Δεξιά και κοινωνικά ζητήματα

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Νομικός

Είναι αδύνατον να διατυπώσει κανείς έναν ακριβή ορισμό για πολιτικούς όρους όπως «Δεξιά», «αριστερά» κοκ. Οι λόγοι είναι πολλοί, κατά βάση όμως ξεχωρίζω τρεις.

Ο πρώτος είναι η διαφορετική σημασία που αποκτούν ανάλογα με την κοινωνία που επιδιώκουν να εκφράσουν. Διαφοροποιούνται κυρίως σε χρονικό και τοπικό επίπεδο. Άλλες αντιλήψεις εξέφραζε η αριστερά τη δεκαετία του 1920, όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, άλλες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη δημιουργία του ανατολικού μπλοκ, άλλες μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Διαφορετικές απόψεις θα έχει η Δεξιά στην ανατολική Ευρώπη που για δεκαετίες ήταν υπό διωγμό απ’ ό, τι στη Βρετανία με την ισχυρή αστική παράδοση.

Ο δεύτερος, που σχετίζεται άμεσα με τον πρώτο, είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον όρο κάθε ξεχωριστό άτομο. Ανάλογα με τον κοινωνικό του περίγυρο, το μορφωτικό του επίπεδο, το επάγγελμά του, την οικονομική του κατάσταση κοκ. Αλλιώς αντιλαμβάνεται την αριστερά ο κάτοικος επαρχίας από τον κάτοικο πόλης. Αλλιώς αντιλαμβάνεται τη Δεξιά ο μισθωτός από τον ελεύθερο επαγγελματία.

Ο τρίτος λόγος είναι η προσωπική επίδραση των εκπροσώπων μιας ιδεολογίας στον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο εκάστοτε λαός. Η Δεξιά στην Αγγλία δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια μετά την ανάδειξη της Μάργκαρετ Θάτσερ. Η αριστερά σημαδεύτηκε για παντα από προσωπικότητες όπως ο Στάλιν κι ο Μάο. Ακόμα και στη μικρή Ελλάδα ακόμα και σήμερα γίνεται επίκληση στις αρχές και την κληρονομιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Σε κάθε περίπτωση ο απλούστερος και συνηθέστερος ορισμός του «Δεξιού» είναι ο εξής: Καπιταλιστής στα οικονομικά, εθνικιστής στα εθνικά, συντηρητικός στα κοινωνικά ζητήματα. Νομίζω πως πρόκειται για έναν κοινό ορισμό όχι με την έννοια ότι κάθε δεξιός περιγράφει έτσι τον εαυτό του αλλά ότι γίνεται ευρέως αποδεκτό πως όποιος έχει αυτά τα τρία χαρακτηριστικά θεωρείται σίγουρα δεξιός. Για αυτό και συνήθως όποιος διαφοροποιείται σε κάποιο από αυτά επισημαίνει τη διαφοροποίησή του και επακόλουθα δηλώνει κεντροδεξιός, ακροδεξιός κοκ. Με την όποια διαφοροποίησή του δηλαδή συνάμα αποδέχεται τα χαρακτηριστικά του μέσου δεξιού, που ο ίδιος κατά δήλωσή του δεν πληροί.

Εκκινώντας κανείς από αυτή τη διαπίστωση αντιλαμβάνεται πολλά για τη διαχρονική κατάσταση της ελληνικής Δεξιάς. Ο αυτοπροσδιορισμός και ο τρόπος που περιγράφει κανείς τον εαυτό του δείχνουν πολλά για τη διάθεση και τη δυναμική του. Στην Ελλάδα η Δεξιά αυτοπροσδιορίζεται ως Κεντροδεξιά. Κάναμε τον εθνικισμό εθνισμό, αν όχι απλά πατριωτισμό. Δε δηλώνουμε καπιταλιστές αλλά μεταρρυθμιστές, άντε και φιλελεύθεροι. Και για τα κοινωνικά ζητήματα το απόλυτο χάος.

Αποδείχθηκε πολλές φορές στη διάρκεια της ΠΦΑ διακυβέρνησης ότι ο βασικότερος τομέας όπου η Δεξιά αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, είναι ο κοινωνικός. Φάνηκε εντονότατα στην ψηφοφορία για το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφυλοφίλων το Δεκέμβριο του 2015, στο πρόσφατο νομοσχέδιο για τις ταυτότητες των διεμφυλικών, στο ζήτημα των ημερών για τη νομιμοποίηση της ινδικής κάνναβης. Στη διδασκαλία των θρησκευτικών, στη σχέση κράτους-Εκκλησίας. Γενικότερα η επιδίωξη της αριστερής και «προοδευτικής» κυβέρνησης να αναδείξει την ατζέντα της στα κοινωνικά έχει προκαλέσει μια τεράστια αμηχανία στην Κεντροδεξιά. Κάπως έτσι βλέπουμε σε αυτήν ταυτόχρονα φανατικούς θιασώτες των αλλαγών και φανατικούς αντιμάχους. Οι δεύτεροι δε κατά κανόνα δεν ξέρουν και δε μπορούν να υπερασπίσουν επαρκώς την αρνητική τους στάση, και υπακούν απλά σε ένα βαθιά ριζωμένο πολιτικό ένστικτο.

Για να είμαστε δίκαιοι το ζήτημα αυτό δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα, είναι παγκοσμίου εμβέλειας. Τι σημαίνει εν τέλει συντηρητικός στα κοινωνικά ζητήματα; Είναι μια στείρα άρνηση προς οποιαδήποτε αλλαγή; Είναι η αποδοχή των αλλαγών υπό όρους; Και ποιοι όροι είναι αυτοί;

Κατά τη γνώμη μου ο σωστός προσδιορισμός της έννοιας του συντηρητικού έχει ως εξής. Καταρχάς επειδή η πολιτική εκ των πραγμάτων εμπεριέχει και τον ετεροπροσδιορισμό πρέπει να βάλει κανείς στο κάδρο και την απέναντι πλευρά. Τι υποστηρίζει ένας συντηρητικός και τι ένας προοδευτικός.

Η εμπεδωμένη στην Ελλάδα αντίληψη ότι οι Συντηρητικοί αντιμάχονται κάθε αλλαγή είναι σίγουρα τελείως λανθασμένη και αντίθετη με την πραγματικότητα. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες κοινωνικές αλλαγές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έγιναν από συντηρητικούς πολιτικούς και κόμματα. Είναι μύθος ότι ένας συντηρητικός δε θέλει κοινωνικές αλλαγές και δεν αποδέχεται την κοινωνική εξέλιξη. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν τελείως αντίθετο στο ρεαλισμό και η Δεξιά δε φημίζεται για ιδεοληπτική ή ονειροπόλος.

Η θεμελιώδης διαφορά συντηρητικών και προοδευτικών έγκειται στους όρους υπό τους οποίους θέλουν τις κοινωνικές αλλαγές. Οι Συντηρητικοί πιστεύουν ότι οι κοινωνικές αλλαγές συντελούνται στην κοινωνία, μέσα από την κοινωνική συμβίωση και τις συνθήκες της εκάστοτε εποχής. Δεν προκαλούνται από το κράτος ούτε ενισχύονται από αυτό. Το κράτος απλά τις αποδέχεται νομοθετώντας, είτε για να νομιμοποιήσει μια συμπεριφορά που ήδη υπάρχει στην κοινωνία είτε για να ρυθμίσει τα όριά της. Δε γίνεται όμως να νομοθετείς για την κοινωνία χωρίς την κοινωνία, ούτε να της επιβάλλεις πρότυπα που δεν έχει υιοθετήσει. Την αφήνεις ελεύθερη και επικυρώνεις τις επιλογές της.

Οι προοδευτικοί έχουν αντίθετη θεώρηση. Το κράτος για αυτούς δεν πρέπει απλά να αποδέχεται τις κοινωνικές αλλαγές αλλά να τις ενισχύει, αν όχι να τις προκαλεί. Η κοινωνία για αυτούς δεν είναι δημιουργός αλλά αποδέκτης. Πιστεύουν πως επιδίωξη κάθε κοινωνίας πρέπει να είναι η πρόοδος, που μεταφράζεται σε ενσωμάτωση των αλλαγών της εποχής. Η ενσωμάτωση όμως των αλλαγών δεν πρέπει να αφήνεται στην κοινωνία γιατί κάθε κοινωνία κατά τους προοδευτικούς έχει ένα κομμάτι που τις αρνείται, δε συμπαθεί την πρόοδο και θέλει σταθερότητα.

Για την επιτάχυνση λοιπόν της προόδου και τη διευκόλυνση όσων τη στηρίζουν το κράτος πρέπει να επεμβαίνει στα κοινωνικά ζητήματα ενισχύοντας τις αλλαγές και όσους τις στηρίζουν, ειδικά όταν αυτοί αποτελούν μειοψηφία και δεν πρόκειται να επιβληθούν. Και σε πολλές περιπτώσεις νομιμοποιείται και να τις προκαλέσει, να υιοθετήσει-ενσωματώσει κοινωνικές αλλαγές από άλλες κοινωνίες, ακόμα κι αν κανείς δεν τις ζητά. Αν και η σύγκριση δεν είναι μεταξύ ομοίων, παρατηρούμε μια ομοιότητα στη στάση των αριστερών σε κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Και στα δύο ζητάνε κρατική παρέμβαση για να επιταχυνθεί η επίτευξη του κοινού σκοπού, είτε αυτός είναι η κοινωνική πρόοδος είτε η οικονομική ανάπτυξη.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς από τη σύγκριση ότι η θεμελιώδης διαφορά Συντηρητικών και προοδευτικών στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα κοινωνικά ζητήματα είναι ως προς τη σημασία της προόδου. Οι πρώτοι τη βλέπουν σαν αποτέλεσμα των κοινωνικών διεργασιών, οι δεύτεροι σαν αυτοσκοπό. Αυτό με τη σειρά του οφείλεται στο γεγονός ότι οι Συντηρητικοί σε αντίθεση με τους προοδευτικούς δε θεωρούν όλες τις αλλαγές αυτομάτως θετικές, και συνεπώς άξιες κρατικής αποδοχής, και αναζητούν ένα κριτήριο.

Το κριτήριο αυτό για τους Συντηρητικούς είναι η κοινωνική αντίληψη. Ποια είναι η εμπεδωμένη αντίληψη στην κοινωνία για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Αποδέχεται η κοινωνία την αλλαγή, τη βλέπει θετικά; Είναι ευρύτερα αποδεκτό το ρεύμα υπέρ της αλλαγής; Αν ναι τότε μπορεί να νομιμοποιηθεί. Αν όχι τότε η κατάσταση δεν είναι ακόμα ώριμη κι ούτε ξέρουμε αν θα γίνει ποτέ.

Δεν πρέπει κανείς να ερμηνεύει τη στάση αυτή σαν εξάρτηση της κρατικής δράσης από μια αριθμητική-ποσοτική πλειοψηφία. Η αποδοχή δε συνίσταται αποκλειστικά στη θετική γνώμη ή έστω στην ανοχή των περισσοτέρων πολιτών αλλά και σε ένα συνυπολογισμό οφέλους-απώλειας. Οι Συντηρητικοί γνωρίζουν ότι για να έχει θετικό αποτέλεσμα μια κοινωνική αλλαγή πρέπει να εφαρμοστεί σωστά. Και προκειμένου να εφαρμοστεί σωστά χρειάζεται τη στήριξη της κοινωνίας. Οι κοινωνικές αλλαγές που δε θέλει η κοινωνία δεν πρόκειται να βγάλουν τη θετική τους πλευρά, αλλά θα δημιουργούν αποκλειστικά αρνητικές συνέπειες. Οι αρνητικές συνέπειες με τη σειρά τους θέτουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, και τελικά την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας.

Και για ένα Συντηρητικό η κοινωνική συνοχή συνιστά αυτοσκοπό. Η πρόοδος συνιστά απλό μέσο για την επίτευξή της.

Συμπερασματικά, όπως γίνεται αντιληπτό η δεξιά θεώρηση των κοινωνικών ζητημάτων, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν επιτρέπει ενιαία αντιμετώπιση τους. Δε μπορείς να νομοθετείς για την κοινωνία ερήμην της, και αναγκαία προϋπόθεση για να συντελεστεί σωστά μια κοινωνική αλλαγή είναι η αποδοχή της κοινωνίας. Το κράτος οφείλει να αποδέχεται τις κοινωνικές αλλαγές όταν έχει προηγηθεί η αποδοχή της κοινωνίας. Αν αυτή δεν υπάρχει τα δικαιώματα μιας μειοψηφίας ή του περιθωρίου δε μπορεί να τίθενται σε μεγαλύτερη προτεραιότητα από την κοινωνική συνοχή.

Και εκεί έγκειται η μεγάλη διαφορά του Συντηρητικού από τον προοδευτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *