Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και διάλυση της Βουλής

Γράφει ο Άκης Γιαννούλης, Φοιτητής Νομικής ΑΠΘ

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας της Ελληνικής Δημοκρατίας συμφωνα με το Σύνταγμα ,το οποίο έχει αναγάγει τον ρόλο του Προέδρου σε αυτόν του ρυθμιστή του Πολιτεύματος. Δεδομένης λοιπόν της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη διεξοδικής ανάλυσης και παρουσίασης αυτού του θεσμού του πολιτεύματος.

Εφόσον, λοιπόν , μια από τις διατάξεις του Συντάγματος, για τις οποίες εχει ξεκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης είναι το άρθρο 32, το οποίο προβλέπει το μέγεθος και το είδος της πλειοψηφίας που είναι απαραίτητο για την εκλογή του ανωτάτου άρχοντα της Ελληνικής Δημοκρατίας, αρμόζει να εξεταστεί αν πράγματι θεωρείται πρέπουσα η όποια αλλαγή.

Σύμφωνα με τους κανόνες των παραγράφων 3,4 του συγκεκριμένου άρθρου :《Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Aν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ύστερα από πέντε ημέρες. Aν δεν επιτευχθεί ούτε στη δεύτερη ψηφοφορία η οριζόμενη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά ύστερα από πέντε ημέρες, οπότε εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Aν δεν επιτευχθεί ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη αυτή πλειοψηφία, η Bουλή διαλύεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ψηφοφορία, και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Bουλής.

H Bουλή που αναδεικνύεται από τις νέες εκλογές, αμέσως μόλις συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγει με ονομαστική ψηφοφορία Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
Aν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μέσα σε πέντε ημέρες και εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Aν δεν επιτευχθεί ούτε αυτή η πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά, ύστερα από πέντε ημέρες, μεταξύ των δύο προσώπων που πλειοψήφησαν και θεωρείται ότι έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε τη σχετική πλειοψηφία…

Αρχικά κρίνεται απαραίτητο να τονιστεί ότι η άμεση εκλογή θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία ενός ισχυρού αντίπαλου πόλου προς την εκάστοτε κυβέρνηση, με άδηλες συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως , από τη στιγμή που δεν προτάθηκε για αναθεώρηση και το άρθρο 30 του Συντάγματος που προβλέπει την εκλογή του Προέδρου από τη Βουλή, η άμεση ψηφοφορία από το εκλογικό σώμα δεν μπορεί να υιοθετηθεί.

Σε αντίθεση με την άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό ,που υποστηρίχθηκε μόνο από το ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., σχεδόν όλα τα κόμματα θεωρούν πως είναι σημαντική η αναθεώρηση του άρθρου 32 του Συντάγματος που προβλέπει τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας ,αφού η πρόωρη προκήρυξη εκλογών εξαιτίας της αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας αποδείχθηκε εξαιρετικά επιβλαβής για το πολιτικό σύστημα και την οικονομία. Ισχύει όμως κάτι τέτοιο;

Η απάντηση είναι καταρχήν καταφατική. Δυστυχώς ουκ ολίγες φορές το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας αντιμετωπίστηκε από όλα τα κόμματα της μεταπολίτευσης ως ένα χαρτί εκβιασμού της εκάστοτε κυβέρνησης με σκοπό την πρόωρη προκήρυξη εκλογών. Μάλιστα όταν καποια κυβέρνηση δεν ενέδιδε στον εκβιασμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα τελευταία δε δίσταζαν να κάνουν πράξη τους εκβιασμούς τους μη συναινώντας στην εκλογή του προσώπου που πρότεινε η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα η χώρα να οδηγείται σε εκλογές.

Ωστόσο, αρμόζει να επισημανθεί ότι σε ένα πρόβλημα όπως αυτό, δεν μπορούν να υιοθετηθούν λύσεις τύπου «πονάει χέρι, κόβει χέρι».

Ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πλειοψηφία. Για αυτό και στις πρώτες δύο ψηφοφορίες απαιτούνται 200 θετικές ψήφοι ενώ στην τρίτη 180 . Αν δεν υπάρχουν αυτές οι πλειοψηφίες προκηρύσσονται βουλευτικές εκλογές, και η νέα Βουλή που προκύπτει από αυτή την εκλογική διαδικασία προσπαθεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 180 θετικές ψήφους. Μόνο τότε και εφόσον δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνόλου, Πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί αυτός που έχει τη στήριξη της απόλυτης πλειοψηφίας των βουλευτών ή αργότερα της σχετικής πλειοψηφίας των βουλευτών.

Ουσιαστικά ο συντακτικός νομοθέτης κατέφυγε στις λύσεις της πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών και της σχετικής πλειοψηφίας, ως λύση ανάγκης, ακριβώς διότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος πρέπει να είναι ένα πρόσωπο ευρείας αποδοχής. Φρόντισε ωστόσο οι συγκεκριμένες λύσεις να λαμβάνουν χώρα μετά τη διενέργεια εκλογών, καθιστώντας έτσι τον ελληνικό λαό ρυθμιστή των εξελίξεων.

Σήμερα θα ήταν μεγάλο λάθος, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας η οποιαδήποτε αλλαγή, που θα επιτρέπει την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας με τις θετικές ψήφους της πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών χωρίς την πρότερη διενέργεια βουλευτικών εκλογών.

Δεν είναι σωστό μία κυβερνητική πλειοψηφία να μπορεί να ορίζει τον επόμενο ανώτατο άρχοντα του τόπου. Βέβαια και σήμερα δεν είναι δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο; Φυσικά και μπορεί να συμβεί, όμως όταν το Σύνταγμα επιτρέπει τη λύση αυτή έχει φροντίσει η συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία να έχει νωπή λαϊκή εντολή. Οι εκλογές ειναι η δικλείδα ασφαλείας, στη δυνατότητα που προσφέρει το Σύνταγμα να εκλεγεί ένας πολίτης Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 151 θετικές ψήφους.

Αυτό που είναι αδήριτη ανάγκη να τονιστεί είναι ότι πρόβλημα σήμερα δεν αποτελεί η συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση , αλλά το πολιτικό προσωπικό της χώρας που δεν κάνει σωστή χρήση των συγκεκριμένων κανόνων.

Η λύση για να αποφευχθούν έκτροπα όπως αυτά του 2014, όταν ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. αρνήθηκε οποιαδήποτε πρόταση της Ν.Δ., μόνο και μόνο για να προκηρυχθούν εκλογές δεν είναι η αλλαγή της συνταγματικής διάταξης. Οι πολίτες οφείλουν να ξεκαθαρίσουν με την δύναμη της ψήφου τους ότι εάν ένα κόμμα δεν σέβεται το Σύνταγμα, δεν αξίζει να βρίσκεται στο κοινοβούλιο. Βέβαια αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν μέσω της παιδείας δημιουργηθούν σκεπτόμενοι ψηφοφόροι.

Εν κατακλείδι, στο ερώτημα αν πρέπει να υπάρξει αλλαγή του είδους της πλειοψηφίας που είναι απαραίτητη για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας η απάντηση είναι αρνητική. Αυτό που έχει ανάγκη η χώρα είναι χρηστούς πολιτικούς που δε θα ωθούνται αποκλειστικά από τα μικροπολιτικά τους συμφέροντα και δεν θα ασκούν καταχρηστικά τις δυνατότητες που τους προσφέρει το Σύνταγμα. Επειδή όμως το σώμα των βουλευτών είναι ένας αντικατοπτρισμός της κοινωνίας των πολιτών, είναι επιβεβλημένη ανάγκη η διαμόρφωση μέσω της πολιτικής αγωγής σκεπτόμενων πολιτών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.