Ελληνική ψυχή

Γράφει ο Φώτης Κραλίδης

«Θέλω να είμαι ωραίο δείγμα Έλληνος. Να σκοπός μιας ζωής.»

Ίων Δραγούμης

Στα ίχνη του διαμαντιού*

Προσπαθούσα από μικρός να συγκεκριμενοποιήσω κάποια βασικά αλλά και μεγαλειώδη πράγματα. Αγαπούσα την Ελλάδα, την Πατρίδα αλλά σαν άθικτες, άυλες και μακρινές ιδέες και όχι σαν κάτι απτό, εμπειρικό και μετρήσιμο. Από την μια χαιρόμουν που τα πράγματα που αγάπησα μέσα από τον ύμνο, την σημαία, τις γιορτές και τα βιβλία απείχαν από τα καθημερινά και τα εφήμερα και έτσι τα θαύμαζα και τα μεγαλοποιούσα ακόμη περισσότερο, και από την άλλη όσο μεγάλωνα όλο και προβληματιζόμουν που δεν μπορούσα να συγκεκριμενοποιήσω αυτά που αγαπούσα. Βασικά ήταν πρόβλημα ταυτότητας και αυτοπροσδιορισμού. Τι πάει να πει «είμαι Έλληνας και είμαι υπερήφανος για αυτό», τι με κάνει ξεχωριστό και διαφορετικό ως Έλληνα, υπάρχει ελληνικός τρόπος ζωής και σκέψης;  Συχνά κατέφευγα στα πρότυπα του χθες. Ποιοι ήταν καλοί Έλληνες; Δεν πήγαινα την σκέψη μου μακριά σε κάποιο απώτατο ένδοξο παρελθόν, αλλά εστίαζα στον περασμένο αιώνα που ήταν και πιο κοντά σε μένα και υπήρχαν περιθώρια ταύτισης και γόνιμου παραδειγματισμού. Διάβασα όσο μπορούσα και θαύμασα για πρόσφατες μάχες και προσωπικότητες. Έψαξα κυρίως για Έλληνες του αίματος και όχι του μελανιού, πιο πολύ για πρότυπα ανδρείας, ηρωισμού, αυταπάρνησης, όχι τόσο πνευματικές αλλά μαχητικές προσωπικότητες. Αυτές μου έλειπαν. Διάβασα και θαύμασα για τον Παύλο Μελά και τους λοιπούς μακεδονομάχους, για τον Ίωνα Δραγούμη, για τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τους βαλκανικούς πολέμους, την ήττα στην Μ.Ασια, το έπος του 40-41’,την Εθνική Αντίσταση, την ΕΟΚΑ τον Γρίβα και τα παιδιά της, τις άγνωστες ακόμη μάχες στην Κύπρο το μαύρο καλοκαίρι του 74΄και τον ταγματάρχη Σταυριανάκο αλλά και τους πλέον πρόσφατους ήρωες μας τον Ισαάκ, τον Σολωμού,  τον Γιαλοψό, τον Βλαχάκο, τον Καραθανάσση, τον Ηλιάκη, τον Αριστοτέλη Γκούμα κ.ά.

Και όσο διάβαζα για τέτοια πρόσφατα έπη και για ανθρώπους που με την ζωή τους και το αίμα χάραξαν ανεξίτηλα την λέξη «Ελλάδα» στα βιβλία της Ιστορίας, τωρινά και μελλοντικά, τόσο προβληματιζόμουν μέσα μου. Θα υπάρξουν ξανά τέτοιες στιγμές και τέτοιοι άνθρωποι; Τα πάντα γύρω μου και μέσα μου συνέτειναν σε μια αρνητική απάντηση. Τίποτε σημερινό δεν μου θύμιζε την παλιά και ένδοξη πατρίδα για την οποία διάβαζα και την οποία αγάπησα. Ένα παχύ νέφος απαισιοδοξίας και κατάθλιψης πλανιόταν πάνω από την χώρα μου αλλά και από την ψυχή μου. Πολλά προβλήματα παντού, πολλοί άνθρωποι νευρικοί και δυστυχισμένοι, πουθενά όραμα και ιδανικά, όλα για το χρήμα, την ιδιοτέλεια, την αρπαχτή. Παντού εγωισμός, δυστυχία, καλοπέραση για όσους μπορούν και καταστροφή, χάος, ναρκωτικά, αυτοκτονία ή φυγή για όσους δεν άντεξαν. Μήπως εγώ ήμουν καλύτερος όμως; Δεν είχα θεοποιήσει το χρήμα; Δεν καλοπερνούσα όσο μου το επέτρεπε η καλή οικονομική κατάσταση των γονιών μου; Μήπως νοιαζόμουν για πολλά πράγματα πέρα από τον εαυτό μου; Πόσο καλός Έλληνας ήμουν εγώ; Δικαιούμουν εν τέλει να κρίνω τους άλλους γύρω μου, επειδή απλά «είμαι νέος και άρα δεν έχω ευθύνες»;

Μέσα σε αυτές τις όχι και τόσο… ευχάριστες σκέψεις ήρθαν κάποια γεγονότα φέτος που με τάραξαν. Συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και εθνικός παλμός σε κάθε γωνιά της χώρας, δύο αξιωματικοί αιχμάλωτοι και ένας αεροπόρος νεκρός, τα εθνικά ζητήματα ξανά στο προσκήνιο, στα χείλη και στις πένες όλων. Η Ελλάδα μου έδινε σημάδια ζωής. Αλλά και πάλι αρνητικές σκέψεις. Για να ξαναζήσει η Ελλάδα, για να ξυπνήσουμε οι Έλληνες πρέπει αυτό να γίνει σαν αντίδραση στιγμιαία σε μια προδοσία, σε έναν εξωτερικό εχθρό; Δεν μπορούμε από μόνοι μας; Δεν ζει η ελληνική ψυχή μέσα μας κρυμμένη κάθε μέρα και κάθε στιγμή;

Και τότε έγιναν τρία γεγονότα στην ζωή μου, τα οποία εξέλαβα σαν αλυσιδωτές αντιδράσεις, που τερμάτισαν τους προβληματισμούς μου και τα οποία επιθυμώ διακαώς να μοιραστώ.

Μία καλή συνήθεια που μου μετέδωσαν οι γονείς μου –ή τουλάχιστον προσπάθησαν- ήταν η κυριακάτικη εκκλησία. Για πολλούς λόγους. Πήγα λοιπόν μέσα Ιουλίου στην μισοάδεια εκκλησία της γειτονιάς μου για να παρακολουθήσω τα τελευταία λεπτά της Θείας Λειτουργίας. Και κει που καθόμουν όρθιος και μόνος περνάει από δίπλα μου ο επίτροπος με τον «περιαγόμενο δίσκο υπέρ του φιλοπτώχου έργου της ενορίας μας». Και ενώ ήξερα ότι έχω ένα 2ευρω στην τσέπη μου, σκέφτομαι «πολλά είναι, άλλωστε πήρα κερί» και δεν κάνω την κίνηση. Μία στιγμή όμως αργότερα βλέπω το εξής: μια αρκετά μεγάλης ηλικίας κυρία, εμφανώς ταλαιπωρημένη εξωτερικά και φτωχικά ντυμένη να βάζει ένα 2ευρω στον δίσκο και να παίρνει λυπημένη ένα 1ευρω. Πόσο μικρός ήμουν άραγε μπροστά στο μεγαλείο αυτής της γυναίκας, που ενώ κατά πάσα πιθανότητα μετρούσε και το τελευταίο ευρώ και που με το 1 ευρώ θα μπορούσε να περάσει μέρα ίσως και μέρες, αυτή είχε περίσσευμα ψυχής και σκέφτηκε να βοηθήσει τον διπλανό της με τον τρόπο της.

Μερικές μέρες αργότερα επιστρέφοντας από τις διακοπές μου με τους φίλους μου, καθίσαμε για να φάμε κάτι. Εξαρχής όλοι στο μαγαζί ήταν πολύ εξυπηρετικοί. Όμως υπήρχε ένα παιδί, σερβιτόρος, λίγο μεγαλύτερος από μένα του οποίου η ευγένεια και η καλοσύνη ξεχείλιζαν σε κάθε βλέμμα και λέξη του. Ήταν πρωτόγνωρο, αντανακλαστικά σκέφτηκα πως θα είναι λίγο ..χαζούλης. Όσο περνούσε η ώρα και όσο το σκέφτομαι ακόμα, αναρωτιέμαι τι είναι πιο χαζό: η δίκια μου καχυποψία, η ψυχρότητα και η δήθεν εξυπνάδα ή η δικιά του ευγένεια και καλοσύνη ;

Τρίτο περιστατικό λίγες μέρες ύστερα στο χωριό μου: περπατώντας συναντάω στον δρόμο έναν φίλο, ίδια ηλικία με μένα και κάτοικο του χωριού, και γρήγορα η συζήτηση φτάνει στην αγροτική δουλεία του, στο χαμηλό μεροκάματο του, τις κακές συνθήκες, την κούραση του. Τον άκουγα λες και ήμουν πολιτικός που μιλούσε με δυσαρεστημένο πολίτη υπό το φως κάποιας τηλεοπτικής κάμερας. Δεν είχα καμιά ιδέα και σχέση με τα προβλήματα του, δεν είχα κάνει ποτέ μου μεροκάματο, του απαντούσα γενικόλογα. Μόνο το ώμο δεν του χτύπησα φεύγοντας

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω πως η απάντηση που βρήκα μέσα από αυτά τα τρία περιστατικά είναι η εξής: όλοι εμείς που δεν μας αρέσουν τα πράγματα γύρω μας, που οραματιζόμαστε, ονειρευόμαστε και τα σχετικά, δεν θα αλλάξουμε καμία Ελλάδα και καμία κοινωνία, αν δεν είμαστε ειλικρινείς και δεν αλλάξουμε πρώτα τον εαυτό μας. Αν δεν γίνουμε με πολύ αγώνα και προσπάθεια καλοί Έλληνες. Και οι καλοί  Έλληνες, τα άξια παραδείγματα, δεν βρίσκονται μονάχα σε βιβλία και τάφους αλλά είναι δίπλα μας, αλληλέγγυοι, μεγαλόψυχοι, ευγενείς, καλοσυνάτοι, φιλότιμοι και  εργατικοί. Σε αυτούς να μοιάσουμε, αυτούς και το διαμάντι* που κρύβουν μέσα τους να βρούμε και με αυτούς αλλά και με τους καλύτερους εαυτούς μας θα χτίσουμε μια καλύτερη πατρίδα όπως αυτή για την οποία διαβάσαμε και την οποία αγαπήσαμε. Γιατί δεν αξίζουμε μια καλύτερη Ελλάδα. Η Ελλάδα αξίζει καλύτερους Έλληνες.

*όπου διαμάντι= ελληνική ψυχή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.