Φιάσκο για Τσίπρα – Ζάεφ;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Λίγοι βρέθηκαν προ εκπλήξεως από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ατα Σκόπια για την λαϊκή έγκριση της συμφωνίας των Πρεσπών. Με την αντιπολίτευση ουσιαστικά να απέχει από τη διαδικασία και την μεγάλη πλειοψηφία των σλαβόφωνων να θεωρούν ξεπούλημα την συνθηκολόγηση με την Ελλάδα στο όνομα “Βόρεια Μακεδονία”, η αποτυχημένη κατάληξη του εγχειρήματος ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.

Η οπτική της ένταξης σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. δεν ενέπνευσε τους Σκοπιανούς πολίτες, αφού τα γεωπολιτικά οφέλη της συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς δεν άγγιξαν το θυμικό τους. Ο αλυτρωτικός εθνικισμός, έτσι όπως αναπτύχθηκε ειδικά τα τελευταία 30 χρόνια, συνεχίζει να αποτελεί ισχυρό συναισθηματικό κίνητρο. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν το περίπου 37% της συμμετοχής στη διαδικασία κρίνεται αναμενόμενο και αρκούντως ικανοποιητικό.

Αποδείχτηκε τελικά φιάσκο το δημοψήφισμα; Για τον Ζάεφ νομίζω, πως όχι. Η συγκεκριμένη συμμετοχή καταγράφει μια εκλογική παρακαταθήκη ταυτισμένη με τον ηγέτη γύρω από ένα μακροπρόθεσμο όραμα. Κι αυτή η ταύτιση τον καθιερώνει ως κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα στη χώρα και αυξάνει εκθετικά την πιθανότητα άνετης εκλογικής επικράτησης σε περίπτωση εκλογών εφόσον δεν προχωρήσουν οι συνταγματικές αλλαγές στο σκοπιανό κοινοβούλιο.

Φιάσκο θα πρέπει να θεωρηθεί αυτή η εξέλιξη κυρίως για την ελληνική πλευρά. Αν ο Τσίπρας στόχευε όντως στο άμεσο κλείσιμο της υπόθεσης, κι όχι στην προεκλογική διαχείριση της, θα έπρεπε να αναλάβει το δικό του μερίδιο ευθύνης στην αποτυχία.

Κυρίως οφείλει να αναλογιστεί αν οι πρωτοβουλίες του αφήνουν θετικό πρόσημο για τα ελληνικά συμφέροντα ή μας πήγαν βήματα πίσω τοποθετώντας μας σε μια απείρως πιο αμυντική και υποχωρητική θέση. Ανεξάρτητα από το αν στην επόμενη διαπραγματευτική περίοδο βρεθεί μπροστά του ο Ζάεφ ή οποιοσδήποτε άλλος, οι τωρινές παραχωρήσεις θα θεωρούνται δεδομένες και με το χαρτί της κοινωνικής πίεσης θα ζητηθούν “βελτιώσεις” στη συμφωνία επί τω χείρω για την ελληνική πλευρά.

Όμως ο Τσίπρας πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά. Πάντοτε υπήρξε κοντόφθαλμος και οπορτουνιστής. Είναι πολύ πιθανό να αισθάνεται ικανοποιημένος από όσα συνέβησαν κι όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.

Η καθυστέρηση στην επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών τού επιτρέπει να ονειρεύεται μια εκλογική μάχη απαλλαγμένη από τον βραχνά της αμετάκλητης λύσης στο ζήτημα. Θα έχει ανοίξει ένα σημαντικό εθνικό θέμα ελπίζοντας ότι θα εκθέσει την Κεντροαριστερά που υπήρξε πάντοτε οπαδός της σύνθετης ονομασίας και θα αφήσει στην ΝΔ την διεθνή πίεση της τελικής υπογραφής σε ένα ακόμη πιο δυσμενές πλαίσιο.

Όπως και με την κρατική χρηματοδότηση ο ορίζοντας ανάλυσης του Τσίπρα φθάνει μέχρι τις επόμενες εκλογές, αδιαφορώντας για τις μετέπειτα επιπλοκές που θα προκύψουν από την απραξία, έτσι και στο Σκοπιανό το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η δική του επιβίωση και το μπλέξιμο των πολιτικών του αντιπάλων.

Τόσο η επανεκκίνηση της οικονομίας όσο κι η επανατοποθέτηση του Σκοπιανού σε νέες εθνικές βάσεις απαιτούν κυβερνητική αλλαγή και επαναπροσδιορισμό στόχων και μεθόδων. Η αποχώρηση της σημερινής επικίνδυνης αντίληψης, που εκπροσωπεί ο Τσίπρας και η αρμάδα του, αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο. Αυτή είναι η μόνη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν πλέον στη χώρα οι συγκυβερνώντες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.