Για μια ακόμα φορά, βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Γίναμε πρόσφατα μάρτυρες της ανακοίνωσης της ΕΛΣΤΑΤ για ανάπτυξη 13,4% του ελληνικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) κατά το 3ο τρίμηνο του 2021 σε σύγκριση με το 3ο τρίμηνο του 2020. Πριν σωπάσουν οι πανηγυρισμοί και τυμπανοκρουσίες, νέα ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, αυτή την φορά για την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) ήρθε για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα. Από τη σύγκριση του Γενικού ΔΤΚ του μηνός Νοεμβρίου 2021 με τον αντίστοιχο Δείκτη του Νοεμβρίου 2020 προέκυψε αύξηση 4,8%.

Αν η αύξηση αυτή συνεχιστεί – που θα συνεχιστεί και με αυξανόμενο ρυθμό – και το επόμενο τρίμηνο, η όποια προβλεπόμενη ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ για το 2021 κινδυνεύει να εκμηδενιστεί. Αυτό γιατί, όπως γνωρίζουμε από την μακροοικονομική θεωρία, ο πληθωρισμός είναι η αύξηση του σταθερού επιπέδου των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών στην οικονομία. Γενικά, όταν το συνολικό χρηματικό ποσό σε μια οικονομία αυξάνεται πολύ γρήγορα, η αξία του χρήματος στην αγορά μειώνεται – πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Υπάρχει ο πληθωρισμός της προσφοράς και ο πληθωρισμός της ζήτησης. Ο πληθωρισμός της προσφοράς είναι ο πληθωρισμός που προκύπτει από μείωση της προσφοράς εμπορευμάτων ή και υπηρεσιών. Ο πληθωρισμός της ζήτησης είναι ο πληθωρισμός που προκύπτει από αύξηση της ζήτησης εμπορευμάτων ή και υπηρεσιών.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένας συνδυασμός και των δυο. Από τη μια πλευρά εξαιτίας της πανδημίας οι κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να αυξήσουν την κυκλοφορία του χρήματος προκαλώντας μια τεχνητή αύξηση της ζήτησης εμπορευμάτων ή και υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, και πάλι εξαιτίας της πανδημίας αλλά και των ακραίων καιρικών φαινόμενων, το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών, το αυξανόμενο κόστος αγορών και το αυξανόμενο κόστος εργασίας, προκάλεσαν μείωση της προσφοράς εμπορευμάτων ή και υπηρεσιών.

Τα δυο αυτά μαζί τείνουν να μας οδηγήσουν στην ακραία μορφή του πληθωρισμού, δηλαδή τον υπερπληθωρισμό. Υπερπληθωρισμός είναι η ταχεία αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών με απρόβλεπτο τρόπο. Θεωρείται υπερπληθωρισμός όταν οι τιμές αυξάνονται απότομα περισσότερο από 50% το μήνα. Για τους καταναλωτές αυτό σημαίνει ότι ένα κουτί με μπισκότα θα μπορούσε να κοστίζει μία ποσότητα το πρωί και να είναι υψηλότερη μέχρι το απόγευμα. Μπορεί να μείνει εδώ το όλο κακό; Η οικονομική θεωρία μας λέει πως όχι.

Αν ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας είναι χαμηλότερος από αυτόν του πληθωρισμού τότε υπάρχει ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού. Ο στασιμοπληθωρισμός προκαλείται όταν η οικονομική ανάπτυξη μιας αγοράς είναι αργή κατά τη διάρκεια ενός κλίματος υψηλού πληθωρισμού. Η υψηλή ανεργία και η χαμηλή αύξηση των μισθών συνήθως συμβάλλουν σε μια οικονομία σε στασιμοπληθωρισμό. Για τις επιχειρήσεις, οι διαρκείς πιέσεις όπως οι υψηλές τιμές των πρώτων υλών και των εμπορευμάτων μπορεί να μειώσουν την παραγωγικότητα, την οικονομική και επιχειρηματική ανάπτυξη.

Επειδή η Ελλάδα αρνείται πεισματικά άμεσα να αλλάξει το αναπτυξιακό της μοντέλο και να κάνει σοβαρές μεταρρυθμίσεις, το ερώτημα που θα έπρεπε να προβληματίζει μια αδύναμη οικονομία, όπως η ελληνική, δεν είναι τόσο η ανάπτυξη της, αφού αυτή δεν στηρίζεται σε στέρεες παραγωγικές δομές και βάσεις παρά σε κάποια αναπτυξιακά πακέτα αμφιβόλου απορροφητικότητας και αποδοτικότητας, εκσυγχρονιστικού ή και κλιματικού σχεδιασμού – όχι μεταρρυθμιστικού και αναπτυξιακού – και στην διάθεση δυνητικών τουριστών να επισκεφθούν την χώρα μας, αλλά στο κατά πόσο οι υποκείμενες δυνάμεις της πληθωριστικής πίεσης είναι πιθανό να παραμείνουν ή να αυξηθούν μακροπρόθεσμα.

Ας πάμε και στην ανεργία όμως. Επί του παρόντος, εξαιτίας των δημοσιονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση τη πανδημίας το ποσοστό ανεργίας μειώνεται από την κορύφωση του lockdown στις αρχές του 2020 και έχει φτάσει σε επίπεδα ικανοποιητικά. Παρόλα αυτά πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την ανεργία δείχνουν ότι σε πολλές αγορές οι απώλειες θέσεων εργασίας έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στους λιγότερο αμειβόμενους εργαζόμενους με χαμηλή και μεσαία ειδίκευση. Για αυτούς τους ανθρώπους, η απώλεια εισοδήματος, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, είναι πιθανό να έχει μόνιμες επιπτώσεις στην οικονομική τους κατάσταση, ανεξάρτητα από το αν επανακτήσουν ή όχι την εργασία τους. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα τόσο στους νέους όσο και στου μεσήλικες μακροπρόθεσμα άνεργους.

Οι βραχυπρόθεσμοι, μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι ορίζοντες έχουν όλοι διαφορετικές προτεραιότητες και προκλήσεις και απαιτούν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι κεντρικές τράπεζες, παρά την ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού, συνεχίζουν να αυξάνουν την κυκλοφορία του χρήματος. Στο παρελθόν, η επιτάχυνση του πληθωρισμού θα σήμανε κώδωνα κινδύνου στις κεντρικές τράπεζες για να αυξήσουν τα επιτόκια ούτως ώστε να περιοριστεί η πληθωριστική πίεση. Επί του παρόντος, η σκέψη τους είναι ότι ο πληθωρισμός είναι «παροδικός» και επομένως η νομισματική πολιτική δεν χρειάζεται να γίνει αυστηρότερη.

Ο πληθωρισμός δεν θα είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Ο πρόσφατος πληθωρισμός έχει αποκαλύψει τις αστάθειες τόσο στις αλυσίδες εφοδιασμού όσο και στις αλυσίδες αξίας. Οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού έχουν πιεστεί ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του παρόντος κύκλου, γεγονός που έχει επιδεινώσει την λειτουργεία των ήδη εύθραυστων τοπικών δομών εφοδιαστικών αλυσίδων. Τους επόμενους μήνες, η ταχύτητα με την οποία η προσφορά θα καλύψει τη ζήτηση θα ποικίλλει, ενώ οι πολλές υποκείμενες πιέσεις της αγοράς θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν μεταβλητότητα και ο τρέχων πληθωριστικός κύκλος θα παραμείνει αυξημένος για το άμεσο μέλλον.

Τα δε lockdown έχουν αναμφίβολα διαστρεβλώσει το ποσοστό ανεργίας, και τα παραπάνω πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η τάση είναι να αυξηθεί, γεγονός που σηματοδοτεί ότι σύντομα θα ξεκινήσει μια νέα ύφεση, τουλάχιστον σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η πρόβλεψή μου είναι ότι ο πληθωρισμός θα επιταχύνεται και το 2022, σε σημείο που οι κυβερνήσεις, εξαιτίας της δημόσιας κατακραυγής για τις εκτοξευόμενες τιμές που αποδεκατίζουν την αγοραστική δύναμη της μέσης οικογένειας μπορεί να τις αναγκάσουν να επιβάλουν ελέγχους σε αυτές – στις τιμές. Και τότε θα μιλάμε για την επόμενη ύφεση. Ας ευχηθούμε όχι στασιμοπληθωρισμού.

Και εάν μιλάμε για την επόμενη ύφεση – θα μπορούσε να ξεκινήσει το φθινόπωρο του 2023 – τότε ποιος θα επενδύσει στην αδύναμη ελληνική οικονομία – του κλίματος, του εκσυγχρονισμού και τουρισμού – και ποιος τουρίστας θα μπορεί να διαθέσει χρήματα για να επισκεφθεί την χώρα μας. Στο περιβάλλον αυτό, εμείς, χωρίς να έχουμε ακόμα αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα αποφασίζουμε να προχωρήσουμε σε πρόωρη αποπληρωμή μέρους των δανείων, χαμηλού όμως κόστους, που λάβαμε από το πρώτο μνημόνιο και του ΔΝΤ. Αλλά στην χώρα μας είναι σύνηθες φαινόμενο της πλειοψηφίας των ελληνικών κυβερνήσεων να βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος… ας τα φορτωθεί ο επόμενος άλλωστε…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.