Η δυσάρεστη έκπληξη των αγορών για τον Τσίπρα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Η αισιοδοξία είναι ίδιον των συγκροτημένων και μελετημένων ανθρώπων που έχουν πρώτα αναλύσει εξονυχιστικά τα δεδομένα και αναγνωρίζουν ότι, εφόσον όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες μείνουν ανεπηρέαστοι από απρόβλεπτα γεγονότα, η δική τους συνεισφορά είναι ικανή να βελτιώσει τα αποτελέσματα και να δημιουργήσει θετικές συνέργειες.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα η αθεράπευτη αισιοδοξία μόνο ως σημάδι υπερφίαλης και κοντόφθαλμης οπτικής μπορεί να εκληφθεί, μια που τα στοιχεία το μόνο που δεν επιτρέπουν είναι ασκήσεις θάρρους από αιθεροβάμονες.

Ποια είναι λοιπόν τα δεδομένα; Το πρόγραμμα λήγει το καλοκαίρι του 2018 και διάθεση για νέο πρόγραμμα δεν υπάρχει από Ευρωπαϊκής πλευράς. Εποπτεία θα συνεχίσει να υπάρχει έως ότου αποπληρωθεί το 75% του δημόσιου χρέους, ενισχυμένη μάλιστα για τα πρώτα χρόνια σε σχέση με τις άλλες χώρες που βρέθηκαν σε μνημονιακή κατάσταση.

Οι χρηματοδοτικές μας ανάγκες θα πρέπει να καλυφθούν από τις αγορές (περίπου 5 δισ. μόνο για το 2018). Τα επιτόκια μας βρίσκονται ακόμη σε απαγορευτικά επίπεδα (άνω του 5% για το δεκαετές ομόλογο) κι ελπίζουμε λίγο με κάποια θετικά οικονομικά στοιχεία (επίτευξη του φετινού πλεονάσματος και καλή πορεία του επόμενου προϋπολογισμού, θετικό ρυθμό ανάπτυξης έστω και πολύ μακριά από τους αρχικούς στόχους, ολοκλήρωση της αξιολόγησης) και την ανταλλαγή ομολόγων ονομαστικής αξίας 30 δισ. με νέα πιο εμπορεύσιμα, να έχουν αποκλιμακωθεί κάπως τα επιτόκια έως τότε.

Έστω ότι όλες αυτές οι προϋποθέσεις εκπληρωθούν στον ανώτατο βαθμό. Μια ισορροπημένη στάση θα όφειλε να λαμβάνει υπόψη της και τις δυνητικά αρνητικές εξελίξεις, τόσο σε πολιτικό, οικονομικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, που ήδη φαίνονται στον ορίζοντα. Γιατί οι αγορές κρύβουν μερικές πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις για τον αισιόδοξο Έλληνα πρωθυπουργό!

Η συγκρότηση κυβέρνησης στην Γερμανία καθυστερεί και οι ισορροπίες που θα επιτευχθούν τελικά πολύ δύσκολα θα έχουν θετική επίδραση στο ελληνικό ζήτημα. Οι διαδικασίες ολοκλήρωσης του Brexit συνεχίζουν να διατηρούν ένα κλίμα ανασφάλειας για το μέλλον της Ευρωπαϊκής οικονομίας το οποίο θα επιταθεί κι από δυο ακόμα παράγοντες. Την σταδιακή μείωση του QE και την αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ (πιθανότατα προς το τέλος του 2018), αμφότερα προκαλώντας ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό και το κόστος δανεισμού των χωρών της Ε.Ε. άρα και της Ελλάδας.

Σε αυτό το περιβάλλον είναι αναμενόμενη και η ανατίμηση του ευρώ με ότι αυτό θα σημάνει για την εξαγωγική δυναμική την οποία πασχίζουμε να ανακτήσουμε αν θέλουμε να σταθεροποιηθούμε σε αναπτυξιακούς ρυθμούς που θα ξεπερνούν το 2%. Ταυτόχρονα, η τιμή του πετρελαίου που έχει πάρει τον ανήφορο θα επηρεάσει το κόστος της ενέργειας άρα και της παραγωγής, βάζοντας ένα επιπρόσθετο πρόσχημα στην επίτευξη σταθερής ανάπτυξης θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την επίτευξη του 3,5% για τα πλεονάσματα έως το 2022 κι όλο το κυβερνητικό αφήγημα.

Φυσικά την δικιά τους επιρροή στις εξελίξεις θα έχουν και τα γενικότερα γεωπολιτικά γεγονότα. Θέματα όπως οι εχθροπραξίες στην Μέση Ανατολή, οι βλέψεις της Β. Κορέας αλλά και η επιβράδυνση της Κινεζικής ανάπτυξης ή η εφαρμογή προστατευτικών πολιτικών από πλευράς Τραμπ, θα παίξουν τον δικό τους κρίσιμο ρόλο στην διαμόρφωση του ευρύτερου οικονομικού περιβάλλοντος.

Και η αναδιάρθρωση του χρέους; Μήπως αυτή η παρέμβαση λύσει τον γόρδιο δεσμό; Καταρχάς πλείστοι αξιωματούχοι των Βρυξελλών και της ΕΚΤ θεωρούν ότι αν υπάρξει συνέπεια στους δημοσιονομικούς στόχους ίσως και να αποδειχτεί αχρείαστη. Ακόμη όμως κι αν λυθεί ο γρίφος με την ανάλυση βιωσιμότητας του ΔΝΤ και προωθηθούν οι παραμετρικές παρεμβάσεις οι επιπτώσεις από τις “εκπλήξεις” των αγορών που μόλις περιγράψαμε θα ξεπερνούν την όποια μείωση της επιβάρυνσης.

Άρα που οδηγούμαστε; Η κυβέρνηση παριστάνει ότι δεν θέλει να χρησιμοποιήσει ένα δίχτυ ασφαλείας, όπως αυτό της πιστοληπτικής γραμμής που προβλέπονταν επί Σαμαρά για το 2015 και το οποίο θα λειτουργούσε ως ψυχολογικό και ουσιαστικό αντίβαρο στο φόβο πιθανής νέας επιδείνωσης της ελληνικής οικονομίας.

Μήπως σκοπεύει να καταλήξει στην χρήση μέρους των αχρησιμοποίητων πόρων του ESM; Μόνο που μια τέτοια επιλογή αποτελεί παραδοχή ήττας και πισωγύρισμα. Διατηρείς υψηλά την έκθεση σου στον ESM και θέτεις τις βάσεις για νέες δημοσιονομικές απαιτήσεις από το 2022 όταν η εξυπηρέτηση του χρέους θα απαιτεί την πληρωμή τόκων όχι 5-6 δισ. όπως τώρα αλλά πλέον των 20 δισ. ανά έτος.

Προφανώς και το πραγματικό δίχτυ ασφαλείας βρίσκεται στις γενναίες μεταρρυθμίσεις, την συνέχιση αναδιοργάνωσης κι εκσυγχρονισμού του κράτους, στο περαιτέρω άνοιγμα των αγορών, στη βελτίωση των επενδυτικών όρων. Κι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν αντέχει αυτή την διαδρομή, ειδικά όταν το αφήγημα της θα στηρίζεται στην απομάκρυνση από τις μνημονιακές πολιτικές και στην επιστροφή στην… αριστερή κανονικότητα.

Από το αθεράπευτα αισιόδοξος έως το αθεράπευτα ανεδαφικός, μια ανάσα δρόμος!

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η δυσάρεστη έκπληξη των αγορών για τον Τσίπρα

  • 10/11/2017, 09:14
    Permalink

    Τί να περιμένει κανείς από αγράμματους κ αλιβανιστους πολιτικούς. Ομως αυτούς εξέλεξε ο αιθεροβάμων ελληνικός λαός.

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.