Φέτος, κανονικά

Ημερολόγιο καραντίνας για τη γιαγιά που, μόνη, στη Λάρισα, υπομένει και τηλεφωνεί

Γράφει η Βασιλική Πέτσα, Συγγραφέας

Κανονικά, θα φτάναμε στη Λάρισα την πρώτη μέρα μετά το Πάσχα, μαζί με τους γονείς. Ο μπαμπάς θα φώναζε σε όλη τη διαδρομή για τα πράγματα –φαγητά, ρούχα, εμάς– που θα έπρεπε να στοιβάξει στο αυτοκίνητο –«φορτηγό θέλετε!»– και η μαμά είτε θα διατηρούσε ακέραιο το τεθλιμμένο, καρτερικό της βλέμμα, το τόσο ταιριαστό με τη Μεγάλη Εβδομάδα, ή, όταν θα είχαμε πια απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι, σε τόνο υπολογισμένα ψύχραιμο και οριστικό, θα του υπενθύμιζε κάτι –ένα πουκάμισο, ένα ζευγάρι γυαλιά, μια πόρτα ξεκλείδωτη– που θα έχει ξεχάσει. Καθισμένη στο πίσω κάθισμα, θα χάζευα με αθηναϊκό πλέον μάτι τα απέραντα λιβάδια και θα διέκοπτα τον κατά πάντων, πια, φιλιππικό του μπαμπά για να ζητήσω, αφηρημένη, να αλλάξουν σταθμό στο ράδιο – κάνει παράσιτα.

Κανονικά, θα έφτανα στη Λάρισα μόνη μου, πριν από τους υπόλοιπους, την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς. Θα μπορούσα να πάρω κάποιο ταξί, όμως όχι: θα διέσχιζα την πόλη, από τον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων έως το παλιό νοσοκομείο, σέρνοντας τη βαλίτσα μου, για να αποτιμήσω τις αλλαγές που έγιναν στην πόλη καινούργια μαγαζιά, άλλα που έκλεισαν, τη γενικότερη αίσθηση ή ένα κάποιο κλίμα, που εντέλει θα έκρινα πάντοτε ως δυναμικά, όσο και φιλικά, αισιόδοξο. Θα προφασιζόμουν ή, για να είμαι και δίκαιη με τον εαυτό μου, θα προέτασσα ως δικαιολογία κάποια υπαρκτή ανειλημμένη υποχρέωση που θα με γύριζε συντομότερα πίσω, κι έτσι θα εξασφάλιζα μία πολύτιμη μέρα σχετικής, όσο επιτρέπουν οι οικογενειακές χωροταξικές και λοιπές διευθετήσεις, ιδιωτικότητας. Ενα 24ωρο που θα περνούσα από το εξεταστικό βλέμμα μονάχα ενός μέλους της οικογένειας· του πιο αυστηρού κριτή· του πιο πιεστικού κηδεμόνα· της γιαγιάς.

Φέτος, δεν πέρασα τις γιορτές με τη γιαγιά· φέτος έμεινα στην Αθήνα. Θα μπορούσα, βέβαια, να προφασιστώ, ή, για να είμαι δίκαιη με τον εαυτό μου, θα προέτασσα ως δικαιολογία, κάποια υπαρκτή ανειλημμένη επίσκεψη σε τοπικό γιατρό, και θα απαλλασσόμουν από την πλέον φορτική, καθότι έξωθεν επιβεβλημένη, ιδιωτικότητα. Θα καθόμουν, λέω, και κάποιες μέρες παραπάνω. Θα έβλεπα φίλους που έχω καιρό να δω, θα κατέβαινε, από τον πάνω όροφο, συχνότερα, το τρομακτικά έξυπνο κοριτσάκι που μάταια προσπαθεί η γιαγιά, συνταξιούχος δασκάλα, να πειθαρχήσει σε ένα πρόγραμμα μελέτης – γι’ αυτό κι εκείνο την αποφεύγει. «Θα γίνω τραγουδίστρια», δηλώνει με θρίαμβο, και η γιαγιά σουφρώνει τα χείλη και κουνάει το κεφάλι της υποτιμητικά. Και θα κοιμόμουν, σκέφτομαι, αυτή τη φορά, στο δωμάτιό της, κι ας ροχαλίζει, πού και πού (κάθε βράδυ, δηλαδή), η γιαγιά – από τότε που αρρώστησε, λίγο παραπάνω.

Φέτος, μου τηλεφωνούν όλοι τους, μαμά, μπαμπάς, αδελφή, συχνότερα και μου ζητούν, ή άλλοτε απαιτούν, να πράττω το ίδιο. Βαρυγκομώ και δεν συνεργάζομαι. Μονάχα εκείνη: στις τρεις το μεσημέρι· στις έντεκα το βράδυ· στις εννέα το πρωί. Tέτοιες ώρες μου τηλεφωνεί τις ημέρες των γιορτών. Για την ακρίβεια, όποιες της αρέσουν. Η γιαγιά νιώθει μοναξιά την περίοδο της καραντίνας – «πουθενά δεν μπορείς να πας», λέει, και εννοεί το κομμωτήριο και τη φίλη της. Αμφότερα φτάνονται πριν τελειώσει το τετράγωνο. Να φοράω συνέχεια γάντια και μάσκα και να μην πολυκυκλοφορώ, στην αρχή· γάντια μάλλον δεν χρειάζονται, αλλά μάσκα οπωσδήποτε και να μην πολυκυκλοφορώ, στη συνέχεια: η γιαγιά παρακολουθεί ειδήσεις και διαβάζει τις εφημερίδες της και κάτι της είπε ο φαρμακοποιός και γι’ αυτό μας καλεί. Για να μας ενημερώσει, διότι η γιαγιά πάντοτε, πριν από εμάς, καλύτερα από εμάς, πριν και καλύτερα από όλους, ξέρει.

Στην πρώτη καραντίνα, λέγαμε: υπομονή μέχρι τον Σεπτέμβρη, τότε θα καταφέρουμε να βρεθούμε κανονικά. Και η γιαγιά υποσχόταν να αντέξει, να είναι δυνατή. Σχεδόν την πείσαμε, κιόλας, να υπομείνει τις θεραπείες και τις ενέσεις και τα χάπια – το καλοκαίρι όχι, εκεί πάτησε πόδι: από φθινόπωρο τα φάρμακα, «τις διακοπές μου τις θέλω, αυτές δεν τις χαλνώ». Και παρελάσαμε όλοι από το σπίτι της στη Λάρισα· την περίμενα, όπως όταν ήμουν μικρή, να φανεί περιχαρής στην εξώπορτα. Προχωρώντας –τι χαζή!– θυμήθηκα πως ανέκαθεν μας προλάβαινε στην κορυφή της σκάλας. Εφτασα στην είσοδο του διαμερίσματος και η γιαγιά φάνηκε εντέλει· όλο φούρια και προσπάθεια. Η πόρτα της, όπως πάντα, ορθάνοιχτη.

Στη δεύτερη καραντίνα λέμε: υπομονή μέχρι το Πάσχα, τότε θα καταφέρουμε να βρεθούμε κανονικά. Η γιαγιά έχει, πλέον, δεχθεί τη θεραπεία. Διαβάζει τις παρενέργειες των φαρμάκων και ανησυχεί πως θα ενταθούν οι καούρες, πως θα της ανέβουν τα λευκά, προσοχή και στον αιματοκρίτη, και στέλνει τον θείο μου στα νοσοκομεία, να ενημερώσει τους γιατρούς, να της αλλάξουν την αγωγή, να της δώσουν κάποιο συμπλήρωμα. Σε εμάς, στα τηλέφωνα, λέει πως είναι μια χαρά. Έπειτα ρωτάει αν τρώμε – μας έστειλε κιόλας, με το δέμα των γονιών μου, τη δική της συνεισφορά για τα Χριστούγεννα: ένα κουτί μελομακάρονα. Δεν τα πετυχαίνει, η συνταγή της μαμάς είναι κλάσεις ανώτερη, όμως η γιαγιά αρνείται πεισματικά να την αλλάξει και μας παραφορτώνει κάθε χρόνο με ψωμένια, στεγνά γλυκά, που, κανονικά, καταλήγουμε να πετάμε.

Φέτος τα τελειώσαμε ήδη, γιαγιά.

Καθημερινή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.