Η Χάγη και τα κυριαρχικά δικαιώματά μας

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Στην εποχή της “παντοδυναμίας” του covid-19, μόνο τα εθνικά θέματα είναι ικανά να τραβήξουν με ανάλογο ενδιαφέρον την προσοχή μας. Η προσφυγή στη Χάγη για τον καθορισμό της ΑΟΖ με την Αλβανία, η προάσπιση των κυριαρχιών δικαιωμάτων μας στο Αιγαίο(12 μίλια) εξίσου σθεναρά με την κυριαρχία μας (6 μίλια) και η αίσθηση “παγώματος” της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας – Γαλλίας, δεν γίνεται να μην αποτελέσουν κυρίαρχα ζητήματα στο δημόσιο διάλογο.

Έκπληκτοι λοιπόν ένιωσαν πολλοί, για την διαφαινόμενη καθυστέρηση της ελληνογαλλικής αμυντικής σύμπραξης. Ο Μακρόν, αυτός που όταν εξελέγη αμφισβητούσαμε τη θέληση και την ικανότητα του να προχωρήσει σε γενναία γεωπολιτικά βήματα, μετατράπηκε ακαριαία σε θεματοφύλακα των ευρωπαϊκών αξιών και υποστηρικτή των ελληνικών θέσεων. Μέσα σε αυτή την νοητική ουτοπία αναζητούμε δικαιολογίες, όπως το υποτιθέμενο ελληνικό “στραβοκοίταγμα” προς τις γερμανικές θέσεις, για να εξηγήσουμε το προφανές, που επεσήμανα από την πρώτη στιγμή.

Η Γαλλία, ορθώς επιθυμεί να περιφρουρήσει τα οικονομικά συμφέροντα της στην Αν. Μεσόγειο, όπως αυτά προκύπτουν από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην περιοχή. Και φυσικά, βιώνοντας ως κοινωνία μεγάλες πιέσεις λόγω των ενεργειών του ισλαμικού φονταμενταλισμού, δεν μπορεί παρά να αντιτίθεται στον νεο-οθωμανικό τουρκικό επεκτατισμό με τα σαφή ισλαμικά χαρακτηριστικά του. Όμως από πουθενά δεν προκύπτει η ξεκάθαρη θέση της για τις ελληνοτουρκικές “διαφορές”. Όλοι ομονοούν στην τήρηση του διεθνούς δικαίου αλλά κανείς δεν μπαίνει σε “λεπτομέρειες” πχ σχετικά με το status του Καστελόριζου.

Ανάλογη είναι και η διαχρονική Αμερικανική στάση. Μπορεί ο Πομπέο να τίμησε με την παρουσία του την χώρα μας αλλά την επομένη σε συνέντευξη του επανήλθε στη λογική των αμφισβητούμενων περιοχών, ξεκαθαρίζοντας ότι το μήνυμα του και προς τα δύο μέρη ήταν να αποφευχθούν οι μονομερείς κινήσεις. Διεθνές δίκαιο μεν, αλλά οι προκλήσεις της Τουρκίας πάνω στα κυριαρχικά μας δικαιώματα, μπαίνουν στην ίδια μοίρα με τις ελληνικές κινήσεις στο Αιγαίο.

Γι’ αυτό και η ελληνική πλευρά οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική στις επίσημες διατυπώσεις της. Κάθε ατυχής έκφραση που αφήνει περιθώριο για παρερμηνείες και περιορίζει την ισχύ των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας σε διεκδικητικό επίπεδο, δίνει, άθελα της, επιχειρήματα στην απέναντι πλευρά. Η περιοχή από τα 6 έως τα 12 μιλιά, σαφώς και δεν είναι “αμφισβητούμενη”. Η επιλογή μας να μην ασκήσουμε τα δικαιώματα μας, για διπλωματικούς λόγους, δεν τα υποβαθμίζει σε αόριστες  απαιτήσεις.

Δεν γνωρίζω γιατί δεν επιμείναμε στην τήρηση της προϋπάρχουσας ελληνοαλβανικής συμφωνίας για την ΑΟΖ, και ποια σημεία της θεωρήθηκε ότι χρειάζονται “εμβάθυνση και ενδυνάμωση”, όπως αναφέρει το σχετικό ανακοινωθέν. Ούτε έχει ακόμη διευκρινιστεί σε τι προσδοκούμε να ωφεληθούμε από την δικαστική διαμεσολάβηση της Χάγης. Ο Ράμα, με τις γνωστές στενές σχέσεις του με τον Ερντογάν, έχει κάθε λόγο να επιθυμεί την διαιώνιση του θέματος.

Ελπίζω να μην βρεθούμε προ εκπλήξεως και η Χάγη να μην αποδειχτεί το πολιτικό “εργαλείο” που θεωρούμε. Πολύ δε περισσότερο ευχόμαστε, σε μια τέτοια περίπτωση, να μην χρησιμοποιηθεί η όποια απόφαση από οποιαδήποτε μελλοντική ελληνική κυβέρνηση ως προκάλυμμα συμβιβασμού και στα ελληνοτουρκικά.