Φωνή για όλους, Παιδεία για όλους

(ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟ για την 8η Σεπτεμβρίου)

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου, Συγγραφέας

Το 1965, κατά τη διάρκεια της Συνόδου της Τεχεράνης, ανακηρύχθηκε η 8η Σεπτεμβρίου από την UNESCO ως »Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη του Αναλφαβητισμού». Απ’ την επόμενη κιόλας χρονιά (1966) ξεκίνησε ο εορτασμός της, που είχε σαν κύριο στόχο »την ανάδειξη της σημασίας καταπολέμησης του αναλφαβητισμού για τα άτομα, τις κοινότητες και τις κοινωνίες.

Με τον όρο »αναλφαβητισμός» ο ΟΗΕ διευκρίνισε πως εννοεί »την αδυναμία να διαβάσει ή να γράψει κάποιος μια απλή πρόταση σε οποιαδήποτε γλώσσα». Ήδη οι πρώτες στατιστικές είχαν δείξει πως ένας στους πέντε ενήλικες στον πλανήτη – κατά την πλειονότητά τους γυναίκες – δε μπορούσαν να γράψουν ή να διαβάσουν, παρά το γεγονός ότι η εκπαίδευση είναι δικαίωμα όλων.

Στην Ελλάδα – σε αντίθεση μ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες – χαρακτηρίζονται »αναλφάβητοι» όσοι δεν ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στο Δημοτικό, έστω κι αν γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή. Με δεδομένο αυτό, καταρτίζονταν τις παλιότερες δεκαετίες εθελοντικά προγράμματα εκπαίδευσης των αναλφάβητων στην ελληνική επαρχία.

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες του αναλφαβητισμού, θα διαπιστώσουμε ότι μέχρι και τον 15ο αιώνα μόνο η αριστοκρατία και ο κλήρος (η ανώτερη, κυρίως, ιεραρχία) ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Ο απλός λαός θεωρούσε τα γράμματα περιττή πολυτέλεια, που δε συνεισέφερε τίποτα στην καθημερινότητά τους.

Ωστόσο όλα άλλαξαν εντελώς μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας απ’ τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, ο οποίος άνοιξε το δρόμο για τη διάδοση του Χριστιανισμού με την μετάφραση της Βίβλου σε διάφορες διαλέκτους.

Τότε για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρείται μείωση στα υψηλά ποσοστά του αναλφαβητισμού ανά τον κόσμο, μέχρι που φτάσαμε στους δυο Παγκοσμίους Πολέμους του περασμένου αιώνα, οι οποίοι σταμάτησαν την πτώση του κι έδωσαν ώθηση στην αύξησή του.

Η μάχη για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού επανήλθε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ορισμός του αναλφαβητισμού προσδιορίστηκε είτε ως »παντελής άγνοια ανάγνωσης και γραφής του ανθρώπου ηλικίας δέκα ετών και πάνω» (πλήρης ή οργανικός αναλφαβητισμός) είτε ως »γνώση μόνο γραφής ή μόνο ανάγνωσης» (λειτουργικός, ανολοκλήρωτος αναλφαβητισμός).

Στον τελευταίο εντάσσονται άτομα που έχουν διδαχθεί ανάγνωση και γραφή, αλλά αδυνατούν να αφομοιώσουν τη γνώση γιατί δεν την καλλιέργησαν, την άφησαν να ατονήσει και να ξεχαστεί, με αποτέλεσμα να μη γίνεται αυτή κατανοητή και να μην εφαρμόζεται τελικά.

Τα βασικά του αίτια στην Ελλάδα οφείλονταν στην αύξηση του πληθυσμού, την ανάγκη για βιοπορισμό από μικρή ηλικία, την οικονομική και κοινωνική καθυστέρηση της χώρας (κοινωνικές ανισότητες, φτώχεια, κοινωνική περιθωριοποίηση) και την έλλειψη οργανωμένης κρατικής φροντίδας (έλλειψη σχολείων σε αγροτικές, υποβαθμισμένες ή δυσπρόσιτες περιοχές).

Ενίοτε οφείλονταν στην εκμετάλλευση των αναλφάβητων από ανελεύθερα καθεστώτα, στη μετανάστευση-προσφυγιά, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα (κοινωνικός και φυλετικός ρατσισμός), στο χαμηλό πνευματικό επίπεδο μεγάλου αριθμού οικογενειών και στις πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας.

Οι συνέπειες, φυσικά, ήταν πολλές και πολυεπίπεδες, γιατί οι αναλφάβητοι Έλληνες γίνονταν διαρκώς αντικείμενα εκμετάλλευσης, ήταν δέσμιοι προλήψεων και δεισιδαιμονιών, ωθούνταν στην ανηθικότητα και την υποταγή στα πάθη τους.

Επίσης δεν αξιοποιούσαν τις έμφυτες αρετές τους και ένιωθαν μόνιμα ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας στην κοινωνική τους ζωή ελλείψει προσόντων και εφοδίων, πράγμα που ενίσχυε την αβεβαιότητά τους για το μέλλον.

Για όλα αυτά βέβαια υπήρχαν και υπάρχουν λύσεις, καθώς εξακολουθεί να παρατηρείται το φαινόμενο του αναλφαβητισμού στη χώρα μας, σε κλιμάκωση κατιούσα βέβαια, μέχρι που ήρθε η κρίση. Οι συνθήκες από τότε έχουν αλλάξει βέβαια και όλο και πιο πολλοί αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία στα θρανία των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας.

Το αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι σ’ αυτά, ενώ μέχρι πριν φοιτούσαν συνήθως ενήλικες μέσης και μεγάλης ηλικίας, τώρα παρατηρούμε όλο και περισσότερα νέα παιδιά, που λόγω συγκυριών στη ζωή τους, επιλέγουν αυτόν τον δρόμο για να μορφωθούν.

Αναμφισβήτητα η οικονομική κρίση – που σάρωσε σαν λαίλαπας την Ελλάδα δια των μνημονίων – έφερε στο προσκήνιο και πάλι τον αναλφαβητισμό, οργανικό και λειτουργικό, αν και – σύμφωνα με την καταγραφή της Unesco το 2015 – αυτός είχε πάρει την κατηφόρα, με αποτέλεσμα να προσεγγίζει μόλις τις 220.000 ο αριθμός των αναλφάβητων ενηλίκων, με το μεγαλύτερο ποσοστό να είναι γυναίκες.

Απ’ το 2009 και μετά όμως άρχισε πάλι να παίρνει την ανιούσα και στους νέους, καθώς αυξανόταν ο αριθμός των μαθητών υποχρεωτικής εκπαίδευσης που εγκατέλειπαν το Λύκειο, για να πάνε να δουλέψουν και να βοηθήσουν τους γονείς τους, με παράλληλη – για αρκετούς απ’ αυτούς – την επιλογή των σχολείων δεύτερης ευκαιρίας, τα οποία προτιμούν και οι αναλφάβητοι ηλικιωμένοι.

Μιλώντας στην »Καθημερινή» (30/1/’17) για την αξία των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας και για τους ηλικιωμένους »μαθητές», ο διευθυντής ενός εξ αυτών στον Πειραιά, κ. Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, είπε μεταξύ άλλων τα εξής ενδιαφέροντα:

»… Ενώ μέχρι πρόσφατα το φαινόμενο αφορούσε ενήλικες μέσης και μεγάλης ηλικίας, τελευταία παρατηρούμε ότι όλο και περισσότεροι είναι νέα παιδιά… Έχουμε επίσης πολλούς ηλικιωμένους σπουδαστές, οι οποίοι μπορεί να μην ήξεραν καθόλου να διαβάσουν, να αναγνωρίσουν μια ταμπέλα, να βρουν ποιο λεωφορείο να πάρουν. Με έναν τρόπο είχαν μάθει να το παλεύουν, είχαν εξοικειωθεί με το πρόβλημα…»

Ενώ για τους νεότερους διαπιστώνει αποκαρδιωμένος:

»… Σήμερα φαίνεται ότι οι μικρότεροι που για τον έναν ή τον άλλο λόγο εγκατέλειψαν πολύ πρόωρα το σχολείο δεν μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία. Είναι απαραίτητο να εργαστούν, αλλά είναι αδύνατον να τα καταφέρουν χωρίς τις βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης ή τη δυνατότητα κατανόησης ενός απλού κειμένου…»

Οι λύσεις για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, σε πρώτη φάση, θα πρέπει να αφορούν στην αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας και των κοινωνικών προβλημάτων, της παρατεταμένης (και λόγω των μνημονίων) οικονομικής παρακμής και της υποδήλωσής μας σε ξένα πρότυπα.

Σε δεύτερη φάση θα πρέπει να ενισχυθούν σοβαρά με χρήματα τα σχολεία, να ιδρυθούν νέα για αναλφάβητους και να μπουν υπό την κρατική αιγίδα οι εγχώριες ατομικές προσπάθειες αντιμετώπισης του αναλφαβητισμού, όπως και οι διεθνείς διαφόρων φιλελληνικών ή ομογενειακών ενεργειών.

Πάντως, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ για τους αναλφάβητους του πλανήτη, το 1957 αυτοί ανέρχονταν στο 44 του πληθυσμού της Γης, το 1978 στο 32,5 , το 1990 στο 27 και το 1998 στο 16 .

Αν και είναι ολοφάνερη η κατηφορική πορεία, ωστόσο ο ΟΗΕ »προοικονόμησε ότι το ποσοστό του αναλφαβητισμού θα αυξηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού της νέας χιλιετίας. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, μόλις το 1/4 των παιδιών στον πλανήτη (στα τέλη του 20ου αιώνα) είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν σχολικά μαθήματα σε κανονικούς ρυθμούς».

Σε πολιτισμικό επίπεδο, ο ΟΗΕ γνωστοποίησε πως οι αναλφάβητοι ανέρχονται σε 774 εκατομμύρια ηλικίας άνω των 15 ετών εκ των οποίων τα 2/3 είναι γυναίκες. Επεσήμανε ακόμη ότι πάνω από 75 εκατομμύρια μικρά παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο. Η UNICEF όμως ανεβάζει το ποσοστό σε 93 εκατομμύρια, σημειώνοντας ότι το 53 των παιδιών εκτός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι κορίτσια.

Ως έχουσες το μεγαλύτερο πρόβλημα αναλφαβητισμού κατά τον ΟΗΕ, εμφανίζονται οι υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, ενώ στον αντίποδα βρίσκονται οι περιοχές με τα μικρότερα ποσοστά αναλφαβητισμού: Νότια Αμερική, Ευρώπη, Ιαπωνία, Αυστραλία. Ας σημειωθεί ότι τα χαμηλότερα ποσοστά αναλφάβητων στην Ασία τα έχουν η Μπουρκίνα Φάσο (12,8 τοις εκατό), ο Νίγηρας (14,4) και το Μάλι (19 ).

Σε κάθε και για κάθε περίπτωση, πάντως, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι »η δυνατότητα μάθησης, γραφής και ανάγνωσης είναι ανθρώπινο δικαίωμα και είναι σκανδαλώδες το γεγονός ότι αυτό παραβιάζεται για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρώπων».

Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται εγρήγορση και ανάληψη δράσης από Κυβερνητικούς ή μη Οργανισμούς κι από την Κοινωνία των Πολιτών προπάντων, ώστε να ενισχύσουν οικονομικά και με την τεχνογνωσία (ψηφιακή) προγράμματα κατά του αναλφαβητισμού στον κόσμο και την Ελλάδα, για να βρει ανταπόκριση το κάλεσμα:

»ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ».

»Κρινιώ Καλογερίδου» (Βούλα Ηλιάδου)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.