Η ευχή και η κατάρα των αρνητικών επιτοκίων

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Ο δανεισμός της χώρας με αρνητικό επιτόκιο, έστω και με τη μορφή τρίμηνων εντόκων γραμματίων είναι ένα πρωτοφανές οικονομικό φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα που πιθανότατα δύσκολα θα ξαναδούμε πέρα από αυτή την τόσο ιδιαίτερη περίοδο. Πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. είχαν γευτεί αυτή την τόσο ιδιαίτερη κατάσταση εδώ και καιρό, με προεξέχουσα την Γερμανία, αλλά η Ελλάδα μακριά από την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και μπλεγμένη στα μνημονιακά κατάλοιπα, την αναπτυξιακή ανυπαρξία και την διεθνή ανυποληψία έμενε να παρακολουθεί όσα εκτυλίσσονταν.

Γιατί όμως το χωρίς σταματημό καθοδικό ράλι των επιτοκίων δανεισμού μετέτρεψε μια χώρα σαν τη δικιά μας με χρέος σταθερά πάνω από 170% του ΑΕΠ, σε τόσο αξιόπιστο δανειστή που να αξίζει κάποιος επενδυτής να πληρώσει κιόλας για να αποκτήσει τα χρεόγραφα του; Προφανώς και ο λόγος δεν είναι αποκλειστικά η όποια πολιτική αλλαγή και η βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Άλλωστε το δεκαετές ομόλογο παραδόθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στο 2,03%, την Παρασκευή πριν τις εκλογές και τα έντοκα βρίσκονταν ήδη αρκετά χαμηλά.

Η εξήγηση αυτής της επιτοκιακής κατρακύλας είναι λίγο πιο περίπλοκη και στην περίπτωση μας έχει σχέση με δυο σημαντικά γεγονότα. Από τη μια, η συγκεκριμένη έκδοση εντόκων καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από χρηματοπιστωτικούς ομίλους που ζητούσαν μια βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση λιγότερο επώδυνη από το αρνητικό επιτόκιο της ΕΚΤ που αγγίζει το 0,5%. Από την άλλη, η παγκόσμια τάση για μείωση των αναπτυξιακών προβλέψεων για το 2020 δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειες στις αγορές που προτιμούν την μικρότερη δυνατή απώλεια ενός κρατικού ομολόγου με αρνητικό επιτόκιο από την αποφλοίωση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους σε ένα υφεσιακό περιβάλλον.

Τα χαμηλά, σχεδόν μηδενικά επιτόκια, είναι ένα χρήσιμο, πρόσκαιρο εργαλείο ώστε σε περιόδους κρίσης να δοθούν ευκαιρίες ευκολότερης χρηματοδότησης και αναθέρμανσης της οικονομίας. Η επιμονή όμως και η μετατροπή του σε σχεδόν μόνιμη μέθοδος δεν πρόκειται να λύσει τα δομικά προβλήματα που έφεραν το υφεσιακό κλίμα.

Το πιθανότερο είναι το φθηνό χρήμα αντί να καταλήξει στην πραγματική επιχειρηματική ζωή, να διογκώσει μια χρηματοοικονομική και καταναλωτική φούσκα που κάποια στιγμή θα εκραγεί με πάταγο συμπαρασύροντας τα πάντα. Λίγο, πολύ, επαναφορά στη ρίζα του κακού που προκάλεσε τον όλεθρο της προηγούμενης δεκαετίας.

Ανέλυα από το 2010 ότι οι ουσιαστικές αιτίες της κρίσης δεν θα ξεπεραστούν μόνο πετώντας χρήματα από το ελικόπτερο. Τουλάχιστον όχι χρησιμοποιώντας ατέρμονα αυτή την τακτική. Ακόμη κι αν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ξεπεράσει την περίοδο της αναξιοπιστίας και της παραπληροφόρησης των επενδυτών, θα παραμένει αναπάντητο το πιο κρίσιμο ερώτημα.

Ποια είναι η επόμενη οικονομική ημέρα; Πώς θα καλλιεργηθούν οι προϋποθέσεις για υγιή ανάπτυξη; Πώς θα περάσει η παραγωγική διαδικασία στο επόμενο στάδιο, με παρεμβάσεις σε επίπεδο κόστους, εργασιακής αξιοποίησης και τεχνολογικής αναβάθμισης.

Υ.Γ. Καλώς λοιπόν χαιρόμαστε για την ταχύτατη αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Πιστοποιεί, και αυτό, την επιστροφή στην κανονικότητα. Αλλά δεν πρόκειται ούτε για ουσιώδες αναπτυξιακό μέσο αφού αφορά την αναχρηματοδότηση τρίμηνων γραμματίων, ούτε μας προφυλάσσει από την διεθνή τάση αναπτυξιακής επιβράδυνσης που τείνει να επηρεάσει αρνητικά και τους δικούς μας σχετικούς στόχους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.