Η επίθεση στη Μονή της Αγ. Αικατερίνης στο Σινά και η παρουσία του ελληνισμού στον Λεβάντη

Γράφει ο Χαρίτος Αναστασίου, Φοιτητής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ

Δύο νεκροί και τέσσερις τραυματίες ήταν ο απολογισμός της προ ολίγων ημερών επίθεσης των τζιχαντιστών του ISIS, σε αστυνομικό φυλάκιο στα πέριξ της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβαδίστου Όρους Σινά. Θύματα δεν υπήρξαν εκ μέρους της ελληνορθόδοξης μοναστικής κοινότητας. Η τρομοκρατική αυτή ενέργεια έρχεται να προστεθεί στις πρόσφατες πράξεις φρίκης του Ισλαμικού κράτους στους τόπους λατρείας των Κοπτών Χριστιανών σε μεγάλες πόλεις της Αιγύπτου, αναδεικνύοντας έντονα για άλλη μια φορά την ανασφάλεια των Χριστιανών, στον αραβο-ισλαμικό κόσμο.

Εκ των αρχαιότερων τόπων λατρείας του Χριστιανικού κόσμου, η Μονή θεμελιώθηκε στους χρόνους του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού, από όπου και χρονολογούνται τα επιβλητικά της τείχη, που λίγο έλειψε να θιγούν κατά την επίθεση. Χτισμένη στον τόπο που κατά την παράδοση ο Κύριος αποκαλύφθηκε στον Μωυσή υπό την μορφή της καιόμενης Βάτου και στις πλαγιές του όρους όπου ο θεόπτης Προφήτης κατέγραψε τον Νόμο και τις Δέκα Εντολές εξ ονόματος του Θεού, η Ιερά Μονή καταλαμβάνει χώρο ιερό τόσο για τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, όσο και για το Ισλάμ. Ως εκ τούτου το μοναστήρι απολάμβανε ιδιαίτερης προστασίας και αναγνώρισης από τα ισλαμικά Χαλιφάτα από την αρχή της ύπαρξης τους.

Ο ίδιος ο προφήτης Μωάμεθ εγγυήθηκε την ασφάλεια και τα προνόμια των μοναχών, μέσα από το Βιβλίο της Ειρήνης το οποίο και φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη της Μονής, συνθήκη που τήρησαν όλοι του οι διάδοχοι Χαλίφηδες. Στο σήμερα δε η Μονή οφείλει την προστασία της στους Άραβες μουσουλμάνους Βεδουίνους νομάδες της χερσονήσου του Σινά, οι οποίοι και προφυλάσσουν τον ιερό αυτόν τόπο. Ως εκ τούτου η Μονή επιβιώνει μέχρι σήμερα, διατηρώντας μεταξύ άλλων την αρχαιότερη στον κόσμο συνεχώς λειτουργούσα βιβλιοθήκη, στην πολύτιμη συλλογή της οποίας περιλαμβάνεται και ο Σιναϊτικός Κώδικας, η παλαιότερη ίσως αποτύπωση των Ευαγγελίων.

Η ίδια η Μονή παράλληλα αποτελεί λαμπρό μνημείο της άλλοτε ενδοξότατης ελληνικής και ορθόδοξης Χριστιανικής παρουσίας στην γη του Λεβάντη: τα περίπου δύο εκατομμύρια των αραβόφωνων Ρωμιών, ελληνορθόδοξων και ελληνοκαθολικών Χριστιανών. Όπως και οι υπόλοιποι Χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής, οι Ρωμιοί είναι απόγονοι των εκχριστιανισμένων προ- ισλαμικών και προ-αραβικών λαών της περιοχής, οι οποίοι και διατήρησαν την ταυτότητα τους παρά τις ισλαμικές κατακτήσεις. Εν αντιθέσει δε με τους Κόπτες, τους Ασσύριους- Χαλδαίους και τους Μαρωνίτες, οι αραβόφωνοι Ρωμιοί ή Άραβες Χριστιανοί αποτελούν συνεχιστές της κληρονομιάς του ελληνισμού και του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους στην περιοχή.

Κατά την κρίση του μονοφυσιτισμού οι επηρεασμένες από τα ανατολίτικα ήθη εκκλησίες των Σύρων και των Κοπτών αποσχίστηκαν από την επίσημη ρωμαϊκή κρατική Εκκλησία. Όλοι όσοι παρέμειναν πιστοί στην επίσημη κρατική ρωμαϊκή Εκκλησία και στην ευρωπαϊκή παράδοση, που αναγνωρίζει τόσο την θεία όσο και την ανθρώπινη φύση του Κυρίου Ιησού Χριστού, κλήθηκαν Ρωμαίοι, ως πολίτες της Ρώμης και Μελχίτες, εκ του αραβικού Malaki, ήτοι βασιλικοί ή αυτοκρατορικοί. Σε αυτούς δε προστέθηκαν και οι εκχριστιανισθέντες αυτόχθονες Άραβες της περιοχής, μέγα τέκνο των οποίων και υπήρξε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, υπουργός Οικονομικών του τότε Χαλίφη.

Μια ακόμη σπιθαμή του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος μένει ζωντανή ακόμη στα παράλια του Λεβαντίνικου πελάγους: τα πανάρχαια Πατριαρχεία Αντιόχειας, Αλεξάνδρειας και Ιεροσολύμων καλούνται από τους ντόπιους πληθυσμούς ως τα «ελληνικά» ή ρωμαϊκά Πατριαρχεία, li’l-Rum, συνδέοντας την ονομασία της χιλιόχρονης ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με αυτό του ελληνικού πνεύματος που διατηρήθηκε στην περιοχή από την ελληνιστική περίοδο. Η ελληνική Κοινή διάλεκτος συνεχίζει να αξιοποιείται ως λειτουργική γλώσσα από τους αραβόφωνους Πιστούς, με αρκετούς ελληνικούς ύμνους να συμπεριλαμβάνονται στην κατά το ελληνορθόδοξο τυπικό αραβική λειτουργία. Εντός δε της ίδιας της Εκκλησίας και της κοινότητας η ελληνική απολαμβάνει έντονου σεβασμού καθώς και χρήσης. Στην παράδοση αυτή δε περιλαμβάνονται και οι Ελληνοκαθολικοί, μέλη εξαιρετικά μεγάλης Ελληνοκαθολικής Μελχιτικής Εκκλησίας της Αντιόχειας. Κατά την εκκλησιαστική δε παράδοση το Πατριαρχείο Αντιοχείας συνιστά την αρχαιότερη Χριστιανική κοινότητα, αφού εκεί άρχισαν οι Πιστοί να καλούνται Χριστιανοί.

Οι ίδιοι οι Άραβες Χριστιανοί αποτελούσαν και αποτελούν μία από τις πιο δυναμικές και δημιουργικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής. Στον αραβικό κόσμο υπήρξαν ενεργοί υποστηρικτές του παναραβικού και αραβικού σοσιαλιστικού κινήματος. Ο ελληνορθόδοξος Michel Aflaq υπήρξε ο ιδεολογικός πατέρας του αραβικού εθνικισμού και του μπααθικού κινήματος, καθώς και καθοδηγητής των κινημάτων του Hafez al Assad στην Συρία και ειδικότερα του Saddam Hussein στο Ιράκ. Στο Ισραήλ θεωρούνται ως η πλέον μορφωμένη και επιστημονικά κατηρτισμένη πληθυσμιακή ομάδα, κατέχοντας το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας (69%) στις εθνικές εξετάσεις σε σχέση με το σύνολο του ισραηλινού πληθυσμού. Κατέχουν τον μεγαλύτερο αριθμό πανεπιστημιακών πτυχίων και διδακτορικών κατά κεφαλήν, ξεπερνώντας ακόμη και τον εβραϊκό πληθυσμό, ενώ κυριαρχούν επί όλων των άλλων στον τομέα της ιατρικής, παρόλο που δεν συνιστούν παρά το 2.1% επί του συνολικού πληθυσμού του Ισραήλ. Αν και σταθεροί υποστηρικτές του παλαιστινιακού εθνικισμού στο παρελθόν, όλο και μεγαλύτερο ποσοστό τους σήμερα στηρίζει το κράτος του Ισραήλ.

Ποιος λοιπόν ο ρόλος της Ελλάδας απέναντι σε αυτήν την εξαιρετική ομάδα ανθρώπων, η οποία και διατηρεί αναμμένο το φως του ελληνισμού ανθιστάμενη στο χάος της περιοχής; Καταρχήν το ίδιο το ελληνικό έθνος αποτέλεσε τον μετασχηματισμό του Γένους των Ρωμιών από οθωμανικό μιλέτ σε νεωτερικό κράτος. Ως εκ τούτου οι ιδρυτικές αξίες του ελληνικού κράτους πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από την οικουμενική ελληνορθόδοξη παράδοση, η οποία και δεν μπορεί να αγνοήσει την πανάρχαια και συνεχή της παρουσία στην Μέση Ανατολή. Το ίδιο το ελληνικό κράτος πρέπει να διαφυλάξει την συνέχεια του ελληνισμού στην περιοχή, υποστηρίζοντας υλικά και πνευματικά τα πανάρχαια ρωμαίικα ορθόδοξα Πατριαρχεία της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, καθώς και της Αλεξάνδρειας. Μέσα από τα ίδια, τις θρησκευτικές τους ενορίες και τις εκκλησιαστικές τους ακαδημίες η ελληνική γλωσσική, θρησκευτική και πολιτισμική παράδοση θα μπορέσει να συνεχίσει στην περιοχή και να ξανανθίσει με την ειρήνευση της περιοχής.

Παράλληλα η ελληνική υποστήριξη μπορεί να φανεί και με την διπλωματική του συνεργασία με κράτη φιλικά προς το χριστιανικό στοιχείο, τον Λίβανο, την Ιορδανία και κυρίως το Ισραήλ. Στο σύνολο τους τα τρία κράτη έχουν ανοίξει την αγκάλη τους σε πλήθη Χριστιανών που συνέρχονται διωκόμενοι από την Συρία και Ιράκ, τόπους έντονης χριστιανικής παρουσίας. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει τις παραδοσιακά εξαιρετικές σχέσεις της τόσο με το Ισραήλ όσο και με τις μετριοπαθείς αραβικές σχέσεις ώστε να επιτύχει την διατήρηση της πολιτισμικής της ακτινοβολίας στον μακρινό αυτόν τόπο, με τα αρχαία Πατριαρχεία να επιτελούν τον ρόλο της εκεί κιβωτού αυτών των αξίων.

Ως προς το ζήτημα του Σινά ειδικότερα ίσως η βέλτιστη λύση να ήταν η προσάρτηση της χερσονήσου στο Ισραήλ. Το ίδιο το Ισραήλ διατηρεί άριστες σχέσεις με τους Βεδουίνους νομάδες εντός του εδάφους του, οι ίδιοι είναι οι μόνοι Άραβες και μουσουλμάνοι που στρατεύονται υποχρεωτικά στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, ενώ το στηρίζουν ένθερμα σε όλες του τις συγκρούσεις. Ιστορικά η προσωρινή κατοχή του Σινά από τον ισραηλινό στρατό κατά την κρίση του Σουέζ και τον πόλεμο των Έξι Ημερών υπήρξε η μόνη ίσως περίοδος πραγματικής ασφάλειας της Μονής και των ντόπιων πληθυσμών από την ισλαμική επιθετικότητα και φανατισμό. Ως εκ τούτου η δυναμική συνεργασία των καλών φίλων, Ελλάδος, Κύπρου και Ισραήλ, καθώς και Λιβάνου και Ιορδανίας, θα μπορούσε πέραν από σημαντικά γεωπολιτικά οφέλη να συνεισφέρει και στην συνέχεια της επί χιλιετιών παρουσίας του ελληνισμού στην γη του Σελεύκου και του Αντίοχου…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *