Η Επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες: Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

Η ηγεσία της φιλικής εταιρείας ήδη από τα μέσα του 1820 κλήθηκε να απαντήσει σε δύο σημαντικά για το μέλλον του επαναστατικού κινήματος ερωτήματα. Πότε και που θα ξεκινούσε η επανάσταση. Στις 7 Οκτωβρίου του 1820 τα στελέχη της εταιρείας συγκεντρώθηκαν στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας αποφασίζοντας την έναρξη της επανάστασης από την Πελοπόννησο. Όμως δεύτερες σκέψεις αναθεώρησαν την απόφαση προκρίνοντας την δημιουργία ενός δεύτερου επαναστατικού μετώπου στην Μολδοβλαχία.

Στις παραδουνάβιες χώρες ήδη από το 1815 επικρατούσαν έντονα αντι-οθωμανικά αισθήματα και από τα τέλη του 1820 σημαντικός αριθμός Ρωμαίων βογιάρων απόκτησε επαφές με την Φιλική Εταιρεία. Γεγονός που αποδεικνύει τα έντονα φιλελληνικά αισθήματα που επικρατούσαν στην βαλκανική εκείνη την περίοδο και ανατράπηκαν τελικά στα τέλη του 19ου αιώνα λόγω του ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών.

Επιπρόσθετα οι Ρουμάνοι προσδοκούσαν σε ρωσική βοήθεια πεποίθηση που ενισχυόταν από την έντονη δραστηριότητα Ρώσων διπλωματών στο Ιάσιο και το Βουκουρέστι που ενθάρρυναν τα επαναστατικά αισθήματα και το κίνημα, συχνά επικαλούμενοι τα ονόματα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Ιωάννη Καποδίστρια δίνοντας την ελπίδα ότι οι Έλληνες της Φιλικής Εταιρείας θα είχαν την υποστήριξη της πανίσχυρης ρωσικής αυτοκρατορίας.

Ήδη από τον Μάιο του 1820, οι Φιλικοί είχαν συντάξει πιθανώς στο Βουκουρέστι το << Σχέδιον Γενιικόν>> το οποίο αναθεώρησαν λίγους μήνες αργότερα και προέβλεπε μεταξύ άλλων, υποκίνηση των Ρουμάνων σε μεγάλη εξέγερση στην Μολδαβία και την Βλαχία.

Την προετοιμασία του επαναστατικού κινήματος ανέλαβαν οι Φιλικοί Γεωργάκης Ολύμπιος, Ιωάννης Φαρμάκης και Σάββας Φωκιανός. Από τον Ιούνιο του 1820, οι Φιλικοί επιχειρούσαν να αποκαταστήσουν διαύλους επικοινωνίας με τον Σέρβο ηγέτη Μίλος Ομπρέντοβιτς.

Τον Αύγουστο του 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης συνάντησε τον Ιωάννη Παπαρηγόπουλο στην Οδησσό. Ο Παπαρηγόπουλος υποστήριξε με σθένος την άποψη πως η επανάσταση ήταν απαραίτητο να αρχίσει από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, θεωρώντας πως η Υψηλή Πύλη θα αντιλαμβανόταν την έκρηξη της επανάστασης, ως υποκινούμενη από τον Τσάρο και πρόδρομο της ρωσικής εισβολής, στέλνοντας εκεί ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Εξέλιξη που νομοτελειακά θα οδηγούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε τροχιά πολεμικής σύγκρουσης με την Ρωσία καθώς σύμφωνα με την συνθήκη του Βουκουρεστίου της 28ης Μαΐου 1812 απογορευτόταν στην Υψηλή Πύλη να αποστείλει στρατεύματα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες δίχως προηγούμενη ρωσική συγκατάθεση. Παράλληλα θα δημιουργούσε έναν ισχυρό αντιπερισπασμό που θα βοηθούσε την επανάσταση να επικρατήσει στην Πελοπόννησο.

Ο Υψηλάντης αν και θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να ηγηθεί ο ίδιος της επανάστασης στον Μοριά, πείστηκε από τον ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσο, έχοντας ωστόσο ενδοιασμούς για το αν θα ήταν ορθή επιλογή να εκθέσει την Ρωσία ή να ελπίζει σε ρωσική βοήθεια.

Τον Οκτώβριο του 1820 προσέγγισε τον Σούτσο ένας άλλος φιλικός, ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός. Τελικά ο ηγεμόνας μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία με πιο πιθανή ημερομηνία την 8η Νοεμβρίου διαθέτοντας την σημαντική πολιτική επιρροή του αλλά και το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων για τους σκοπούς της επερχόμενης επανάστασης.

Οι σχεδιασμοί και οι πολιτικοστρατιωτικοί στόχοι των Φιλικών είχαν πλέον οριστικά στραφεί στην Μολδοβλαχία αν και εκεί οι συνθήκες δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές λόγω της καχυποψίας του ντόπιου πληθυσμού και των τοπικών ηγεσιών αλλά και της έλλειψης οργάνωσης. Για τους παραπάνω άλλωστε λόγους η έναρξη της επανάστασης αναβλήθηκε αρκετές φορές.

Η επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ξεκίνησε στις 21 Φεβρουαρίου του 1821 όταν ο Βασίλειος Καραβιάς επικεφαλής ενός σώματος 150 Κεφαλλονιτών κυρίως ναυτικών συνέτριψε την τουρκική αντίσταση στο Γαλάτσι τερματίζοντας προσωρινά την εκεί τουρκική κυριαρχία.

Μία ημέρα αργότερα στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε στον Προύθο και εισήλθε δίχως αντίσταση στην Μολδαβία καταλαμβάνοντας το Ιάσιο πρωτεύουσα της ηγεμονίας.

Από εκεί στις 24 Φεβρουαρίου εξέδωσε την θρυλική προκήρυξη << Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος>>. Η προκήρυξη αυτή δεν υπήρξε αποκλειστικά πολεμικό προσκλητήριο καθώς χαρακτηρίζεται στους πολιτικούς στόχους αλλά και στους ιδεολογικούς άξονες εξωτερικούς και εσωτερικούς προσανατολισμούς του κινήματος.

Αναλυτικότερα και με αφετηρία το φιλελληνικό και φιλελεύθερο κλίμα που προΰπαρχε στην Ευρώπη διατύπωνε την προσδοκία εξωτερικής βοήθειας ή έστω την έμμεση πρόσκληση για μία ανάλογη βοήθεια ακόμα και την ελπίδα διάσπασης της αντιδραστικής ιερής συμμαχίας. Καταλήγοντας με μία σαφή δέσμευση για την δημιουργία μίας Δημοκρατικά οργανωμένης πολιτείας που θα γεννιόταν μετά τον αγώνα και θα χαρακτηριζόταν από πλήρη σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε οραματιστεί μία γενικευμένη επανάσταση που θα ξεκινούσε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Ο Υψηλάντης ήταν βέβαιος για την επιτυχία του εγχειρήματος. Γνώριζε καλά την περιοχή και προσδοκούσε σε υποστήριξη του Τσάρου όσο και γειτονικών λαών Σέρβων και Βουλγάρων. Όμως οι ελπίδες του αποδείχτηκαν φρούδες καθώς γρήγορα έγινε φανερό πως η Ρωσία δεν είχε την πρόθεση να εισβάλει στις ηγεμονίες.

Η προκήρυξη αυτή προκάλεσε την αποκήρυξη του κινήματος και την διαγραφή του Αλέξανδρου Υψηλάντη από τον Τσάρο Αλέξανδρο τον Α στην διάρκεια της διάσκεψης της ιερής συμμαχίας στο Λάυμπαχ της Αυστρουγγαρίας σημερινή Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας κάτω από τις ασφυκτικές πιέσεις του Μέτερνιχ, διαψεύδοντας πλήρως τις προσδοκίες για ρωσική βοήθεια. Αντίθετα μάλιστα η Ρωσία έδωσε την άδεια να περάσει ο οθωμανικός στρατός στον Δούναβη για να καταπνίξει το κίνημα του Υψηλάντη στο έδαφος των παραδουνάβιων ηγεμονιών όπου σύμφωνα με προγενέστερη τουρκική συμφωνία δεν μπορούσαν να κινηθούν οθωμανικά στρατεύματα δίχως ρωσική έγκριση. Σχεδόν ταυτόχρονα ο πατριάρχης κάτω από την πίεση της Υψηλής Πύλης αφόρισε το κίνημα και προσωπικά τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

Αναλυτικότερα στις 23 Μαρτίου μετά την θεία λειτουργία ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε αφόρισε. Ο λόγος του αφορισμού σαφής, η αποτροπή του ορατού πλέον κινδύνου της γενικευμένης εξόντωσης των απανταχού της αυτοκρατορίας αθώων χριστιανών. Η δήλωση του πατριαρχείου υπήρξε εξίσου σαφής. << Η εξουσία του Σουλτάνου είναι ορισμένη από τον Θεό και όσοι εξεγείρονται εναντίον της εξεγείρονται ενάντια στην Θεία βούληση>>

Η πολιτική κατάσταση στις δύο παραδουνάβιες ηγεμονίες την Βλαχία και την Μολδαβία ήταν εξαιρετικά περίπλοκη καθώς εκεί ηγεμόνευαν διορισμένοι από την Πύλη και με την έγκριση της Ρωσίας Φαναριώτες που είχαν στις αυλές τους πλήθος Ελλήνων κυρίως από την Μακεδονία και την Ήπειρο αλλά και άλλους ορθόδοξους Χριστιανούς της βαλκανικής χερσονήσου όπως Βούλγαρους, Σέρβους, Μαυροβούνιους και προφανώς γηγενείς της Μολδαβίας και της Βλαχίας που ήταν κυρίως έμποροι, γραμματείς εμπόρων, διοικητικοί υπάλληλοι, ναυτικοί και φοιτητές των δύο ελληνικών πανεπιστημίων του Ιάσιου και του Βουκουρεστίου και πολλοί στρατιωτικοί οι οποίοι στους ντόπιους ήταν γνωστοί ως Αρματολοί και Αρναούτηδες που συνιστούσαν ένα μάλλον διακριτό από το γηγενές στοιχείο των δύο ηγεμονιών και στις οποίες ο Σουλτάνος ήταν τυπικά επικυρίαρχος αλλά διατηρούσε ελάχιστες στρατιωτικές δυνάμεις κυρίως φρουρές σε οχυρωμένες θέσεις ενώ απαιτούνταν έγκριση του Τσάρου για να μπορέσει να παρέμβει στρατιωτικά.

Από αυτό το διακριτό στοιχείο άντλησε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το ανθρώπινο δυναμικό της εκστρατείας του που μαζί με άλλους Έλληνες εθελοντές κυρίως Βλάχους, Επτανήσιους και Ηπειρώτες αλλά και πλήθος φιλελλήνων και ανθρώπων παθιασμένων για την ελευθερία από τα Βαλκάνια όπως Αλβανούς, Σέρβους, Μαυροβούνιους, Βούλγαρους, Κοζάκους, Πολωνούς, Ούγγρους ακόμα και ευγενών ιππέων από τα γερμανικά βασίλεια συγκροτώντας ένα ετερόκλητο στράτευμα 6.000 ανδρών. Από αυτούς 2000 περίπου ήταν Έλληνες με κύριο πυρήνα τους 450 άνδρες του ιερού λόχου. Οι τοπικές ηγεσίες και ο γηγενής πληθυσμός με κύριο εκφραστή τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου ηγέτη των ντόπιων αγροτών μέλους της φιλικής εταιρείας στην αρχή συντάχθηκαν με το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη αλλά είτε αδράνησαν είτε παρασπόνδησαν εγκαταλείποντας ουσιαστικά τα σώματα των Ελλήνων και φιλελλήνων επαναστατών.

Δίχως την αναμενόμενη ρωσική βοήθεια και μετά την καταδίκη της επανάστασης από τον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο τον Α. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και οι επιτελείς του παρέμειναν ουσιαστικά αδρανείς.

Στις 30 Απριλίου του 1821 ένα εκστρατευτικό σώμα 30.000 ανδρών του οθωμανικού στρατού εισέβαλε στις ηγεμονίες από τα παρίστρια φρούρια του βορρά που είχαν παραμείνει κάτω από τουρκικό έλεγχο.

Στην μάχη του Γαλατσίου της 1ης Μαΐου 1821 οι Έλληνες αμύνθηκαν με απαράμιλλη γενναιότητα προκαλώντας απώλειες 1200 περίπου νεκρών και πολύ περισσότερων τραυματιών στο οθωμανικό στράτευμα, αλλά υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν από τον Προύθο με κατεύθυνση την Ρωσία.

Η τουρκική εισβολή και η ήττα στο Γαλάτσι προκάλεσε φαινόμενα διάλυσης στα εθελοντικά σώματα ντόπιων που είχαν οργανώσει ο Βλαδιμηρέσκου και άλλοι τοπικοί ηγέτες όπως ο Έλληνας Σάββας Καμινάρης και σταδιακά οι γηγενείς αγρότες εγκατέλειψαν τα στρατόπεδα και τους αρχηγούς τους.

Τόσο το Βουκουρέστι όσο και άλλα αστικά κέντρα λεηλατήθηκαν από τις τουρκικές ορδές. Θύμα των εσωτερικών εντάσεων και διχογνωμιών που ακολούθησαν στους κόλπους των επαναστατών υπήρξε ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου που με την βάσιμη κατηγορία της συνδιαλλαγής με τις οθωμανικές αρχές φονεύθηκε μετά από εντολή του Υψηλάντη. Πράξη αναπόδραστη σε εκείνη την κρίσιμη για την έκβαση της επανάστασης στιγμή που όμως αποξένωσε τους τοπικούς πληθυσμούς και τις ηγεσίες τους από τους Έλληνες επαναστάτες και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Οι επαναστάτες καταδικασμένοι, απομονωμένοι και εκτεθειμένοι στις όχθες του Δούναβη δεν είχαν καμία ελπίδα απέναντι στο οθωμανικό στράτευμα.

Η απουσία σαφούς πολεμικού σχεδιασμού και η ασυνεννοησία σε όλα τα επίπεδα ιεραρχίας οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη ήττα των επαναστατών. Στις 7 Ιουλίου του 1821 οι Ελληνες οδηγήθηκαν σε μία ολέθρια καταστροφή, καθώς ο ανθός της ελληνικής νεολαίας των ηγεμονιών 200 και πλέον από την συνολική δύναμη 370 ανδρών του ιερού λόχου βρήκαν ηρωικό θάνατο στο πεδίο της μάχης ενώ ανάλογες ήταν οι απώλειες και στα υπόλοιπα ελληνικά τμήματα. Πολλοί συνελλήφθησαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν ακόμα και τραυματίες σιδηροδέσμιοι στην Κωνσταντινούπολη όπου απαγχονίστηκαν ή αποκεφαλίστηκαν.

Απαράμμιλος υπήρξε σε εκείνη την μάχη ο ηρωισμός των νέων του ιερού λόχου που όμως οδηγήθηκαν στην σφαγή λόγω των λαθών και των των παραλήψεων ορισμένων αξιωματικών.

Οι περισσότεροι ιερολοχίτες ήταν νέοι σπουδαστές, άπειροι στα όπλα, φορούσαν μαύρες στολές και τα πηλήκια τους ένα σήμα εμπνευσμένο από το κυρίαρχο ιδεολογικά και πολιτισμικά εκείνη την εποχή ρεύμα του ρομαντισμού, μία νεκροκεφαλή με σταυρωτά κόκαλα, όλοι τους βρέθηκαν εκεί από καθαρό ιδεαλισμό και πατριωτικά αισθήματα. Όμως η εντυπωσιακή τους εμφάνιση και η αυταπάρνηση δεν ήταν αρκετές για να αντισταθμίσουν την απειρία τους. Εξαντλημένοι από μία μεγάλη πορεία κάτω από βροχή οι ιερολοχίτες εφόρμησαν παραπαίοντας. Το οθωμανικό ιππικό με μία επέλαση τους συνέτριψε δίχως να προλάβουν να αντιδράσουν.

Ολέθριες υπήρξαν οι συνέπειες της καταστροφής στο Δραγατσάνι. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τα υπολοίματα του στρατεύματος του κατευθύνθηκε προς τα σύνορα με την Αυστρία. Αν και ο ίδιος προτιμούσε να πέσει ηρωικά μαχόμενος από τα αποσυρθεί από τα πεδία των μαχών επικράτησαν οι ψυχραιμότερες φωνές που υποστήριζαν την συνέχιση της επανάστασης στην Πελοπόννησο με ηγέτη τον ίδιο.

Ο Υψηλάντης πέρασε τα σύνορα στις 15 Ιουνίου, συνοδευόμενος από δύο αδέλφια του και τον πιστό του αξιωματικό Γεώργιο Λασσάνη, αφού πρώτα αποχαιρέτησε άλλους πιστούς αξιωματικούς, τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τους επιζήσαντες 100 περίπου ιερολοχίτες. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ουδέποτε έφτασε στην Ελλάδα, συνελλήφθη από τους Αυστριακούς και πέθανε τον Ιανουάριο του 1828 έγκλειστος σε αυστριακό φρούριο απαρηγόρητος γιατί δεν κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα όπου ήδη ανάτειλε η ελευθερία.

Στις 17 Ιουνίου του 1821 τα εναπομείναντα τμήματα των ελληνικών στρατευμάτων έδωσαν την ύστατη μάχη στα Σκουλένι της Μολδαβίας. Δίχως πυροβολικό τα τμήματα πεζικού και ιππικού του επαναστατικού στρατεύματος ήρθαν αντιμέτωπα με το οθωμανικό πυροβολικό που κατέσκαψε τα χαρακώματα των αμυνομένων ενώ το υπέρτερο αριθμητικά ιππικό των Οθωμανών κατέκοψε στην συνέχεια το επαναστατικό στράτευμα. Στο ηρωικό τέλος της επανάστασης στην Μολδοβλαχία έπεσαν Έλληνες οπλαρχηγοί όπως ο Αθανάσιος Καρπενησιώτης, ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης γράφοντας με το αίμα τους τον ηρωικό και συνάμα τραγικό επίλογο της ελληνικής επανάστασης στις ηγεμονίες καθώς αποκλεισμένοι με τους τελευταίους άνδρες τους στην μονή Σέκου ο Ολύμπιος ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη της μονής συμπαρασύροντας στον θάνατο πλήθος πλήθος Τούρκων. Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο Φαρμάκης συνελλήφθη αιχμάλωτος στην διάρκεια μάχη όπου και αποκεφαλίστηκε.

Όμως από την αποτυχία του παράτολμου εγχειρήματος προέκυψαν σημαντικά κέρδη για την συνέχιση του αγώνα στον αμιγώς ελληνικό χώρο καθώς δημιουργήθηκε ένας ακόμα αντιπερισπασμός για την οθωμανική αυτοκρατορία που ήδη στην βαλκανική επιχειρούσε να καταστείλει ένα ακόμα αποσχηστικό μέτωπο εκείνο του Αλή Πασά στην Ήπειρο. Παράλληλα στην Πελοπόννησο είχαν διαδοθεί φήμες για θεαματικές επιτυχίες του Υψηλάντη στην περιοχή ακόμα και για κάθοδο του στην Μακεδονία.

Όταν γνωστοποιήθηκε τελικά η αποτυχία του κινήματος στις ηγεμονίες η επανάσταση στην Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο είχε ήδη εδραιωθεί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.