερα και από την ευρύτατης κοινοβουλευτικής αποδοχής αποσύνδεση της Προεδρικής εκλογής από ενδεχόμενη πρόωρη διάλυση της Βουλής και κατά συνέπεια προσφυγή στην κάλπη, το κόμμα που διαθέτει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, διατηρεί πλήρη την πρωτοβουλία και ανόθευτη τη βούληση ως προς την επιλογή του υποψηφίου Προέδρου, απαλλαγμένου από τις πρόσφατες  δυσλειτουργίες και παθογένειες, που κατά τεκμήριο και αποτέλεσμα κατέληγαν σε κατ’ανάγκη συμβιβαστική έως κοινής αποδοχής πρόταση και επιλογή! Υπό το νέο  και πρωτόγνωρο στα ελληνικά Κοινοβουλευτικά χρονικά δεδομένο, δίδεται για πρώτη φορά μετά τη “βίαη” περικοπή καίριων και ουσιωδών αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η ευκαιρία – έστω και χωρίς τη σχετική Συνταγματική “επαναφορά”  – της από καιρό διαπιστωθείσας και αποδειχθείσας στην πορεία των πολιτικών εξελίξεων και γεγονότων αναγκαίας εξισορρόπησης, ανάμεσα σε μια ενδεχομένως “ακραία” και πάντως εξόχως διευρημένη αποφασιστική αρμοδιότητα και ευχέρεια δράσης της εκτελεστικής εξουσίας και το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως κατά το Σύνταγμα ρυθμιστή του πολιτεύματος, συμβολίζοντος την ενότητα του έθνους και συμπληρώνοντος  αρμονικά τη συνολική πολιτειακή υπόσταση. 
  • Εξισορρόπηση η οποία στην παρούσα πολιτική και Συνταγματική συγκυρία μπορεί να μην είναι νομοθετημένη και περιχαρακωμένη με ένα πλέγμα υποχρεωτικού χαρακτήρα τυπικών διατάξεων, πλην όμως για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτκή ιστορία της πατρίδας μας, είναι εφικτή μέσω της επιλογής και ανάδειξης ενός υποψηφίου Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος: α) εφ’ όσον θα πρόκειται για πρόσωπο με αμιγώς πολιτική προέλευση και χαρακτηριστικά , να συγκεντρώνει την αποδοχή και εμπιστοσύνη αφ’ ενός της απόλυτης πλειοψηφίας, αναγνώρισης, παραδοχής και αποδοχής της Κυβερνώσας παράταξης, ως έχουσας την κύρια ευθύνη, αλλά και τη Συνταγματική πλέον δυνατότητα να εκλέξει Πρόεδρο σε κάθε περίπτωση – με το δεδομένο ότι το ένα μετά το άλλο τα κόμματα της μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης, επιλέγουν και επίσημα πλέον τη στείρα άρνηση, αξιώνοντας από την Κυβερνητική πλειοψηφία να προσεγγίσει τις δικές τους θέσεις και προτάσεις, ως εκ των ων ουκ άνευ προυπόθεσης επιτευξης μιας ψευδεπίγραφης, κατ’ επίφαση και ναρκοθετημένης εξ αρχής συναίνεσης, έτοιμα να στοχοποιήσουν και  μεμφούν εκ του ασφαλούς το Κυβερνών κόμμα και προσωπικά τον Πρωθυπουργό για μονομέρεια και ενδεχομενως “πλειοψηφικό αυταρχισμό”, αφ’ ετέρου, λόγω ακριβώς του εκ του Συντάγματος, της Κοινοβουλευτικής και θεσμικής παράδοσης καθήκοντος του Προέδρου της Δημοκρατίας να συνδιαλλέγεται, συνεργάζεται, συγκεράζει και επηρεάζει τα πολιτικά κόμματα που συγκροτούν το κοινοβουλευτικό σύστημα, στην κατεύθυνση της θέσης πέρα και πάνω από όλα της προστασίας, προάσπισης  και προαγωγής των εθικών συμφερόντων και δικαίων, είναι προφανές ότι τέτοιου είδους θεμελιακού και ουσιώδους χαρακτηριστικού, μπορεί και πράγματι συντρέχει το μεν σε πρόσωπο πολιτικό, με πολιτική  και κοινοβουλευτική διάδρομη και εμπειρία, το δε, ει δυνατό σε πολιτικό άνδρα ο οποίος σε απολύτως οριακή  και κρίσιμη για τη διακυβέρνηση της χώρας, ακόμη και για την ίδια της υπόσταση με τη σημερινή δομή, μορφή και διεθνή θέση της, αναμείχθηκε ενεργά, έπιασε στα χέρια του “αναμμένα κάρβουνα” ΚΑΙ ΑΠΕΔΕΙΞΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ, ΟΤΙ ΟΠΟΤΕ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ, ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ Η ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥΣ, ΜΕ ΕΚ ΔΙΑΜΕΤΡΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.

β) μετά τις καταιγιστικές και κρίσιμες εξελίξεις στην ευρύτερη γαιοπολιτική κονίστρα, πρωτίστως  δε των Ελληνοτουρκιών σχέσεων και της νοτιο-ανατολοκής Μεσογείου είναι κρίσιμο να διαθέτει πολιτική και όχι π.χ ακαδημαϊκή ή όποια άλλη “καταγωγή”.

γ) να διαθέτει προσωπικότητα με διεθνή ακτινοβολία, προσβάσεις και επιρροή, έχοντας συγχρόνως την ικανότητα να αρθρώσει πολιτικό λόγο, λειτουργώντας  συμπληρωματικά και επικουρικά στην Κυβερνητική δράση, ιδιαίτερα σε σχέση με τα κρίσιμα τρέχοντα εθνικά θέματα.

δ) να έχει τη δυνατότητα όταν η περίσταση απαιτεί για την προάσπιση και διαφύλαξη ζωτικής συμμασίας εθνικών συμφερόντων να παρεμβαίνει, να νουθετεί και να κατευθύνει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στη χάραξη εθνικής στρατηγικής, ομοφωνίας και ομοψυχίας, με την ταυτόχρονη ευχέρεια να προωθεί “τη φωνή” της πατρίδας μας και πέραν των συνόρων της, όποτε κρίνεται αναγκαίο και επιβεβλημένο.

ε) να μπορεί, επίσης σε περιπτώσεις έκτακτης εθνικής ανάγκης ή ακόμη και κινδύνου, να “ακουμπά” με το λόγο του στην ψυχή κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα και να δίνει το μήνυμα της εθνικής ομοψυχίας, της ενότητας, της ελπίδας και της πίστης στην επίτευξη των εθνικών μας στόχων και τη διασφάλιση των εθνικών μας δικαίων.  

Τα χαρακτηριστικά αυτά, που συνιστούν ταυτόχρονα βασικές προϋποθέσεις για την “ανάταξη” του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας όπως επίσης τη Συνταγματική και θεσμική του αποκατάσταση, ως συστατικού στοιχείου και θεμελίου ενός υγιούς και εξισορροπημένα λειτουργούντος κοινοβουλευτικού πολιτεύματος  και συστήματος, είναι δυνατά κατά τη άποψή μου, εάν κάποιος τα αναζητήσει ψύχραιμα ανεπηρέαστα, νηφάλια και/ κυρίως με μόνη αρχή και τέλος το εθνικό συμφέρον, να τα ανεύρει αποτυπωμένα – χωρίς να απαιτηθεί να ανατρέξει στα απώτερα πολιτικά και ιστορικά πεπραγμένα – , στο πρόσωπο και την εν γένει προσωπικότητα του πρώην Πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά , εφ’ όσον πρόκειται:

  • για τον παλαιότερο και εμπειρότερο τη στιγμή αυτή κοινοβουλευτικό άνδρα, με δυναμική και ενεργή παρουσία στα κοινοβουλευτικά έδρανα αό το 1977 έως σήμερα.
  • για τον τελευταίο χρονικά Πρωθυπουργό, ο οποίος λειτούργησε με συνέπεια και αυστηρή προσήλωση στο Σύνταγμα και τους θεσμούς, σε πλήρη  και ευθεία αντίθεση με ό,τι επισυνέβη κατά την έναρξη της διαδικασίας εκλογής τον Δεκέμβριο του 2014, με κορύφωση την ιλαροτραγική μεν, πλην ομολογημένα πλέον επιζήμια και επικίνδυνη υπερτετραετή περίοδο που ακολούθησε, κατά την οποία εμφανίσθηκαν ως άκομψο και χονδοειδές όλο, οι κυριότερες παθογένειες του πολιτικού συστήματος, ΜΕΣΩ ΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟΓΝΩΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ, ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΗΘΩΝ, ΤΗΑΣ ΠΟΔΗΓΕΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΡΟΣ ΕΠΙΤΥΕΥΞΗ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΟΦΕΛΟΥΣ ΚΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗΣ ΤΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΏΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ, ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΕΣ, ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΕΔΟΘΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΒΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ, ΩΣ ΕΚΦΥΛΙΣΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΑΛΛΟΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ, ΠΑΡΑΠΕΠΟΝΤΑΣ ΚΑΤ’ ΕΥΘΕΙΑΝ ΣΤΗΝ ΩΜΗ ΚΑΙ ΒΑΝΑΥΣΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.
  • για τον πολιτικό ο οποίος ακόμη και μετά την απώλεια της εξουσίας, αλλά και της ηγεσίας της παράταξής του, εξακολούθησε ενεργός, δίνοντας μάχες για  το κόμμα του, πρωτίστως για την προαγωγή και προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, εντός  και εκτός Κοινοβουλίου.
  • Για τον πολιτικό ο οποίος και σήμερα χαίρει κύρους, αναγνώρισης και σεβασμού όχι από “αποστρατευμένους” πολιτικά ηγέτες του εξωτερικού, αλλά τουναντίον από εν ενεργεία Αρχηγούς Κρατών και ικανού αριθμού διεθνών θεσμικών παραγόντων, έχοντας συγχρόνως τη δυνατότητα, να εκφράσει τις απόψεις και τον πολιτικό του λόγο, προωθώντας τις εθνικές θέσεις και επικουρώντας συνολικά την ελληνική Κυβέρνηση (εντός πάντοτε των Συνταγματικών και θεσμικών του ορίων και αρμοδιοτήτων) στην προάσπιση και διαφύλαξη των εθνικών κυριαρχικών μας δικαίων, τα οποία ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, αμφισβητούνται εξακολουθητικά, με τάση πολλαπλής και εθνικά επιζήμιας συμπίεσης κατά το περιεχόμενο και την έκτασή τους .
  • για τον πολιτικό, που την περίφημη έως κακοποιημένη, και πάντως αλλοιωμένη και παραποιημένη διακομματική συναίνεση και σύμπραξη, ενόψει ειδικών πολιτικών περιστάσεων και συγκυριών, εφάρμοσε και υπηρέτησε στην πράξη, ηγούμενος της πρώτης και μοναδικής έως σήμερα τρικομματικής Κυβέρνησης, συντιθέμνης από εκ διαμέτρου αντίθετους ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους  της Κεντοαριστεράς (ΠΑΣΟΚ), αλλά και της αμιγούς (με ευρωπαικό τότε προσανατολισμό) Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ), Κυβέρνηση η οποία άσκησε πραγματική και κυριαρχική εξουσία, σε κρισιμότατη μάλιστα για την ίδια την υπόσταση της χώρας συγκυρία, ουδεμία σχέση έχουσα με τις βραχύβιες και  αμιγώς ειδικού σκοπού  προηγηθείσες Κυβερνήσεις (Τζανετάκη, Παπαδήμου κ.λ.π).
  • για τον πολιτικό που χαίρει αναγνώρισης και παραδοχής πλέον του έργου και της προσπάθειά του, όπως με πάσης φύσεως δημόσιες και ενυπόγραφες τοποθετήσεις τους έχουν εκφράσει και συνεχίζουν να εκφράζουν πολλά τον αριθμό στελέχη της Κυβερνώσας παράταξης όλων των βαθμίδων (βουλευτές, μέλη της Π.Ε, Πρόεδροι ΝΟΔΕ, ΔΗΜ – ΤΟΠ,) κυρίως όμως οι απλοί καθημερινοί πολίτες που συνιστούν  και τη βαση της παράταξης και του εκλογικού σώματος, όπως μπορεί να διαπιστώσει και βεβαιώσει όποιος έχει όσμωση και συναναστροφή μαζί τους, το σημαντικότερο ότι αρκετοί εξ αυτών, είτε δεν ανήκουν πολιτικά στην κυβερνητική παράταξη εκ παραδόσεως  και πεποιθήσεως, είτε (κι αυτό είναι το αξιολογητέο από όποιους έχουν την ευθύνη και αρμοδιότητα πρότασης του νέου Προέδρου), αντάλλαξαν και διαφώνησαν με τα Κυβερνητικά του πεπραγμένα, στο πέρασμα όμως του χρόνου και με όσα αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια σχετικά με το δυσχερέστατο του έργου του και του εθνικού  βάρους (δυσανάλογου εν πολλοίς, ενδεχομένως και άδικου) που κλήθηκε να σηκώσει, υπό τις πλέον αντίξοες συλλήβδην συνθήκες, προτάσσοντας τη διαφύλαξη των εθνικών συμφερόντων και αναγκών.

– για τον πολιτικό, ο οποίος ιδιαίτερα στην τρέχουσα, ρευστή, κρίσιμη και διαρκώς μεταβαλλόμενη σε διεθνές επίπεδο διεθνή γεωπολιτική πραγματικότητα (ειδικά σε ό,τι αφορά την πατρίδα μας), μπορεί να εξελιχθεί σε αληθινό και ουσιαστικό επιστήριγμα της Κυβερνητικής πολιτικής και προσωπικά του νυν Πρωθυπουργού,  αφού διαθέτει τη γνώση και τη βούληση, δυνάμενος  να λειτουργήσει τόσο ως απορροφών εσωτερικούς, κάθε είδους κραδασμούς και τριγμούς, όσο και ως Πρεσβευτής και προοθών τις πάγιες εθνικές θέσεις, αξιώσεις  και δίκαια.

  • -για τον πολιτικό, του οποίου η εκλογή στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα, θα λειτουργήσει, τόσο ως ως ασφαλιστική δικλείδα και σημαντικού παράγοντα έκφρασης και διασφάλισης της συνολικής ενότητας της παράταξης, θεμελιακής και εκ των ων ουκ ανευ προυπόθεσης εφαρμογής, προώθησης  και ανάδειξης του Κυβερνητικού έργου, όσο και ταυτόχρονα ως ισχυρής πολιτικής, εθνικής, και πολιτειολογικής ισορροπίας, απαραίτητης και πρόσφορης για την εμπέδωση της θεσμικής τάξης και της αναγκαίας πολιτειακής αρμονίας, συστατικών ουσιαστικής λειτουργίας και προαγωγής του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Τέλος, διότι η συγκεκριμένη πρόταση και εκλογή σηματοδοτεί και συνιστά την πρώτη ίσως, σίγουρα πάντως ιστορική ευκαιρία για τη μεγάλη δημοκρατική και φιλελεύθερη Κεντροδεξιά παράταξη, αφ’ ενός να ανασχέσει την περίφημη “ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς”, η οποία ταλαιπώρησε πολλαπλά και έθεσε σε κίνδυνο ζωτικά συμφέροντα της πατρίδας μας, αφ’ ετέρου να αναδειχθεί και καταδειχθεί η υπεροχή και στην πράξη επιβεβαίωση όλων των κεντρικών και κορυφαίας στρατγικής σημασίας για την ίδια την υπόσταση της πατρίδας μας, μεταπολιτευτικών της επιλογών!

Είναι προφανές ότι η επιλογή του προσώπου που θα προταθεί για επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανήκει στην κύρια και αποφαστική αρμοδιότητα του επικεφαλής της Κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Είναι συγχρόνως όμως ζητούμενο και αναγκαιότητα, η επιλογή του νέου Προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας. να συνιστά και να προτάσσει τη σύνθεση των ήδη εκπεφρασμένων πλειοψηφικά απόψεων και θέσεων εντός της παράταξης, δηλαδή της πραγματικής  κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής πλειοψηφίας, χωρίς εξαρτήσεις και εκδήλωση φοβικών συνδρόμων, από επίσης εκπεφρασμένες για το ζήτημα θέσεις και απόψεις των έτερων πολιτικών κομμάτων, της μείζονος  και ελάσσονος αντιπολίτευσης,  οι οποίες αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν την όποια συναίνεση, ΜΟΝΟ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΛΕΠΨΗΦΙΑΣ ΣΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ!

Ας μη λησμονηθεί ότι η συναίνεση, η συγκατάβαση και εν πολλοίς η ανοχή, ως παραγόντων και προϋποθέσεων προόδου μιας χώρας,  αναζητείται και εκφράζεται μέσα από την κοινωνία και τους πολίτες, χωρίς να νοηματοδοτείται ή εκφέρεται από κομματικούς σχηματισμούς, οι οποίοι άλλωστε φθίνουν διαρκώς ως προς την πολιτική – κοινωνική απήχηση και επιρροή τους, πλέον ότι η αποδοχή των θέσεων και επιθυμιών τους στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, προιόντος του κοινοβουλευτικού βίου της Κυβέρνησης, επ’ ουδενί δεν θα σημάνει, την αναγνώριση από αυτούς του συνολικού Κυβερνητικού έργου και προσπάθειας, ούτε και θα λειτουργήσει απο πλευράς τους ως αιτία επίδειξης υπευθυνητας και συναίνεσης, εντός  και εκτός της Βουλής!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.