Η διαμόρφωση της ελληνικότητας και ο επαναπροσδιορισμός του πατριωτισμού των Ελλήνων…

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου, Συγγραφέας

Η πιο μεγάλη αρετή του Γιώργου Σεφέρη ήταν, κατ’ ομολογία του, η άρνησή του »να φραγκέψει» και η προτίμησή του να αφήνει τον εαυτό του να σιγοκαίγεται απ’ τον καημό της Ρωμιοσύνης. Ίσως ακούγονται παράταιρα τα λόγια αυτά του ποιητή στα αυτιά μερίδας Ελλήνων Ευρωπαϊστών που εθίστηκαν από χρόνια στην ξενομανία κι αποθεώνουν συνειδητά την ευρωπαϊκή Αναγέννηση λόγω της υπεροχής της στα γράμματα και τις τέχνες.

Αυτή η αποθέωση όμως, το ξέρουν καλά, δεν ήταν μια αιφνίδια έκρηξη άνθισης, αφού οι ρίζες της ταυτότητάς της ήταν αρχαιοελληνικές. Κι όταν λέμε »ταυτότητα» εννοούμε την αυτοσυνειδησία, την επίγνωση ότι είμαστε κάποιοι, ότι έχουμε έναν εαυτό ο οποίος έχει το »γνώθι σ’ αυτόν» της αξίας του και της ιστορίας του.

Στη συλλογική ταυτότητα που οι Ευρωπαίοι ανέπτυξαν μαζί με τον σύγχρονο πολιτισμό τους, οι αξίες του ελληνικού πολιτισμού πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, γιατί κυρίαρχη θέση στο αξιακό τους σύστημα είχε ο πλούτος, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα.

Το λαμπρό ελληνικό πνεύμα όμως απάντησε στην Ευρώπη, που φάνηκε ανέτοιμη να καθορίσει ενιαία συνείδηση, με τη μοναδικότητά του, το ειδικό βάρος του πανάρχαιου πολιτισμού του, που άφηνε τα δακτυλικά του αποτυπώματα στην ιστορία του ευρωπαϊκού.

Αυτόν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό λάμπρυναν με την παρουσία τους πολλοί Έλληνες της Δύσης, που – αν και κοσμοπολίτες σαν τον Σεφέρη – αρνήθηκαν να χάσουν την ελληνική τους ταυτότητα, να »φραγκέψουν». Προτίμησαν »να κατέβουν την ταπεινή κλίμακα της αλφαβήτας του νέου Ελληνισμού», όπως μνημόνεψε ο Ελύτης.

»Να μυηθούν στα πρώτα του και απλά στοιχεία: στο μυριστικό χορτάρι, στην άρμη του κυμάτου, στην πυράδα του ασβέστη», να μυηθούν στην εθνική μόρφωση και παιδεία, που έπλαθαν συστηματικά τις ψυχές των ανθρώπων οπλίζοντάς τες με ψυχική δύναμη.

Στο διάβα του χρόνου, βέβαια, έγινε μακροπρόθεσμος στόχος για την παιδεία ο ηθικός χαρακτήρας, με βάση τις ηθικές αρχές με τις οποίες έπρεπε να μορφωθεί το άτομο. Αρχές που περιελάμβαναν την αγάπη, την ειλικρίνεια, την τιμιότητα, την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη, που συγκροτούσαν τις έννοιες του Ανθρωπισμού.

Κυρίαρχα όμως η παιδεία τροχοδρομούσε στις ράγες του πατριωτισμού, της φιλοπατρίας, στις πνευματικές παρακαταθήκες των αρχαίων προγόνων μας, στο απάνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, της Ορθόδοξης εκκλησίας και του κοινοτικού πολιτισμού της Τουρκοκρατίας.

Όλα αυτά και πολλά άλλα μαζί αποτελούσαν την πολυσύνθετη ελληνική παράδοση, που συγκροτούσε τη συνείδηση του Ελληνισμού. Ενός Ελληνισμού που ένιωθε ανέκαθεν κομμάτι της Ευρώπης, αφού ανήκε σ’ αυτήν γεωγραφικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, πέραν της πνευματικής αλληλεξάρτησης που είχε μαζί της.

Το »ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν μια ατράνταχτη πραγματικότητα, αφού με τις ιδέες της, τα βιβλία της, τα γράμματα και τις τέχνες, με τον παλιό και νέο πολιτισμό της, η Δύση εδραιώθηκε ως συμπλήρωμα στο κλασικό μας ιδανικό, έτσι που να μας κάνει να νιώθουμε ότι είμαστε γνήσια μέλη της, που συμμετέχουν, δημιουργούν, σώζονται ή χάνονται μαζί της.

Ωστόσο όσο κι αν ενστερνιστήκαμε τις ιδέες και τα σύμβολά της, ένα κομμάτι μας πάντα ανήκε στην Ανατολή και ήταν χρωματισμένο απ’ τις χαμένες πατρίδες που αφήσαμε πίσω μας (με τη Μικρασιατική Καταστροφή) και μυρωμένο απ’ τους μπαξέδες των ελληνικών πόλεων και χωριών της »καθ’ ημάς Ανατολής΄΄, που έκλεινε μέσα της την Ανατολική Μεσόγειο, τη Βαλκανική, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μικρά Ασία, μέχρι τον Καύκασο και τη Μεσοποταμία.

Αυτή η πρόσμειξη του δυτικού με το ανατολικό στοιχείο είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφώσουμε εμείς οι Έλληνες μια πολυσύνθετη ιδιοσυγκρασία που άλλαζε ολοένα μορφή και συστάσεις κι αναπροσαρμοζόταν στις περιστάσεις, έφτιαχνε έργα πρωτότυπα, αφομοίωνε τις νέες επιδράσεις που συναντούσε στο διάβα της και έπλαθε τύπους ανθρώπων αλλιώτικων σε ψυχοσύνθεση απ’ τους καθαρόαιμους της Ανατολής και της Δύσης.

Στο σταυροδρόμι αυτών των δύο, διαμορφώθηκε η ελληνικότητα του Νεοέλληνα. Μια ελληνικότητα που ποτίστηκε κατά καιρούς απ’ τα δυο πρόσωπα του εθνικισμού, το καλό και το κακό, το πατριωτικό και το μισαλλόδοξο, που έχει την οσμή αίματος.

Το υγιές πρόσωπο του εθνικισμού είναι αυτό που ταυτιζόταν από παλιά με τη φιλοπατρία, την αγνή, την άδολη αγάπη για την πατρίδα, που ξέρει όμως να σέβεται και τις πατρίδες των άλλων, των διαφορετικών. Το άρρωστο πρόσωπο του εθνικισμού της δεύτερης όψης, το δεξιόστροφο, είναι ταυτισμένο με τον μισαλλόδοξο ρατσισμό, τον επεκτατισμό, τον φασισμό και τον χιτλερικό ναζισμό, τις αντιλήψεις περί εθνικής υπεροχής και »καθαρότητας». Και το αριστερόστροφο ταυτίζεται με τον αφηρωισμό (μετάλλαξη του ηρωικού στοιχείου και ανάδειξη των νεκρών σε ήρωες ακόμα κι αν είναι εγκληματίες και τρομοκράτες).

Κι οι δυο αυτές εκφάνσεις του εθνικισμού είναι απορριπτέες και μας οδηγούν μακριά από την Ευρώπη και τον πολιτισμό που συνδιαμορφώσαμε τα νεότερα χρόνια. Αντίθετα ο εθνικισμός-πατριωτισμός της πρώτης όψης (στον οποίο ανήκαν επιφανείς ποιητές, κληρικοί, στρατιωτικοί, ιστορικοί, συγγραφείς και πολιτικοί, όπως ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Κ. Παλαμάς, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, η Π. Δέλτα, ο Στρ. Μυριβήλης, ο Ίων Δραγούμης, ο Ελ. Βενιζέλος και άλλοι ) αποδείχθηκε σωτήριος, γιατί πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στην πατρίδα.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Μεγάλη Ελλάδα της Συνθήκης των Σεβρών ( έργο Μεγαλοϊδεατισμού του Ελ. Βενιζέλου, 1920) και η απελευθέρωση των κατακτημένων απ’ τους εχθρούς εδαφών μας το 1821 (ελληνική Επανάσταση), το 1904-08 (Μακεδονικός Αγώνας), το 1912-13 (Βαλκανικοί Πόλεμοι) και το 1940 (ελληνοαλβανικό Έπος).

Οι εθνικιστές-πατριώτες, ως εκ τούτου – όπως έγραψα και σε πρόσφατο άρθρο μου – »δεν είχαν καμιά ιδεολογική σχέση με τους σύγχρονους εθνικιστές – φασίστες, γιατί η ιδεολογία των πρώτων διαμορφώθηκε σ’ ένα υγιές ιστορικό σύνολο »μέσα στο οποίο ζυμώθηκε η εθνική συνείδηση στα νεότερα εθνικά κράτη και οικοδομήθηκαν οι αρχές της Δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.»

Ας μην ξεχνάμε, τέλος, πως ο πατριωτισμός και το πατριωτικό πείσμα ώθησαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να μας εντάξει στην πολιτική οικογένεια της Ευρώπης (28 Μαΐου 1979) κι όχι ο δεξιός ή αριστερός εθνικισμός της δεύτερης όψης, που πάει να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να ανοίξει καινούριες πληγές στο όνομα της »καθαρότητας» και του μεγαλείου της φυλής μας ή του αφηρωισμού των νεκρών τρομοκρατών και των πάσης φύσεως παραβατικών και εγκληματικών ακόμα στοιχείων αυτού του τόπου…

‘Κρινιώ Καλογερίδου» (Βούλα Ηλιάδου)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.