Ένα δάκρυ, ξημερώματα…

Γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

O πρώτος καφές είναι μια καλημέρα στη ζωή. Σε ατμόσφαιρα ζεστή, οικεία. Ο χώρος μπορεί να είναι μικρός, είναι όμως αρκετός για να γεμίζει με πολλούς μικρούς έρωτες: Κομπολόγια, πίπες, βιβλία… Όχι πολλά, αλλά αρκετά για ταξίδια σε άλλες εποχές, αλλά και για ταξίδια στις ζωές άλλων ανθρώπων.

Αναλογίζομαι την καλή τύχη. Κάποιοι συνάνθρωποι βρίσκονται σε άλλους χώρους, όχι αγαπημένους. Αποστειρωμένοι θάλαμοι, αναπνευστήρες, οροί, θερμόμετρα. Νοσοκόμες, γιατροί, να πηγαινοέρχονται, να παρακολουθούν. Κι εκείνοι, αν δεν είναι σε κώμα, να προσπαθούν να διαβάσουν τα μάτια τους. Πίσω από τις φορτωμένες αγωνία ερωτήσεις, να ξεπηδά το πιο δύσκολο ερώτημα: «Θα ζήσω;» Γιατί: «γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».

Αυτός ο στίχος τού εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού από το ποίημα «Λάμπρος» έρχεται από ένα ταξίδι σχεδόν διακοσίων χρόνων, να συναντηθεί με ένα επιτακτικό μήνυμα των ημερών: «Μένουμε σπίτι». Ακριβώς γιατί είναι γλυκιά η ζωή, ενώ ο θάνατος μαυρίλα, το απόλυτο τίποτα.

Και λέω: Πόση η συνάφεια με την επετειακή ημέρα τού 1821, σήμερα; Τεράστια, απαντώ μόνος μου, μέσα στη σιγαλιά τής νύχτας.

Μόνο που τότε, ένας λαός που δεν ήξερε (εκτός από ελάχιστους) ούτε την ιστορία του, ούτε γραφή, ένας λαός που λιμοκτονούσε, ένας λαός που θρηνούσε σφαγμένους γονείς, παιδιά, αδελφούς, από τον Τούρκο κατακτητή, ένας λαός ντυμένος με ράκη, ξυπόλητος, απροστάτευτος από κάθε ασθένεια, είχε τις αντοχές ν’ υπομένει κακουχίες και αίμα, αλλά και να ονειρεύεται μια καλύτερη, ελεύθερη, ζωή.

Σήμερα, άραγε, αυτός ο λαός, να έχει αυτές τις αντοχές; Ή μήπως του δημιουργεί ψυχολογικό πρόβλημα το ότι του λείπουν ο καφές στην καφετέρια, το φαγητό στην ταβέρνα, η γκόμενα/γκόμενος που δεν μπορεί να συνευρεθεί παράνομα, οι κομματικές ενδοφλέβιες, και πολλά άλλα;

Χθες απόγευμα έκανα ό,τι κάνω κάθε παραμονή τής 25ης Μαρτίου: Ανέσυρα από την βιβλιοθήκη κάποια βιβλία. Όχι από τα πάνω πάνω ράφια, γιατί δεν με έχω εμπιστοσύνη στην σκάλα πια, ούτε από τα κάτω γιατί δυσκολεύομαι να σκύψω, αλλά απ’ αυτά που εύκολα τα φτάνω. Αυτό κάνω κάθε χρόνο. Τα ανοίγω εκεί που έχω βάλει χαρτιά ή σημειώσεις, εκεί που έχω υπογραμμίσει, διαβάζω σκόρπιες φράσεις, εντοπίζω παραγράφους που παλαιότερα είχα προσπεράσει, αλλά σήμερα, με άλλο μάτι, τις βρίσκω ενδιαφέρουσες…

Είναι σαν ένα μνημόσυνο τιμής σ’ εκείνους που μάτωσαν, για να μπορώ εγώ να έχω τα άπειρα καλά που εκείνοι δεν είχαν.

Μια παράλληλη σκέψη με οδηγεί και πάλι στους αποστειρωμένους θαλάμους τών νοσοκομείων. Εκεί αγρυπνούν γιατροί και νοσηλευτές (και άλλο επιστημονικό, αλλά και βοηθητικό προσωπικό), για να μπορώ να είμαι εγώ εδώ (και όχι εκεί), στην θαλπωρή του σπιτιού μου…

Εκεί, κάποιοι μεταφέρουν το ουροδοχείο τού ασθενή, κάποιοι σφουγγαρίζουν το πάτωμα, κάποιοι καθαρίζουν την τουαλέτα, κάποιοι σπρώχνουν το αμαξίδιο, κάποιοι σπρώχνουν το φορείο…

Κάποιοι αναλύουν αίματα, κάποιοι διαβάζουν τις αναλύσεις και αποφασίζουν.

Και σ’ εκείνον τον Αγώνα, κάποιοι παρασκεύαζαν μπαρούτι στην Δημητσάνα, κάποιοι έκαναν κουπί, κάποιες ζύμωναν ψωμί και κάποιοι πολεμούσαν. Σ’ έναν αγώνα όλοι είναι πολύτιμοι…

Ζύμωναν ψωμί…

Έγραψα την φράση, χωρίς να συνειδητοποιήσω πού θα με οδηγούσε.

Απλώνω το χέρι μου δεξιά, σ’ ένα βιβλίο, μνημειώδες για τον Έλληνα: «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού ’21», του Κυριάκου Σιμόπουλου. Η συνάντησή μου με το «ψωμί» και το 1821, σε μια επιστολή τού Αμερικανού εθελοντή George Jarvis, από το Μεσολόγγι, στο φιλελληνικό Κομιτάτο τής Βοστώνης:

«Ο Έλληνας στρατιώτης το μόνο που θέλει είναι να βρει ψωμί, ψωμί ξερό δηλαδή.

[…]

»…η ιδέα για την ίδρυση μονάδων λογχοφόρων και δραγόνων σε τούτα τα κατσάβραχα είναι έξω από την πραγματικότητα. Έξη μήνες τρεφόμαστε αποκλειστικά με ξερό ψωμί. Και συχνά, για να κορέσουμε την πείνα μας, ψένουμε στη στάχτη αγριόχορτα. Γιατί από έλλειψη νερού δεν μπορούμε να τα βράσουμε…»

Κλείνει, δε, την επιστολή του με μια πικρότατη αλήθεια:

«Εκατό Έλληνες ζουν με λιγώτερα από όσα δέκα Ευρωπαίοι…»

Ευαγγέλιο της Επανάστασης το 4τομο έργο τού Σιμόπουλου και Επιτάφιος Θρήνος, το άλλο του, το επίσης 4τομο, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την αρπαγή τών αρχαιοτήτων.

Τι ψάχνω να βρω ξημερώματα; Δύσκολο άθλημα η Ιστορία.

Βγαίνουν σήμερα (και παλιότερα) ανερμάτιστοι ιστορικοί, ιδιαίτερα από εκείνους που υπηρετούσαν την αριστερή διανόηση να μιλήσουν για αγριότητες των Ελλήνων. Απαιτούν να πολεμούσαν με ροδοπέταλα και αγκαλίτσες τούς Τούρκους. Σαν οι ξυπόλητοι και σχεδόν άοπλοι ξεσηκωμένοι να ήταν μέλη «ανθρωπιστικών» οργανώσεων. Και πάλι εντοπίζω έναν Γερμανό, τον C. T. Striebeck, να γράφει:

«Σαν έρθει η ώρα για εκδίκηση, ύστερα από αιώνες τυραννίας, δεν σκέφτεσαι συνθήκες, αποχαλινώνεσαι. Εύκολα διατυπώνουν επικρίσεις οι ξένοι…

»Αλλά αν είχαν βιάσει τις δικές του γυναίκες, τις δικές του θυγατέρες, αν είχαν θανατώσει τους πατεράδες τους, αν είχαν σκλαβώσει τους γιους τους, αν είχαν κάψει τα σπίτια τους, αν είχαν καταστρέψει τη γη τους, θα αντιδρούσαν και κείνοι με τον ίδιο τρόπο…»

Αυτό, σήμερα, ισχύει και για τους Έλληνες επικριτές…

Όχι μόνο των ετών τής μεγάλης Επανάστασης, αλλά όλων των επικριτών. Εκείνων που τα έχουν βάλει με τον Καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, εκείνων που μόνο λάθη βλέπουν στους κυβερνητικούς χειρισμούς, που, αν ήταν πιο σκληροί, θα τους είχαν ήδη βγάλει στους δρόμους με πανό και ντουντούκες.

Δεν θέλω να γράψω άλλα. Σκόρπιες σκέψεις κατέθεσα, αντί στεφάνου, θα έλεγα. Στην μνήμη εκείνων, στην προσφορά τών λευκοντυμένων τού σήμερα. Στην προσφορά εκείνων, που ίσως αυτήν την ώρα αλλάζουν βάρδια στον Έβρο, ξεπαγιασμένοι, αλλάζουν βάρδια στο Αιγαίο, βρεγμένοι. Εκεί χτυπάει πιο δυνατά η καρδιά τής πατρίδας. Τους ευγνωμονώ. Υπάρχω επειδή υπάρχουν όλοι οι παραπάνω.

Και δακρύζω…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.