Χρύσανθος Τάσσης: Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από την τάση για από-ιδεολογικοποίηση

Ο Χρύσανθος Τάσσης, Λέκτορας με αντικείμενο Πολιτική Κοινωνιολογία και Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, παραχωρεί συνέντευξη στο LastPoint.gr και τον συνεργάτη μας, Αλέξανδρο Κριτσίκη. 

  1. Τα κόμματα επιτελούν το συνταγματικό ρόλο τους εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των πολιτών;

 

Καταρχάς θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πολιτικά κόμματα είναι οργανώσεις της νεωτερικότητας, είναι εκείνοι οι θεσμοί που ανέλαβαν από τις αρχές του 19ου αιώνα τον ρόλο εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων / αιτημάτων από την κοινωνία στο κράτος.  Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν πολλοί ορισμοί και ερμηνείες για τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων στις σύγχρονες δημοκρατίες. Ένας ορισμός ο οποίος φαίνεται να αντιπροσωπεύει την εξέλιξη του πολιτικού φαινομένου είναι ότι τα πολιτικά κόμματα αποτελούν ενώσεις μέρους της κοινωνίας, με μια συγκεκριμένη οργανωτική δομή, και μια συγκεκριμένη ιδεολογία, με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας ώστε να υλοποιήσουν τα αιτήματα της κοινωνικής ομάδας που εκπροσωπούν.  Με αυτή τη θεώρηση, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα πολιτικά κόμματα, είναι ταυτόχρονα φορείς εκπροσώπησης κοινωνικών αιτημάτων διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, αλλά και φορείς ενσωμάτωσης, καθώς στη συνάφειά τους με το κράτος επηρεάζονται από τη λειτουργία των θεσμών και την κυρίαρχη πολιτική. Έτσι, η έννοια της εκπροσώπησης αναφέρεται στη νομιμοποίηση των πολιτικών από την κοινωνία και αποτελεί στην ουσία διεύρυνση της δημοκρατίας και νομιμοποίηση της πολιτικής και των πολιτικών κομμάτων, ενώ η έννοια της ενσωμάτωσης αναφέρεται στην εγκατάσταση των κομμάτων στους θεσμούς του κράτους μια διαδικασία η οποία αντίθετα δεν διευρύνει τη δημοκρατία. Αυτό λοιπόν είναι το κρίσιμο σημείο κατά την άποψή μου για την κατανόηση της κρίσης των πολιτικών κομμάτων. Η κρισιακή διαδικασία είναι μια πορεία που έχει ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη με την απομάκρυνσή των κομμάτων από την κοινωνία και τη σταδιακή τους ιδεολογική σύγκλιση με βάση μόνο ένα πρότυπο δια-κυβέρνησης. Η συγκεκριμένη τάση εκφράστηκε με τη μείωση των ενεργών μελών των κομμάτων, με την αύξηση της αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες και μια αντι-πολιτική στάση των πολιτών απέναντι στα κόμματα. Στην ελληνική περίπτωση, για πολύ συγκεκριμένους λόγους που αναφέρονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, παρόμοιες τάσεις λαμβάνουν χώρα αλλά σε συμπυκνωμένο χρόνο. Έτσι από τη μαζική πολιτική, των μεγάλων ιδεολογιών, και των ισχυρών κομματικών οργανώσεων της περιόδου 1974-1989, από τη δεκαετία του 1990 το ελληνικό κομματικό σύστημα προσιδιάζει στις ευρωπαϊκές τάσεις της από-πολιτικοποίησης, της απομαζικοποίησης των κομματικών οργανώσεων και της αδιαφορίας για τα κόμματα και την πολιτική από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Και το κλειδί της απάντησης είναι κατά την άποψή μου η προσήλωση των κομμάτων στις κυβερνητικές και κρατικές αναγκαιότητες και η υποβάθμιση των αιτημάτων των πολιτών και των αναγκών μεγάλου μέρους της κοινωνίας.  

 

  1. Έχει επιβληθεί η οικονομία της πολιτικής ή το αντίθετο;

 

Στην ιστορική τους εξέλιξη, μια από τις μεγάλες επιτυχίες των πολιτικών κομμάτων τον 20ο αιώνα ήταν η σχετική αυτονομία της πολιτικής τόσο σε σχέση με το κράτος, όσο και σε σχέση με τις ανάγκες της οικονομίας. Και σε αυτό συνέβαλλε η υιοθέτηση της μαζικής οργανωτικής δομής από όλες τις βασικές κομματικές οικογένειες ακόμα και με διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Το αποτέλεσμα αυτής της πορείας είναι η σύγκλιση της περιόδου 1945-1974 στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη με την υιοθέτηση της πολυσυλλεκτικής στρατηγικής και την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους και του παρεμβατικού κράτους στην οικονομία. Είναι η εποχή του «κεϋνσιανού υποδείγματος», της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», της «σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης», του «καπιταλισμού της ευημερίας», όπως έχει χαρακτηριστεί. Έτσι η μεταπολεμική ανάγκη, για να ρυθμιστεί η οικονομία της αγοράς ώστε να μην παρατηρηθούν τα φαινόμενα των οικονομικών κρίσεων που οδήγησαν στην φτώχεια, στην ανεργία, στον φασισμό και στο Πόλεμο, έθεσε εκ των πραγμάτων όρια στη δυναμική της οικονομίας της αγοράς.  Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομία της αγοράς δέχτηκε να παραχωρήσει στο κράτος μέρος των δραστηριοτήτων της αλλά και μια αυτονομία υιοθέτησης πολιτικών ικανοποίησης αιτημάτων από όλες τις κοινωνικές ομάδες (αν και όχι με την ίδια αναλογία) για την επίτευξη της κοινωνικής συναίνεσης.  Σε συνδυασμό με την ανάδειξη νέων πολιτικών ελίτ από τις μαζικές οργανώσεις οι οποίες ανανέωσαν το πολιτικό προσωπικό, η πολιτική κατάφερε να αναδείξει την αυτονομία της σε σχέση με την οικονομία. Αντίθετα, από την οικονομική κρίση του 1973/74 και ύστερα όταν η κυρίαρχη αντίληψη στην οικονομία κινήθηκε στην έμφαση στα οικονομικά της προσφοράς, η σημαντικότητα των επιχειρήσεων αυξήθηκε σε σχέση με το παρεμβατικό κράτος στην οικονομία αλλά και σε σχέση με το κοινωνικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο, η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων αλλά και η λειτουργία των κρατικών οργανισμών με κριτήρια ιδιωτικής επιχείρησης (Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ) έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο όπου οι ανάγκες των επιχειρήσεων θεωρούνται πιο σημαντικές από τις ανάγκες των κοινωνιών. Σε συνδυασμό με την ουσιαστική απονομιμοποίηση των πολιτικών κομμάτων για τη παραγωγή νέων πολιτικών ελίτ, μια διαδικασία που έχει εκχωρηθεί στα ιδιωτικά ΜΜΕ, σηματοδοτεί τη μείωση της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής και την κυριαρχία της οικονομίας.

 

  1. Ποιο ρόλο έχουν οι ιδεολογίες στη σημερινή εποχή και πόσο συνεπή είναι τα κόμματα με τις ιδρυτικές ιδεολογικές αρχές τους;

 

Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από την τάση για από-ιδεολογικοποίηση και αντικατάσταση της ιδεολογίας από την τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής. Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί σημερινό ή συγκυριακό φαινόμενο, αλλά χαρακτηρίζει τα πολιτικά και κομματικά συστήματα της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης ήδη από τη δεκαετία του 1980 ενώ στην Ελλάδα η έμφαση στην τεχνοκρατία παρατηρείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει περιορίσει / μετατρέψει τη λειτουργία των κομμάτων και της πολιτικής από το επίπεδο των αναλύσεων και των διαφορετικών προσεγγίσεων γύρω από ιδεολογίες και μεγάλους μετασχηματισμούς, σε απλούς διαχειριστές / διεκπεραιωτές των κρατικών αναγκαιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο ο κομματικός ανταγωνισμός περιορίζεται στην καταλληλότητα των λύσεων εντός ενός συγκεκριμένου (νεοφιλελεύθερου) πεδίου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο δημόσιος διάλογος αλλά και η πολιτική και με αυτό τον τρόπο τα κόμματα φαίνονται αναντίστοιχα ως προς τις ιδρυτικές τους ιδεολογικές διακηρύξεις. 

 

  1. Η επικοινωνία έχει επισκιάσει το πολιτικό περιεχόμενο;

 

Στη συνάφεια της δυναμικής που αναπτύσσει η τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής βρίσκεται και ο αυξημένος ρόλος της επικοινωνίας στην πολιτική. Και τα δυο αυτά στοιχεία (τεχνοκρατία και επικοινωνία) αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τάσης των πολιτικών κομμάτων, της μετατροπής τους δηλαδή σε κόμματα καρτέλ, κρατικοποιημένα κόμματα όπως έχει αποδοθεί στην ελληνική βιβλιογραφία. Σε αυτό το πλαίσιο τα κόμματα χάνουν τις δυο βασικές τους λειτουργίες δηλαδή την παραγωγή της ιδεολογίας / της πολιτικής ατζέντας και την παραγωγή του πολιτικού προσωπικού και αυτές εκχωρούνται στα ιδιωτικά κυρίως ΜΜΕ. Έτσι η επικοινωνία καθίσταται πλέον κεντρικό στοιχείο της πολιτικής η οποία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των πόρων των κομμάτων, αλλά και αποτελεί σημαντικό πόρο για την πολιτική τους αναπαραγωγή. Έτσι οι επικοινωνιολόγοι καθίστανται σημαντικοί για την στρατηγική των πολιτικών κομμάτων. Οι ειδικοί της επικοινωνίας ωστόσο δεν αντιλαμβάνονται τα πολιτικά κόμματα ως φορείς ρήξης και παραγωγής πολιτικής, ούτε αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της ανάλυσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά των κομματικών οικογενειών και τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού σχηματισμού και του κομματικού συστήματος Αντίθετα, αντιλαμβάνονται τα κόμματα αποκλειστικά με όρους marketing ως προϊόντα της διαφημιστικής αγοράς,. Με αυτό τον τρόπο υπονομεύονται τα κόμματα, η πολιτική διαδικασία αλλά και η ίδια η δημοκρατία.

 

  1. Η παγκοσμιοποίηση πώς έχει επηρεάσει το πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι;

 

Ως τάση για παγκοσμιοποίηση ορίζουμε τη διεθνή και χωρίς φραγμούς κίνηση του κεφαλαίου, η οποία ουσιαστικά χαρακτηρίζει το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού από τη δεκαετία του 1990 λόγω και της πτώσης των καθεστώτων στις χώρες της Αν. Ευρώπης. Ωστόσο η τάση του κεφαλαίου για να κινηθεί εκτός από τα σύνορα του έθνους κράτους δεν είναι τωρινό φαινόμενο, αλλά υπάρχει ήδη από τον 19ο αιώνα. Η σημαντική διαφορά σε σχέση με το σήμερα είναι η διαφοροποίηση του ρόλου του κράτους στο σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτής της πορείας. Κατά την πρώιμη εκβιομηχάνιση του 19ου αιώνα το κράτος με το σύστημα των δασμών «προστάτευσε» και εγγυήθηκε την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Μετά τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο το κράτος ενίσχυσε τις βιομηχανικές επιχειρήσεις για να ενδυναμώσουν τη θέση τους στο διεθνή ανταγωνισμό. Και στο πλαίσιο αυτό, μπορούσαν να εγγυηθούν μέρος των κερδών τους για τις κοινωνίες των Μητροπόλεων, είτε από τις άνισες ανταλλαγές είτε γιατί μεγάλο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας παρέμενε σε αυτές.  Ωστόσο, από το 1990, με την τάση για παγκοσμιοποίηση, νέες χώρες διεκδίκησαν μέρος των επενδύσεων, του παραγόμενου προϊόντος και των κερδών, με αποτέλεσμα τη μεγάλη αποβιομηχάνιση και τη μαζική ανεργία στις παλαιές βιομηχανικές χώρες. Παράλληλα με τις αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες δημιουργούν ένα ασφυκτικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις των βιομηχανικών χωρών στη Δ Ευρώπη και στις ΗΠΑ δεν μπορούν να εγγυηθούν την αναπαραγωγή του βιοτικού επιπέδου ακόμα και των «μεσαίων» στρωμάτων των χωρών τους και οδηγούνται σε πολιτική κρίση.  

 

  1. Ποια η θέση της Ελλάδας στους νέους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς;

 

Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής με μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με βασικούς άξονες την ειρηνική επίλυση των διαφορών, την αντίθεση προς την πυρηνική ενέργεια, και τη μη οικονομική εκμετάλλευση της Μεσογείου.  Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διεθνή αστάθεια, η Ελλάδα θα πρέπει να αναδειχθεί ως πόλος Ειρήνης και σταθερότητας. Λόγω της γεωγραφικής θέσης, της ιστορικής της δυναμικής, αλλά και των ισχυρών δεσμών και με τη Δύση αλλά και με αναδυόμενες δυνάμεις (για παράδειγμα Κίνα, Ρωσία) αλλά και με τις χώρες της Μέσης Ανατολής που δοκιμάζονται από πολιτική αστάθεια, μπορεί να αναδειχθεί ως παράγοντας διαμεσολάβησης για την ειρηνική επίλυση των διαφορών.  Καταρχάς θα πρέπει να επιδιώξει την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος με βάση το ψήφισμα 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και τα επόμενα σχετικά ψηφίσματα, αλλά και την ανάδειξη της Μεσογείου ως θάλασσα ειρήνης και συνεργασίας και όχι οικονομικής εκμετάλλευσης. Για να διεκδικήσει όμως αυτό το ρόλο, θα πρέπει να επιχειρήσει να αναβαθμιστεί στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Είναι προφανές ότι αν συνεχιστεί το συγκεκριμένο πρότυπο ανάπτυξης που βασίζεται στο μαζικό τουρισμό, στις επενδύσεις τύπου «καζίνο», αλλά και στην εκμετάλλευση της Μεσογείου, θα υπάρξει συνεχιζόμενη διολίσθηση και σε θέσεις εργασίας και σε θέματα περιβάλλοντος αλλά και αυξανόμενη ένταση. Έτσι, θα πρέπει να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο με βασικούς άξονες α) τη μετατροπή του πρωτογενούς τομέα σε βιολογικού τύπου καλλιέργεια με την ένταξη των αγροτικών στρεμμάτων σε συνεταιριστικές επιχειρήσεις με αναλογία μια μετοχή ανά στρέμμα για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, β) επενδύσεις στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας, καθώς και στις εναλλακτικές μορφές ιατρικής ώστε να γίνει η Ελλάδα διεθνής προορισμός για υπηρεσίες υγείας, γ) επενδύσεις στο Δημόσιο Σύστημα Παιδείας με άξονες για παράδειγμα την ιστορία, την πολιτική φιλοσοφία, την πολιτική επιστήμη, την ιατρική, τη νομική ώστε να γίνει η Ελλάδα διεθνής εκπαιδευτικός προορισμός, δ) έμφαση σε επενδύσεις στην υψηλής τεχνολογίας για παράδειγμα οικολογικά αυτοκίνητα και δημιουργία πάρκων υψηλής τεχνολογίας, ε) αναβάθμιση της εμπορικής ναυτιλίας με επενδύσεις στη δημιουργία σύγχρονων ναυπηγείων, στ) αλλαγή του τουριστικού προτύπου με συνδυασμό ποιοτικών υπηρεσιών και βιολογικής διατροφής. Έτσι σε συνδυασμό με την υιοθέτηση πολιτικών με σκοπό τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, τη διεύρυνση του πλουραλισμού και της δημοκρατίας θα αναδείξει την Ελλάδα σε χώρα πυλώνα σταθερότητας, ειρήνης και δίκαιης οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.