Επιστήμονες: Πολίτες δεύτερης κατηγορίας

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Νομικός

Παρά τις αντίθετες αρχικές εξαγγελίες της, παρά τις φήμες που ακολούθησαν, μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, η κυβέρνηση τελικά επέμεινε και σήμερα να μη συμπεριλάβει τους δικηγόρους και τους λοιπούς επιστημονικούς κλάδους στους δικαιούχους του έκτακτου επιδόματος των 800 ευρώ. Ευθέως, οριζοντίως, καθέτως και διαγωνίως, η κυβέρνηση εμμένει σε ένα λάθος που, όσο κι αν ισχυρίζεται το αντίθετο, συνιστά μια βαθύτατη προσβολή και απαξίωση για αυτούς που ισχυριζόταν ότι στηρίζει και είναι δίπλα τους.

Το επίδομα ειδικού σκοπού των 800 ευρώ θεσπίστηκε εκτάκτως, καλύπτει το διάστημα από 15 Μαρτίου έως 30 Απριλίου και σκοπός του είναι η οικονομική κάλυψη των εργαζομένων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολουμένων που αδυνατούν να εργαστούν λόγω των μέτρων που έχει λάβει η Πολιτεία για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού COVID-19. Έχει δηλαδή έναν μικτό αποζημιωτικό και προνοιακό χαρακτήρα. Δε χορηγείται σε όλους, αλλά μόνο σε όσους πλήττονται, άμεσα ή έμμεσα, σαν αποζημίωση εκ μέρους της Πολιτείας για τις συνέπειες των ληφθέντων μέτρων. Από την άλλη σκοπό δεν έχει την κάλυψη του συνόλου της οικονομικής ζημίας των δικαιούχων, αλλά μόνο την παροχή σε αυτούς των αναγκαίων μέσων για τη διαβίωσή τους κατά το χρόνο αυτό. Για αυτό και το χαμηλό του ύψος (530 € μηνιαίως) και η παροχή του ίδιου ποσού σε όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος, κοινωνικών κριτηρίων κοκ. Για αυτό και ο συνδυασμός του με άλλα μέτρα (μειωμένο ενοίκιο, αναστολή φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών), προς το σκοπό της κατά το δυνατόν ελαχιστοποίησης των υποχρεώσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, η κυβέρνηση αρχικά είχε συμπεριλάβει τους δικηγόρους στους δικαιούχους του επιδόματος. Μάλιστα υπήρχε και ρητή δημόσια δέσμευση από κυβερνητικούς αξιωματούχους ότι οι δικηγόροι συγκεκριμένα θα λάβουν την κρατική ενίσχυση, ακριβώς επειδή τα μέτρα που λήφθηκαν για τον περιορισμό μετάδοσης του ιού τους πλήττουν. Παρ’ όλα αυτά, οι δικηγόροι τελικά , μαζί με τους υπόλοιπους κλάδους που η κυβέρνηση χαρακτήρισε ως «επιστημονικούς», εξαιρέθηκαν από τα 800 €. Αντί αυτού, ανακοινώθηκε ότι θα λάβουν voucher συνολικής αξίας 600 ευρώ, ως αντίτιμο για την παρακολούθηση διαδικτυακών σεμιναρίων επιμόρφωσης για εργασία εξ’ αποστάσεως.

Η αλλαγή αυτή της κυβερνητικής στάσης, εκτός από ανακολουθία από την πλευρά της κυβέρνησης συνιστά και μεγάλη αδικία για τους επιστημονικούς κλάδους. Βάσει αυτής, όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι που κρίθηκε ότι πλήττονται από τα μέτρα θα λάβουν 800 €, ενώ οι δικηγόροι, και μαζί με αυτούς και οι άλλες κατηγορίες επιστημόνων, θα λάβουν 600 €. Μάλιστα οι δικαιούχοι των 800 ευρώ θα λάβουν την ενίσχυση έως τις 10 Απριλίου και άνευ άλλης προϋποθέσεως, ενώ οι επιστήμονες θα τη λάβουν με την προϋπόθεση παρακολούθησης των σεμιναρίων και μέχρι το τέλος Απριλίου. Πάντα με την προϋπόθεση ότι θα λειτουργήσουν οι μηχανισμοί του ΕΣΠΑ.

Η διαφοροποίηση αυτή εξηγήθηκε από την κυβέρνηση σε δεύτερο χρόνο, κατόπιν αντιδράσεων. Αποδόθηκε αφενός στην ανάγκη διατήρησης κονδυλίων του προϋπολογισμού για το ενδεχόμενο να χρειαστεί η καταβολή επιδομάτων και τους επόμενους μήνες, αφετέρου στην ύπαρξη κονδυλίων ΕΣΠΑ για επιμόρφωση που μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον ίδιο σκοπό χωρίς να διατεθούν κονδύλια του προϋπολογισμού.

Όπως προανέφερα, η ενίσχυση αυτή δίνεται ως αποζημίωση για την αδυναμία εργασίας, για την κάλυψη των βασικών αναγκών. Εφόσον κατά την κυβέρνηση υπάρχει δημοσιονομική αδυναμία, γιατί επιλέχθηκε να δοθούν δύο διαφορετικές αποζημιώσεις; Το επίδομα αυτό υποτίθεται είναι για να καλύψει τις βασικές ανάγκες για ενάμιση μήνα και είναι οριζόντιο. Γιατί προτιμήθηκε να δοθούν αισθητά λιγότερα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία αντί να δοθούν λίγο λιγότερα σε όλους;

Ποια λογική μπορεί να έχει αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ επιστημονικών κλάδων και λοιπών ελευθέρων επαγγελματιών; Γιατί μεταξύ όλων των πληττομένων επελέγησαν συγκεκριμένα οι επιστημονικοί κλάδοι για να ενισχυθούν λιγότερο;

Μήπως η κυβέρνηση θεώρησε ότι οι επιστήμονες έχουν λιγότερες βασικές ανάγκες από τους λοιπούς επαγγελματίες; Είναι μικρότερες οι ανάγκες ενός δικηγόρου, ενός λογιστή ή ενός μηχανικού για στέγαση, τροφή, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό κοκ απ’ ό, τι για έναν υδραυλικό ή για έναν υπάλληλο καταστήματος, οπότε μπορεί ο πρώτος να πάρει 400 ευρώ για ένα μήνα και ο δεύτερος 530;

Εκτός αν συμβαίνει το άλλο. Αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι η εργασία των επιστημονικών κλάδων, που θα αδυνατούν να παράσχουν υπηρεσίες από 15 Μαρτίου έως 30 Απριλίου, αξιολογείται ως χαμηλότερης αξίας από των λοιπών εργαζομένων, ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων. Οπότε αποφάσισε να αποζημιώσει τους υπολοίπους πληττομένους με 200 ευρώ περισσότερα και άνευ ετέρας προϋποθέσεως, ενώ για τους επιστήμονες που θεώρησε ότι η εργασία τους είναι μικρότερης αξίας έβαλε και ως προϋπόθεση να επιμορφωθούν για να αυξηθεί η αξία της εργασίας τους.

Πολλοί θα σπεύσουν να απαντήσουν ότι η διαφοροποίηση έγινε προκειμένου να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ και να κρατήσει δυνάμεις ο προϋπολογισμός. Δε θα σχολιάσω ότι η παραδοχή αυτή ισοδυναμεί με ομολογία εξαπάτησης της ΕΕ, και μπορεί να δημιουργήσει ζητήματα με τα κονδύλια αυτά στο μέλλον, αν κριθεί ότι δεν αξιοποιήθηκαν για το σκοπό που έπρεπε. Έστω ότι δεχόμαστε αυτή την επιλογή. Με ποια λογική επιλέχθηκαν για να επιμορφωθούν, από όλες τις κατηγορίες πληττομένων, οι επιστημονικοί κλάδοι; Δηλαδή ανάμεσα στο πλήθος των πληττομένων κατηγοριών, που βρίσκονται εργαζόμενοι χωρίς απολυτήριο Γυμνασίου ή Λυκείου, χωρίς πτυχίο ή άλλον ισοδύναμο τίτλο, χωρίς γνώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ξένων γλωσσών κοκ, επελέγησαν για να επιμορφωθούν δικηγόροι, ιατροί, μηχανικοί κοκ, δηλαδή επαγγελματίες που, ειδικά οι νεότεροι, εκ της ιδιότητάς τους και μόνο έχουν πτυχία, μεταπτυχιακά κοκ, και για την άσκηση του επαγγέλματός τους υποχρεωτικά γνωρίζουν έστω τα βασικά για τους υπολογιστές και το διαδίκτυο;

Επειδή προφανώς το κριτήριο βάσει του οποίου επελέγησαν οι επιστημονικοί κλάδοι δε μπορεί να ήταν η αυξημένη ανάγκη τους για κατάρτιση, είμαι πολύ περίεργος ποιο ήταν τελικά. Γιατί επελέγησαν δικηγόροι, μηχανικοί κοκ να ενισχυθούν λιγότερο από τους υπολοίπους, λες και είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Επειδή πολλοί, ορμώμενοι από το γνωστό μένος εναντίον των «πλούσιων» δικηγόρων θα σπεύσουν να αμφισβητήσουν την ανάγκη οικονομικής τους ενίσχυσης, θα υπενθυμίσω το ιστορικό της υπόθεσης. Στις 13.03.2020 ανεστάλη η λειτουργία των δικαστηρίων, όχι μόνο ως προς τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και ως προς τη διοικητική τους λειτουργία. Εκτός των δικαστηρίων, τη λειτουργία τους αυτόν τον καιρό έχουν αναστείλει, μερικώς ή ολικώς, τα υποθηκοφυλακεία, τα κτηματολογικά γραφεία, οι διευθύνσεις αλλοδαπών, οι εφορίες και το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων υπηρεσιών.

Τα μέτρα αυτά είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα τη δραστική μείωση, αν όχι τον εκμηδενισμό, της επαγγελματικής ύλης των δικηγόρων. Με κλειστά δικαστήρια δε γίνονται δίκες, δε γίνονται καταθέσεις δικογράφων και λοιπές διαδικαστικές πράξεις, δεν εκδίδονται πιστοποιητικά και λοιπά δικαστικά έγγραφα. Με κλειστές δημόσιες υπηρεσίες είναι αδύνατη η διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων. Και φυσικά, η γενικότερη παύση της οικονομίας επηρεάζει εμμέσως και τους δικηγόρους, καθώς επηρεάζονται από τη γενική στάση πληρωμών.

Είναι μια πρωτόγνωρη κατάσταση, δε συγκρίνεται με οποιαδήποτε προγενέστερη περίοδο. Δεν πρόκειται για μερική αναστολή των δικαστηρίων (πχ μη διενέργεια δικών και διαδικαστικών πράξεων), αλλά για ολική αναστολή που συνδυάζεται με αναστολή λειτουργίας των βασικότερων δημοσίων υπηρεσιών όπου οι δικηγόροι εκπροσωπούν εντολείς. Είναι ελάχιστη η επαγγελματική ύλη που μπορεί να αναλάβει ένας δικηγόρος υπό αυτές τις συνθήκες, και στην πράξη περιορίζεται ακόμα περισσότερο από τη γενικότερη παύση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι δικηγόροι δικαιούνται της οικονομικής στήριξης που λαμβάνουν οι υπόλοιποι επαγγελματίες όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά πρωτίστως για λόγους ισότητας.

Δυστυχώς, όσο κι αν διαβεβαιώνει για το αντίθετο η κυβέρνηση με τη στάση της αυτή έδωσε το μήνυμα ότι λαμβάνει υπόψη τους κλάδους που χαρακτήρισε ως επιστημονικούς λιγότερο απ’ ό, τι τους λοιπούς εργαζομένους και επαγγελματίες. Κι αυτό γιατί όταν κλήθηκε να επιλέξει ποιους θα ενισχύσει λιγότερο, επέλεξε αυτούς. Και προσωπικά ως δικηγόρος δε μπορεί να αλλάξει η αίσθησή μου ότι θεωρήθηκα πολίτης δεύτερης κατηγορίας.

Δεν ξέρω τι είδους ήταν το κίνητρο αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης, αν ήταν πολιτικό, συνδικαλιστικό ή τεχνοκρατικό. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Και είναι κρίμα γιατί σε μια περίοδο εθνικής ομοψυχίας, που όλη η κοινωνία έχει συσπειρωθεί έναντι του υγειονομικού κινδύνου, με τη συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε αρνητικά συναισθήματα σε μια κατηγορία πολιτών που θα περίμενες να στηρίζει και να θέλει δίπλα της. Δεν είναι τόσο το οικονομικό θέμα, η διαφορά των 200 ευρώ. Είναι πρωτίστως ζήτημα αξιακό. Είναι ανισότητα μεταχείρισης. Οι επιστημονικοί κλάδοι δε ζήτησαν να αντιμετωπιστούν καλύτερα, όπως θα μπορούσαν. Ζήτησαν να αντιμετωπιστούν το ίδιο. Δεν εισακούστηκαν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.