Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει Τσεχοσλοβακία

Γράφει ο Αντώνης Μιχελόγγονας, Δικηγόρος

Ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή. Το 1938 η Γερμανία του Μεσοπολέμου έκλεινε μια πενταετία υπό τη διακυβέρνηση του Χίτλερ και του ναζιστικού καθεστώτος. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό παρουσίαζε μια κλιμακούμενη προκλητικότητα. Ξεκίνησε με την επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας το 1934, συνεχίστηκε με μαζικό επανεξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων, έπειτα ακολούθησε η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στη μέχρι τότε αποστρατιωτικοποιημένη Ρηνανία, κι έπειτα το Anschluss (ένωση) της Γερμανίας με την Αυστρία. Το σύνολο των προκλητικών ενεργειών της Γερμανίας του Χίτλερ είχαν ένα κοινό προσανατολισμό: Την αμφισβήτηση και την ανατροπή του status quo που είχε δημιουργηθεί στην Κεντρική Ευρώπη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και δη ως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών. 

Μετά από μια πενταετία επιθετικής εξωτερικής πολιτικής, το 1938 η Γερμανία του Χίτλερ έφτασε στην κορωνίδα της προκλητικότητάς της, όταν άρχισε να προβάλει αιτήματα και διεκδικήσεις απέναντι στη γειτονική Τσεχοσλοβακία. Το κράτος της Τσεχοσλοβακίας ήταν αναμφισβήτητα ένα από τα πλέον παράδοξα δημιουργήματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως λόγω της συνύπαρξης πολλών διαφορετικών εθνοτήτων (Τσέχοι, Σλοβάκοι, Γερμανοί, Πολωνοί, Ουκρανοί κα). Η ύπαρξη μιας ισχυρής γερμανικής μειονότητας στα εδάφη της Σουδητίας, που συνόρευαν με το Τρίτο Ράιχ, είχε δώσει στο Χίτλερ μια ιδανική αφορμή αρχικά να επεμβαίνει στα εσωτερικά της χώρας, δήθεν για την προστασία της μειονότητας, κι έπειτα να απαιτεί ευθέως την προσάρτηση των Sudetenland στην επικράτειά του, ώστε να ενσωματωθούν οι Γερμανοί Σουδήτες στον εθνικό κορμό. 

Η Τσεχοσλοβακία, σε αντίθεση με τις μέχρι τότε διεκδικήσεις του Χίτλερ, δεν είχε καμία διάθεση να παραδοθεί. Είχε ισχυρή στρατιωτική βιομηχανία και οργανωμένες ένοπλες δυνάμεις, τις οποίες κινητοποίησε όταν κρίθηκε ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει. Παράλληλα, ξεκίνησε έναν έντονο διπλωματικό μαραθώνιο με σκοπό την εξασφάλιση στήριξης έναντι της γερμανικής απειλής. 

Οι βασικότερες χώρες από τις οποίες ανέμενε στήριξη, διπλωματική και στρατιωτική, η Τσεχοσλοβακία ήταν οι δύο εγγυήτριες δυνάμεις του καθεστώτος των Βερσαλλιών: Η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Γαλλία. Οι δύο αυτές χώρες αποτελούσαν εγγυήτριες έναντι της Τσεχοσλοβακίας για την ανεξαρτησία και την εδαφική της ακεραιότητα, και όφειλαν να την υπερασπίσουν. Όταν όμως ξέσπασε η κρίση, φάνηκαν τραγικά ανέτοιμες. Βρίσκονταν ακόμα σε προσπάθεια να ξεπεράσει η οικονομία τους την ύφεση του 1929, οι ένοπλες δυνάμεις τους ήταν ακόμα αποδυναμωμένες, και η κοινή γνώμη στο εσωτερικό τους ήταν παντελώς αντίθετη με το ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης.    Οι πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών, και συγκεκριμένα ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλαιην και ο Γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρντ Νταλαντιέ, φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και υιοθέτησαν μια πολιτική κατευνασμού (appeasement) του Χίτλερ. Έβαλαν στόχο να αποφύγουν πάση θυσία τον πόλεμο. 

Για πολλούς μήνες στις σχέσεις Γερμανίας-Τσεχοσλοβακίας επικρατούσε ένταση. Η Τσεχοσλοβακία είχε κινητοποιήσει την ισχυρή στρατιωτική της μηχανή και είχε κηρύξει επιστράτευση, και ο Χίτλερ είχε θέσει τη Βερμαχτ σε ετοιμότητα. Αν δεν είχε επιτευχθεί η διπλωματική λύση που ήθελε, θα εισέβαλε στρατιωτικά στην Τσεχοσλοβακία την 1η Οκτωβρίου 1938. Μέχρι τότε οι Τσάμπερλαιην και Νταλαντιέ είχαν κάνει μεγάλη προσπάθεια να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, στο Συνέδριο του Μονάχου μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας, Βρετανικής Αυτοκρατορίας και Γαλλίας οι δύο σύμμαχοι κατέληξαν να κάνουν το μοναδικό που μπορούσε να αποτρέψει σε εκείνη τη φάση τη σύγκρουση: Να θυσιάσουν την Τσεχοσλοβακία. Να δεχθούν τις διεκδικήσεις του Χίτλερ για την παραχώρηση εδαφών της, και τη σταδιακή μετατροπή της σε γερμανικό προτεκτοράτο, με την ελπίδα ότι το πράγμα θα σταματούσε εκεί και θα απέφευγαν τον πόλεμο. 

Η συνέχεια, ως προς το αν σταμάτησαν όντως οι διεκδικήσεις του Χίτλερ απέναντι στα γειτονικά του κράτη, είναι γνωστή. 

 

Δεν ξέρω αν η σημερινή του Τουρκία του Ερντογάν είναι για την περιοχή ό, τι ήταν τότε η Γερμανία του Χίτλερ για την Ευρώπη. Θα δείξει η ιστορία αν ο παραλληλισμός αυτός είναι υπερβολικός ή βαρύς. Σε ό, τι αφορά όμως την τουρκική προκλητικότητα των τελευταίων ετών και την υποχωρητικότητα των Ευρωπαίων απέναντί τους, η ομοιότητα είναι τρομακτική. 

Η απόφαση της τελευταίας Συνόδου Κορυφής να μείνει για άλλη μια φορά στις προειδοποιήσεις απέναντι στην Τουρκία και να μην προχωρήσει σε επιβολή κυρώσεων ήταν πλήρως απογοητευτική. Αναμενόμενη, αλλά παρ’ όλα αυτά αντίθετη στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί. Με δύο μέλη της ΕΕ να δέχονται καθημερινά πιέσεις και απειλές από την Τουρκία και να υφίστανται παραβιάσεις στα κυριαρχικά τους δικαιώματα, με την Τουρκία να αγνοεί κάθε έννοια και κάθε περιορισμό του διεθνούς δικαίου, και να είναι πιο εχθρική από ποτέ προς την ΕΕ, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες η Ένωση δε συσπειρώθηκε αρκετά για να υπερασπίσει τα μέλη της. Τα επιμέρους εθνικά συμφέροντα υπερέχουν σαφώς της πολυδιαφημισμένης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, και αυτό καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε αποτελεσματική δράση της Ένωσης στην εξωτερική πολιτική. Αιωνίως μένει στις ανακοινώσεις και τις καταδίκες, χωρίς οποιαδήποτε έμπρακτη δράση. 

Είναι δυστυχώς ολοφάνερο ότι η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη χώρα της Ένωσης, είναι στην ίδια θέση που βρίσκονταν το 1938 οι Βρετανοί και οι Γάλλοι. Θέλει πάση θυσία να αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή με την Τουρκία, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα είναι ασυνεπής απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους της. Τους τελευταίους μήνες εμφανίζαμε μια βεβαιότητα πως όσο σημαντικές κι αν θεωρεί η Άγκελα Μέρκελ τις σχέσεις με την Τουρκία, δε θα τις έβαζε πάνω από το ευρωπαϊκό όραμα. Φαίνεται εμπράκτως ότι πέσαμε έξω. Η Γερμανία, αλλά και πολλές άλλες χώρες της ΕΕ, είναι λιγότερο διατεθειμένες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια να επενδύσουν σε αυτήν. 

Το μεγαλύτερο έγκλημα της Συμφωνίας του Μονάχου ήταν ότι στέρησαν από την Τσεχοσλοβακία τη δυνατότητά της να αντισταθεί. Η Τσεχοσλοβακία είχε δυνατότητες να συνεισφέρει ισχυρά σε μία σύγκρουση. Είχε ένοπλες δυνάμεις, είχε πληθυσμό έτοιμο να στρατευθεί, είχε βιομηχανία. Θα μπορούσε να επιδείξει αξιόλογη αντίσταση στη Βερμαχτ αν είχε κάτι να περιμένει από Βρετανούς και Γάλλους. Όμως δεν της έδωσαν την ευκαιρία να το κάνει. Την άφησαν ξεκρέμαστη, την ανάγκασαν να παραδοθεί, και το στρατιωτικό της υλικό να παραληφθεί άθικτο από τη Βερμαχτ. Την έδωσαν στεγνά δήθεν χάρη της ευρωπαϊκής ειρήνης, που λιγότερο από ένα χρόνο μετά είχε δώσει τη θέση της στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Στη Σύνοδο Κορυφής οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν κλήθηκαν να κηρύξουν στρατιωτικό πόλεμο στην Τουρκία. Κλήθηκαν να της κηρύξουν οικονομικό πόλεμο. Να δώσουν στην οικονομία της τη χαριστική βολή. Ακόμα και αυτό δε θέλησαν να το κάνουν. Η αναμενόμενη αντίδραση του Ερντογάν, που ήδη έχει σε κάποιο βαθμό εκδηλωθεί, θα είναι να εντείνει τις προκλήσεις και τις πιέσεις προς Ελλάδα και Κύπρο να υποχωρήσουν στα αιτήματά του. Που δε θα είναι, όπως το 1938, η ενσωμάτωσή τους στο κράτος του, θα είναι όμως αντίθετες στο διεθνές δίκαιο και τις αξίες του δυτικού πολιτισμού. Και, όπως και ο Χίτλερ το 1938, δε θα σταματήσει εκεί. Όπως δεν έχει σταματήσει μέχρι τώρα. Το πρόβλημα που έχουν σήμερα η Ελλάδα με την Κύπρο θα το έχουν αύριο η Ιταλία και η Γαλλία, ή η Ισπανία. Όπως και το 1938 το πρόβλημα της Τσεχοσλοβακίας σε ένα χρόνο το είχε η Πολωνία. Γιατί προσωπικότητες σαν το Χίτλερ και τον Ερντογάν, που για να φτάσουν στην κορυφή των χωρών τους έχουν περάσει από επαναστάσεις και φυλακές μέχρι εκλογικές αναμετρήσεις και πολέμους, ένα βασικό κοινό έχουν: Δε σταματάνε αν δεν τους σταματήσεις. 

Ενδεχομένως να είναι ήδη αργά για την ΕΕ σε σχέση με την Τουρκία. Όσο όμως συνεχίζει στην ίδια στάση, όσο μπορεί ακόμα να αντιμετωπίσει την Τουρκία με μη στρατιωτικό τρόπο και δεν το κάνει, τόσο δυσκολότερο θα είναι για τη Γερμανία και τη Γαλλία να την αντιμετωπίσουν όταν πλέον δε θα έχουν τέτοια επιλογή. Και αν ποτέ η κατάσταση φτάσει σε πολεμική εμπλοκή, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα τους είναι ακόμα περισσότερο αναγκαίες απ’ όσο ήταν στους Συμμάχους ο εξοπλισμός και το στελεχιακό δυναμικό της Τσεχοσλοβακίας το 1939. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.