Eκλογικός νόμος: Κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του Κυριάκου Μητσοτάκη

Γράφει ο Λευτέρης Μαστρογιάννη, Φοιτητής Νομικής

Πριν από λίγες ημέρες βγήκε στη δημοσιότητα το σχέδιο της κυβέρνησης για τον νέο εκλογικό νόμο. Προτείνεται ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής όπως το τρέχον, με την διαφορά όμως ότι το bonus των εδρών για το πρώτο κόμμα θα είναι αναλογικό και κλιμακούμενο. Από το 25% θα  υπάρχει ένα bonus 20 εδρών και για κάθε 0,5% επάνω θα προστίθεται σε αυτό μία επιπλέον έδρα, μέχρι το όριο των 50 εδρών bonus στο ποσοστό του 40%. Από το 40% και επάνω το bonus θα παραμένει 50 έδρες. Ο πήχης της αυτοδυναμίας τίθεται σταθερά βάσει όλων αυτών στο 38%. Σκοπός του νέου συστήματος σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι η ταυτόχρονη επίτευξη των σκοπών της αντιπροσωπευτικότητας και της κυβερνησιμότητας.

 

Σε αυτό το αφήγημα της κυβέρνησης οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες. Πολλοί έσπευσαν να επαινέσουν αυτήν την πρόταση ισχυριζόμενοι ότι όντως εξυπηρετούνται οι προαναφερθέντες στόχοι, ενώ άλλοι, κυρίως από την αντιπολίτευση, θεώρησαν ότι παρά τις αλλαγές το σύστημα θα εξακολουθήσει να είναι μη αντιπροσωπευτικό. Ο Σύριζα συγκεκριμένα εμμένει στην απλή αναλογική που ψήφισε, προκειμένου ο σχηματισμός κυβέρνησης με συμμετοχή του να είναι μονόδρομος, ενώ τα μικρά  κόμματα της Βουλής, όπως το ΠΑΣΟΚ, διαμαρτύρονται ότι το bonus μειώνει τις έδρες τους και ζητούν την μείωση του. Κριτική δε, υπάρχει και από τα δεξιά του κόσμου που στηρίζει την κυβέρνηση, όπου θεωρείται ότι για χάριν επικοινωνικών πυροτεχνημάτων μπαίνει σε κίνδυνο η αυτοδύναμη, και άρα αυτόνομη, κυβερνητική θητεία της ΝΔ την επόμενη τετραετία. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτές τις αντιδράσεις, καθίσταται ιδιαίτερα ευχάριστη μία προσεκτικότερη ανάλυση του προτεινόμενου νέου εκλογικού νόμου και των συνεπειών του στο πολιτικό σύστημα.

 

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Τα δύο κυβερνητικά κόμματα της Ελλάδος είναι η Νέα Δημοκρατία και ο Συριζα. Το ένα από αυτά δε, ο Σύριζα, δεν είναι ένα παραδοσιακό κόμμα αλλά αντίθετα ένα πολύ μικρό που εκτόπισε το άλλοτε κραταιό Πασόκ. Παρά όμως αυτή του την μεγάλη νίκη, όπως εκφράστηκε σε τρεις κάλπες το ’15, στο σημείο της μεγαλύτερης ακμής του, με το προσφορότερο περιβάλλον, δεν μπόρεσε να φτάσει το 37%. Συσπείρωσε μαζί του από τους μπάχαλους των Εξαρχείων και τις στρατιές των οπαδών του Πασόκ που αναπολούσαν το ’81, μέχρι τα νεωτερικά κινήματα της εποχής μας με τα ευφάνταστα ονόματα και την συνομοσιολογική δεξιά του Πάνου Καμμένου (τον οποίο παρ’ ολίγον να αφήσει εκτός Βουλής). Εζυγιάσθη και εμετρήθη τόσος ο Σύριζα. Ον ένα κόμμα της άκρας αριστεράς δεν μπορεί να απευθυνθεί στον κύριο κορμό της Ελληνικής Κοινωνίας όσο και να λαϊκίσει. Στις τελευταίες εκλογές δε, κατάφερε να περάσει τον πήχη του 30% μόνο την τελευταία στιγμή, με μία έξυπνη εκστρατεία τεσσάρων ημερών τρομοκράτησης του κόσμου με δήθεν επταήμερη εργασία και καταργήσεις επιδομάτων (που καλώς ή κακώς, δεν ήταν στο πρόγραμμα της ΝΔ). Στα ποσοστά του τον Γενάρη του ’15 λοιπόν φαντάζει πολύ δύσκολο να φτάσει, αφού πλέον αδυνατεί να συσπειρώσει ταυτόχρονα όλο το προηγούμενο ετερόκλητο κοινό του.

 

Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία από την στιγμή της ίδρυσης της, καλώς ή κακώς επίσης, δεν ήταν ένα κόμμα της ιδεολογικής ορθοδοξίας αλλά της  όσμωσης διαφορετικών μεγάλων κύριων ομάδων της Ελληνικής κοινωνίας. Κάθε της αρχηγός την διεύρυνε σε ακόμα μεγαλύτερα κοινά, προς τα δεξιά και προς το κέντρο. Κάθε της νίκη ήταν σε θριαμβευτικά ποσοστά που ξεπερνούσαν το 40% στη διαρκεια της Μεταπολίτευσης, ενώ κέρδισε και με το ιλιγγιώδες για τα δεδομένα της κρίσης 28,5% όταν το Πασόκ εξαϋλωνόταν. Και τώρα που η κρίση τελείωσε και ο κόσμος προσδοκά την ανοικοδόμιση της χώρας, επέστρεψε σε αυτό το 40%. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενσωμάτωσε σε αυτήν την σκληρή δεξιά, το χώρο του κέντρου και πολιορκεί με αξιώσεις το σκέλος των σοβαρών πολιτών της κεντροαριστεράς, οδηγώντας το κόμμα του σε αυξημένα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις με ανοδικές τάσεις έως και το 45%.

 

Τέλος, αν θέλαμε να αναλύσουμε και ένα υποθετικό μικρό κόμμα που θα αναδειχθεί απέναντί της στο μέλλον, παρότι φυσικά δεν υπάρχουν δεδομένα για το μέλλον, μπορούμε να ανατρέξουμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν. Εκεί, και στην περίπτωση του Πασόκ το ’74, και στην περίπτωση του Σύριζα το ’12, φαίνεται ότι ένα νέο κόμμα που πάει να μεγαλώσει, πρώτα περνάει από το στάδιο ανάμεσα στο 10-19%.

Η εφαρμογή αυτών των δεδομένων, φανερώνει και την τύφλωση που διακρίνει τα αντιπολιτευόμενα κόμματα που με την κριτική τους κατάφεραν μόνο να αυτοαποπροσανατολιστούν. Ο νέος εκλογικός νόμος στην Νέα Δημοκρατία των νικών δεν στερεί καμία έδρα του bonus, αφού όταν η ΝΔ κερδίζει βρίσκεται πέριξ του 40% (και όταν δεν βρίσκεται εκεί, οι αντίπαλοί της βρίσκονται πολύ πιο κάτω). Έτσι θα εξασφαλίζει ισχυρές αυτοδύναμες κυβερνήσεις της. Επιπλέον, στην Νέα Δημοκρατία των ηττών θα χαρίζει διαπραγματευτική δύναμη, αφού ο αντίπαλός της ο Σύριζα, αδυνατώντας να φτάσει αντίστοιχα ποσοστά, όχι μόνο δεν θα κερδίζει την αυτοδυναμία αλλά θα έχει και λιγότερες έδρες στην Βουλή σε σχέση με αυτές που θα είχε με τον νόμο με τον οποίο διεξήχθησαν αυτές οι εκλογές, έχοντας ακόμα μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ για το σχηματισμό πολυκομματικής κυβέρνησης με μικρότερα κόμματα. Έτσι εξαναγκάζει σε αστάθεια αυτών των κυβερνήσεων και στην επιστροφή της στη διακυβέρνηση. Ακόμα δε και στο αποκαλυπτικό σενάριο της κατακερμάτισης του πολιτικού σκηνικού και της κατάρρευσής ακόμα και αυτής σε ποσοστά πέριξ του 20% όπως τον Μάϊο του 2012, με το πλαφόν του 25% για την χορήγηση  οποιουδήποτε bonus, στερεί από έναν νικητή υποθετικό αντίπαλό της το προβάδισμα εναντίον της, οδηγεί σε τέλμα τις όποιες διαπραγματεύσεις για πολυκομματική κυβέρνηση και με την χώρα σε κατάσταση κυβερνητικής παράλυσης, εκβιάζει στους σοβαρούς πολίτες την επάνοδο της (ούσα το κατ’ εξοχιν κυβερνητικό κόμμα) στην πρώτη και ηγεμονική θέση για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

 

Ο έμπειρος δημοσκόπος και Υπουργός των Εσωτερικών Τάκης Θεωδορικάκος σκέφθηκε και εφηύρε έναν εκλογικό νόμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Πρωθυπουργου Κυριάκου Μητσοτάκη. Προς ανακούφιση των πραγματιστών πολιτών αυτής της χώρας που ελπίζουν να συνεχίζουν να βλέπουν ριζικές μεταρρυθμιστικές τομές και όχι ανάλαφρες επικοινωνιακές ανθοδέσμες, φαίνεται ότι και οι δύο τους βρήκαν την χρυσή τομή μεταξύ της εκλογικής ανάγκης να προσεταιριστούν τα επιπόλαια κοινά της κεντροαριστεράς με ανούσιες ελαφρότητες και της εθνικής ανάγκης να μπορέσει να εξαχθεί από το εκλογικό σώμα το μέγιστο δυνατό πολιτικό κεφάλαιο ώστε να μπορέσουν να “πληρωθούν” με αυτό μεταρρυθμίσεις που μέχρι πέρυσι φάνταζαν απίστευτες για τα κρατικιστικά και φοβικά ελληνικά δεδομένα. Όσον αφορά τον εκλογικό νόμο, μένει να αναμένουμε μέχρι το 2023…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.