Επίδειξη αριστεροσύνης με θύμα τα Πανεπιστήμια

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Νομικός

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η ασυνέπειά της στην οικονομία, όπως λέγεται συχνά. Είναι η μέχρι κεραίας συνέπειά της σε όλα τα υπόλοιπα.

Το αν θα κατήγγειλε ο Τσίπρας το μνημόνιο, αν θα διέγραφε το «επαχθές κι επονείδιστο χρέος» και αν θα διεκδικούσε τις γερμανικές αποζημιώσεις ποτέ δεν ήταν ο μεγάλος κίνδυνος . Αυτά τα ωραία, φανταστικά και αριστερά που είχε υποσχεθεί κατά καιρούς δε μπορούσαν ποτέ να εφαρμοστούν, και πράγματα που δε μπορούν να γίνουν δε μπορούν να έχουν και τις ανάλογες επιπτώσεις. Ακόμα και η απόπειρά  του να τα υλοποιήσει βέβαια είχε μεγάλες συνέπειες που πληρώνουμε και σήμερα, από τη στιγμή όμως που η απόπειρα απέτυχε η ιστορία έληξε.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι η συνέπειά της σε όλους τους υπόλοιπους τομείς! Αυτά που υποσχέθηκε και μπορεί όντως να υλοποιήσει χωρίς να περιορίζεται. Και από τη στιγμή που δεν κατάφερε να εφαρμόσει την οικονομική της πολιτική η εφαρμογή των πολιτικών της στους υπόλοιπους τομείς κατέστη ακόμα πιο απαραίτητη. Πλέον έχει ανάγκη να δείξει ότι είναι συνεπής με τις υποσχέσεις και την ιδεολογία της. Και όπως ήταν αναμενόμενο η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα είναι ένας από τους χώρους που θα πληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει αριστερές πολιτικές.

Ο νέος νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η ταφόπλακα στις προσπάθειες για μεταρρύθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου. Η προσπάθεια αυτή για εκσυγχρονισμό, βελτίωση και προσαρμογή στα δεδομένα της εποχής ξεκίνησε επί υπουργίας Μαριέττας Γιαννάκου και ολοκληρώθηκε το 2011, επί Άννας Διαμαντοπούλου. Δεν ήταν, όπως λέγεται συχνά, «ο νόμος Διαμαντοπούλου». Ήταν μια προσπάθεια χρόνων, διαφορετικές κυβερνήσεις είχαν προσπαθήσει να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που εν τέλει περιέλαβε, πλήθος υπουργών και βουλευτών συνέβαλε στην πραγματοποίησή του και εν τέλει πέρασε από τη Βουλή με διαπαραταξιακή στήριξη και μια από τις μεγαλύτερες πλειοψηφίες στην κοινοβουλευτική ιστορία. Είναι μακράν το καλύτερο παράδειγμα συναίνεσης και συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων στη Μεταπολίτευση. Δυστυχώς οι εκπτώσεις στην εφαρμογή του άρχισαν ήδη πριν περάσει ένας χρόνος από την ψήφισή του, ακόμα κι έτσι όμως την τριετία 2011-2014 τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η μεγάλη πλειοψηφία Πανεπιστημίων και ΤΕΙ εκμεταλλεύτηκαν το νέο νομικό πλαίσιο για να εφαρμόσουν τις αλλαγές.

Τα περισσότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα απέκτησαν νέα διοίκηση, στην οποία δε συμμετείχαν εκπρόσωποι φοιτητών και διοικητικών υπαλλήλων, μπήκαν όμως προσωπικότητες είτε από την αγορά είτε από άλλα πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Η αστυνομία άρχισε να επεμβαίνει για την πάταξη εγκληματικών πράξεων (κυρίως παρεμπόριο και εμπόριο ναρκωτικών) σε πανεπιστημιακούς χώρους. Άρχισε πρώτη φορά η αξιολόγηση ιδρυμάτων και διδασκόντων. Ξεκίνησε η δειλή αξιοποίηση των δομών και της περιουσίας των πανεπιστημίων. Και κάποια ιδρύματα άρχισαν να εκμεταλλεύονται το νέο νομικό πλαίσιο για την έρευνα. Εν ολίγοις στην τριετία αυτή έγινε μια γενναία προσπάθεια εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Δυστυχώς αυτές ποτέ δεν επεκτάθηκαν, ποτέ δεν έφτασαν να εφαρμόζονται στο σύνολο των ιδρυμάτων. Ήταν όμως μια προσπάθεια που είχε ξεκινήσει, θα ολοκληρωνόταν και θα απέδιδε καρπούς σύντομα. Αν υπήρχε περισσότερος χρόνος.

Και μετά ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Από τον Ιανουάριο του 2015 η μεταρρύθμιση μπήκε στον πάγο, ενώ ένα μέρος της ακυρώθηκε και νομοθετικά (πχ επαναφορά αιωνίων φοιτητών). Στην πράξη ο «νόμος Διαμαντοπούλου» ήταν μεν εν ισχύ, με την αναμονή όμως εκ νέου αλλαγής του νομικού καθεστώτος, που είχε προαναγγελθεί, σταμάτησε να εφαρμόζεται, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις. Ώσπου ακυρώθηκε και τυπικά πριν λίγες μέρες, για να επανέλθει το παλαιό καθεστώς του 1982. Κι έτσι μια διακομματική μεταρρύθμιση που πέρασε με τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στηρίχθηκε από το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας απέτυχε. Η επιμονή μειοψηφιών που εμπόδισαν εμπράκτως την εφαρμογή του νόμου, η ατολμία όσων τον υποστήριζανκαι περισσότερο απ’ όλα η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία οδήγησαν τη μεταρρύθμιση στον πολιτικό θάνατο. Γιατί ήταν από τα πράγματα που ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε και μπορούσε απ’ όταν ανέλαβε να υλοποιήσει.

Δε θα κάνω συνολική ανάλυση του νέου καθεστώτος, ή μάλλον του παλιού που επανήλθε. Δεν υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος και δεν είναι αναγκαίο. Θα μείνω σε δύο χαρακτηριστικά για εμένα ζητήματα. Το πρώτο είναι φυσικά το πανεπιστημιακό άσυλο. Ήταν μια από τις αλλαγές του «νόμου Διαμαντοπούλου» που εκμεταλλεύτηκαν τα Πανεπιστήμια και η αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις, όταν υπήρξε επέμβαση για την πάταξη τόσο οργανωμένης(παρεμπόριο, εμπόριο ναρκωτικών κτλ) όσο και ατομικής εγκληματικότητας (κλοπές, σωματικές βλάβες κοκ). Είναι αλήθεια πως η δυνατότητα της αστυνομίας να επεμβαίνει δεν ήταν καθολική, όπως θα ήθελαν οι υποστηρικτές του νόμου. Επρόκειτο κυρίως για μεμονωμένες περιπτώσεις, ενώ αντιθέτως σε άλλα κραυγαλέα περιστατικά παρανομίας (καταλήψεις κοκ) η μεταρρύθμιση ήταν σαν να μην υπήρξε. Σε κάθε περίπτωση πάντως υπήρξε η δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας σε περιπτώσεις που κρίθηκε αναγκαίο.

Πλέον η αστυνομία θα έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει αυτεπαγγέλτως στα ιδρύματα μόνο αν διαπιστωθεί ότι εντός αυτών διαπράττεται είτε κακούργημα είτε έγκλημα που στρέφεται κατά της ζωής. Αυτό εμπράκτως σημαίνει ότι δε θα μπορεί να παρεμβαίνει για κοινά αδικήματα όπως η σωματική βλάβη (απλή, επικίνδυνη και βαριά), η κλοπή, η φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ο εμπρησμός, η απειλή, η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, η εξύβριση (έργω και λόγω) και η εμπορία ναρκωτικών. Εν ολίγοις όποτε ειδοποιείται η αστυνομία για έγκλημα που χαρακτηρίζεται ως πταίσμα ή πλημμέλημα και δε στρέφεται κατά της ζωής δε θα μπορεί να παρεμβαίνει επί τόπου για την αποτροπή επέλευσης του αποτελέσματος του εγκλήματος ή τη σύλληψη των δραστών αλλά θα πρέπει να περιμένει έγκριση από το πρυτανικό συμβούλιο και να ελπίζει ότι μέχρι τότε το έγκλημα δε θα έχει ολοκληρωθεί και οι δράστες θα έχουν διαφύγει! Οι μόνες περιπτώσεις που θα μπορεί να παρέμβει χωρίς τέτοια έγκριση είναι για εγκλήματα όπως ανθρωποκτονία, βιασμό, ληστεία, θανατηφόρο σωματική βλάβη, αρπαγή κοκ. Στη ρύθμιση δηλαδή έχουν συμπεριληφθεί εγκλήματα που δε συμβαίνουν συχνά (ευτυχώς!) και έχουν μείνει εκτός άλλα που συμβαίνουν σχεδόν σε καθημερινή βάση. Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως άμεση συνέπεια της νομοθετικής αυτής αλλαγής είναι η αδυναμία εφεξής της αστυνομίας να παρεμβαίνει για να καταστέλλει συγκεκριμένες εγκληματικές δραστηριότητες που διαπράττονται ιδιαίτερα συχνά εντός πανεπιστημίων από πολιτικούς της φίλους. Τέτοια εγκλήματα είναι η προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους η απείθεια, η διέγερση, η διατάραξη συνεδριάσεων, η κακόβουλη βλασφημία, η καθύβριση θρησκευμάτων, η παράνομη κατακράτηση και η παράνομη βία. Όποιος έχει έστω μικρή εμπειρία από ελληνικά πανεπιστήμια σίγουρα θυμάται εκτεταμένη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων από συγκεκριμένες πολιτικές ομάδες, και μάλιστα σε μεγάλη συχνότητα και ένταση. Πλέον με την εκ νέου θεσμοθέτηση του ασύλου αφαιρείται από την Πολιτεία η οποιαδήποτε δυνατότητα δράσης εναντίον αυτών.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η επαναφορά της συμμετοχής φοιτητών στη διοίκηση των πανεπιστημίων, και συγκεκριμένα στη Σύγκλητο, το Πρυτανικό Συμβούλιο, τη Γενική Συνέλευση Σχολής, στην Κοσμητεία και στη Συνέλευση Τμήματος. Στα περισσότερα όργανα η συμμετοχή αυτή είναι σε ποσοστό 10%, οι εκπρόσωποι των φοιτητών έχουν πάντα αποφασιστική ψήφο και η αρμοδιότητά τους δεν περιορίζεται σε ακαδημαικά ζητήματα αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα διοίκησης και λειτουργίας του πανεπιστημίου. Με απλά λόγια οι φοιτητές θα μπορούν να ψηφίζουν για την προκήρυξη θέσεων καθηγητών, την απονομή ακαδημαϊκών τίτλων, τα γνωστικά αντικείμενα που θα διδάσκονται και από ποιο μέλος ΔΕΠ, ποια συγγράμματα θα διανέμονται, αλλά και για διοικητικά ζητήματα όπως η σύναψη συμβάσεων με ιδιώτες για παροχή υπηρεσιών (πχ καθαριότητα), η προμήθεια αναλωσίμων, η διανομή συγγραμμάτων, επισκευές και κατασκευές στους χώρους του πανεπιστημίου κοκ.

Καταρχάς τίθεται μεγάλο ζήτημα κατά πόσον οι φοιτητές έχουν την εμπειρία, τις γνώσεις και την επιστημονική επάρκεια να αποφασίζουν για τέτοια ζητήματα, και μάλιστα σε ένα ποσοστό 10% που μπορεί κάλλιστα να είναι κρίσιμο για το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας. Ένας φοιτητής είτε προπτυχιακού είτε μεταπτυχιακού επιπέδου εκ των πραγμάτων δε μπορεί να είναι στην ίδια θέση με ένα μέλος ΔΕΠ για να κρίνει την αναγκαιότητα διδασκαλίας ενός γνωστικού αντικειμένου, ούτε την ποιότητα της διδασκαλίας αυτού. Ενδεχομένως να μην το έχει διδαχθεί καν σε πρώτο στάδιο! Όσο για τα διοικητικά ζητήματα, εκεί είναι αλήθεια πως ούτε τα μέλη ΔΕΠ ως ακαδημαϊκοί έχουν κάποια ιδιαίτερη πιστοποίηση ότι ξέρουν να αντιλαμβάνονται καταστάσεις και να τις χειρίζονται καταλλήλως, σε κάθε περίπτωση όμως ένας φοιτητής 18-24 ετών με ελάχιστη εμπειρία και γνώση της αγοράς είναι σπανιότατο φαινόμενο να μπορεί.

Πέραν ωστόσο του ερωτήματος αν οι φοιτητές είναι κατάλληλοι να αποφασίζουν για τα ανωτέρω ζητήματα ο βασικότερος κίνδυνος είναι άλλος, και είναι άμεσα συνυφασμένος με αυτό. Είναι ο κίνδυνος συναλλαγών και δημιουργίας πελατειακών σχέσεων μέσω της εκμετάλλευσης της ψήφου από τους φοιτητές. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε έντονα στο παρελθόν σε μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, ατόνησε σε μεγάλο βαθμό μετά την εφαρμογή του «νόμου Διαμαντοπούλου», διατηρήθηκε στην πράξη σε αρκετά ιδρύματα και πλέον δημιουργούνται οι συνθήκες για να επανέλθει πλήρως. Φοιτητές-εκπρόσωποι των συναδέρφων τους να εκμεταλλεύονται την ψήφο τους για να προωθήσουν είτε προσωπικά τους συμφέροντα είτε συμφέροντα εξωπανεπιστημιακών. Συμφωνίες με καθηγητές για στήριξη στα όργανα διοίκησης με αντάλλαγμα καλύτερους βαθμούς για αυτούς και τους υποστηρικτές τους, ευκολότερη εισαγωγή σε μεταπτυχιακά (σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και ίδρυση ξεχωριστών ΜΠΣ αποκλειστικά για αυτό το σκοπό!), συστατικές επιστολές, ακόμα και μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση. Στήριξη μελών ΔΕΠ και προτάσεών τους στα όργανα διοίκησης με κριτήριο τον πολιτικό τους φορέα, προφανώς κατόπιν οδηγιών ώστε να προωθούνται οι κομματικοί. Ακόμα και προώθηση οικονομικών συμφερόντων, με στήριξη επιχειρηματιών για να αναλάβουν εργολαβίες, προμήθειες, και γενικώς δράσεις με τα κονδύλια του πανεπιστημίου. Εν ολίγοις η συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση, και μάλιστα με αποφασιστική αρμοδιότητα, τους δίνει ένα προνόμιο που είναι πολύ εύκολο να υποστεί κατάχρηση και να γίνει αντικείμενο «δούναι και λαβείν» με ενδοπανεπιστημιακούς ή και εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες. Έχει ήδη γίνει στο παρελθόν.

Τα δύο αυτά ζητήματα, η επαναφορά του πανεπιστημιακού ασύλου και της συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση των ιδρυμάτων δεν είναι τυχαία. Είναι μια καθαρά ιδεολογική επιλογή της κυβέρνησης για να συσπειρώσει το ακροατήριό της. Τόσο ο αποκλεισμός της αστυνομίας από τη δυνατότητα επέμβασης σε συγκεκριμένους χώρους, που κλείνει το μάτι στην παρανομία, όσο και η επίφαση δημοκρατικής λειτουργίας των ιδρυμάτων που φέρνει η ψήφος των φοιτητών για ζητήματα που δε θα έπρεπε να είναι αρμόδιοι αποτελούν βαθιά ιδεολογικές επιλογές της κυβέρνησης. Δεν έχει σημασία αν τα αποτελέσματά τους θα είναι καταστροφικά, ούτε ότι έχουν ήδη υπάρξει καταστροφικά σε προηγούμενους καιρούς. Σημασία έχει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εξισορροπήσει τις υποχωρήσεις που έκανε στην οικονομία με την πολιτική του σε άλλους χώρους. Και επειδή αυτό θα συνεχιστεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση δε θα είναι το μόνο θύμα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σήμερα και δη σοβαροί, που ισχυρίζονται όντως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερά…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.