Χώροι εποπτευόμενης χρήσης ναρκωτικών: Λύση ή διαχείριση;

Γράφει ο Αντώνιος Μιχελόγγονας, Νομικός

Η πρόταση για τη θεσμοθέτηση χώρων εποπτευόμενης χρήσης ναρκωτικών ουσιών μπήκε για πρώτη φορά στη δημόσια συζήτηση το 2010, από τον τότε υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων Γιώργο Καμίνη, και έκτοτε δεν αποτέλεσε ποτέ θέμα μείζονος επικαιρότητας. Η πρόσφατη υπερψήφιση του άρθρου 91 του Ν. 4600/2019, και συγκεκριμένα της παρ. 3 που θεσμοθετεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα λειτουργίας Χώρων Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ), καθιστά το ζήτημα υπαρκτό, και όχι θεωρητικό. 

Θεωρώ ότι δε χρειάζεται να γραφούν πολλά για τον παγκόσμιο πόλεμο της ανθρωπότητας κατά των ναρκωτικών. Δεν είναι αναγκαία ακόμα μια συναισθηματική, άνευ ιδιαίτερου ουσιαστικού νοήματος, ανάλυση της οδύνης και της βλάβης που έχει προκαλέσει η εμπορία και χρήση ναρκωτικών στους χρήστες, τις οικογένειές τους, τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο κοκ. Αναγκαία όμως είναι η παραδοχή ότι τον πόλεμο αυτό μέχρι στιγμής τον χάνουμε, για πολλούς λόγους που δεν είναι σκόπιμο να αναλυθούν. Και τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η θεσμοθέτηση ΧΕΧ μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο όπλο της Πολιτείας. 

Η αλήθεια είναι ότι η νέα διάταξη δε ρυθμίζει πολλά. Ορίζει τους φορείς (ΚΕΘΕΑ, ΟΚΑΝΑ, ΨΝΑ, ΨΝΘ) που δύνανται να λειτουργούν ΧΕΧ και το σκοπό που υπηρετούν, συνιστά Μητρώο Καταγραφής Ληπτών Υπηρεσιών των ΧΕΧ, διευκρινίζει ότι η κατοχή και χρήση ναρκωτικών εντός των ΧΕΧ δεν αποτελεί άδικη πράξη, και κατά τα λοιπά παραπέμπει σε μελλοντική υπουργική απόφαση για τα θέματα λειτουργίας τους. Ουσιαστικά κάνει μόνο το πρώτο βήμα, που είναι η επί της αρχής νομιμοποίησή της λειτουργίας των ΧΕΧ, και παραπέμπει στο μέλλον όλα τα υπόλοιπα. 

Καταρχάς να τονιστεί ότι οι χώροι αυτοί δεν είναι ελληνική καινοτομία. Έχουν θεσμοθετηθεί σε αρκετές χώρες του εξωτερικού (Ελβετία, Αυστραλία κοκ), διαφοροποιούνται ως προς τη λειτουργία τους ανάλογα με τη χώρα και τη χρονική στιγμή, και δεν παρουσιάζουν παντού την ίδια αποτελεσματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, βασίζονται παντού στην ίδια γενική αρχή. Η Πολιτεία νομιμοποιεί τη χρήση ναρκωτικών εντός συγκεκριμένων-περιορισμένων χώρων, παρουσία ιατρικού προσωπικού που εποπτεύει τους χρήστες και παρεμβαίνει σε περίπτωση κινδύνου (πχ overdose), και παρέχοντας τα αναγκαία μέσα (σύριγγες κοκ) για την (κατά το δυνατόν) ασφαλή χρήση. Αποτελεί λοιπόν ένα αμυντικό μέτρο της Πολιτείας, αφού αναγκάζεται να αποδεχθεί ότι δε δύναται να εξαφανίσει τη χρήση ναρκωτικών και την επιτρέπει σε συγκεκριμένους χώρους υπό την εποπτεία της, αποσκοπώντας αφενός στον τοπικό περιορισμό της, αφετέρου στην ατομική προστασία των χρηστών. 

Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η νομιμοποίηση της χρήσης βοηθά στη γενικότερη προσπάθεια για τον περιορισμό της. Είναι το ίδιο ζήτημα που θέτουν πολλοί αναφορικά με τη νομιμοποίηση των λεγόμενων «ελαφρών» ναρκωτικών, και συνίσταται στο ότι η νομιμοποίηση στερεί πολλούς επίδοξους χρήστες από ένα σημαντικό αντικίνητρο. Ενίοτε ο επίδοξος χρήστης διστάζει, καθώς η παρανομία είτε του δημιουργεί φόβο ότι θα έχει «μπλεξίματα», είτε του προκαλεί ουσιαστικές ανησυχίες, ότι εφόσον η Πολιτεία το απαγορεύει μπορεί όντως να είναι βλαβερό. Η αλήθεια είναι βέβαια πως η παρανομία μπορεί να λειτουργεί και αντίστροφα, ως κίνητρο για τους επίδοξους χρήστες που το βλέπουν ως μια ευκαιρία «επανάστασης», «μαγκιάς» κοκ. Η επίδραση σε κάθε ξεχωριστό επίδοξο χρήστη εν τέλει αποτελεί ατομικό ζήτημα, και δεν είναι δυνατή μια γενική απάντηση, είναι όμως ένας προβληματισμός που τίθεται.  

Πέραν όμως αυτού, ζητήματα ηθικής τάξεως προκύπτουν και από το σκοπό των ΧΕΧ. Όσο καλόπιστα κι αν αντιμετωπίσει κανείς τη ρύθμιση, το πρώτο που βλέπει είναι μια προσπάθεια της Πολιτείας να απομονώσει τη χρήση σε συγκεκριμένους χώρους, προκειμένου να μειωθεί κατά το δυνατό η κοινωνική βλάβη που προκαλείται, και συνίσταται στην εύκολη ροπή των χρηστών προς την εγκληματικότητα, στην έγερση ζητημάτων υγιεινής, στη δημιουργία θλιβερών εικόνων στους δρόμους και τις γειτονιές, κοκ. Φυσικά, υπάρχει αδιαμφισβήτητο όφελος και για τους χρήστες, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα να κάνουν χρήση υπό την εποπτεία ιατρικού προσωπικού και με την παροχή των αναγκαίων μέσων υγιεινής. Ακόμα κι έτσι όμως, η ιδέα δεν παύει να συνιστά μια έμμεση εγκατάλειψή τους. Μια προσπάθεια απομόνωσής τους προς όφελος της υπόλοιπης κοινωνίας, αφού έχει προηγηθεί η αποδοχή της Πολιτείας ότι δε μπορεί να κάνει κάτι για τη δική τους διάσωση, παρά μόνο να διαχειριστεί το πρόβλημά τους. 

Η αλήθεια είναι πως οι ΧΕΧ, με τη μορφή που αρχικά είχε συλληφθεί η ιδέα, υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν μια δίοδο επαναφοράς προς την κανονικότητα για τους χρήστες, ένα σύνδεσμό τους με την υπόλοιπη κοινωνία που θα συντηρούσε την προοπτική απεξάρτησης και επανένταξης. Δηλαδή η λειτουργία τους θα έπρεπε να τους δημιουργεί κίνητρο να σταματήσουν τη χρήση, όχι να συνεχίσουν. Χρησιμοποιώ δυνητικό χρόνο γιατί ως προς τον τομέα αυτό τα αποτελέσματα που έχουμε δει από το εξωτερικό δεν είναι ενθαρρυντικά. Σπάνια το ποσοστό των χρηστών που επιλέγουν το δρόμο της επανόδου ξεπερνά το 10%, σε ορισμένες δε περιπτώσεις η δημιουργία των ΧΕΧ φαίνεται να δημιουργεί την αντίθετη βούληση (δηλαδή να παραμείνουν χρήστες αντί να επιδιώξουν την απεξάρτηση). Κι ως εκ τούτου, με δεδομένη την αποτυχία σε άλλες χώρες, με σοβαρότερη υποδομή, δε θεωρώ πολύ πιθανό να λειτουργήσει αντίθετα στην Ελλάδα. Συνεπώς, και ανεξάρτητα από την αντίθετη βούληση του νομοθέτη, το πιθανότερο είναι οι ΧΕΧ να παραμείνουν απλά μια προσπάθεια χωρικού περιορισμού του προβλήματος, και όχι επίλυσής του. 

Από κει και πέρα, υπάρχουν ζητήματα που εγείρονται ως προς τον τρόπο λειτουργίας των ΧΕΧ. Στο εξωτερικό συναντάμε δύο μορφές, ενίοτε μάλιστα η δεύτερη αποτελεί μετεξέλιξη της πρώτης. Στην πρώτη οι χρήστες καταναλώνουν ναρκωτικές ουσίες που οι ίδιοι έχουν φέρει, ενώ στη δεύτερη οι ουσίες τους παρέχονται εντός του ΧΕΧ, από το ιατρικό προσωπικό. Η ψηφισθείσα διάταξη δε ρυθμίζει το ζήτημα, ούτε καν υπονοεί την κατεύθυνση που θα ακολουθηθεί. 

Στην πρώτη εκδοχή, η Πολιτεία αποδέχεται εμμέσως, εκτός από τη χρήση, και την εμπορία ή την ιδιοπαραγωγή των ναρκωτικών, αφού προφανώς εφόσον οι χρήστες θα έρθουν στο χώρο αυτό για να τα χρησιμοποιήσουν νόμιμα, από κάπου πρέπει να τα έχουν. Η παραδοχή αυτή μπορεί να μην εξισώνεται με την νομιμοποίηση, εν τοις πράγμασι όμως συνήθως οδηγεί στη δημιουργία de facto ζωνών επιτρεπόμενης εμπορίας, που μάλιστα δημιουργούνται ακριβώς γύρω από τους χώρους αυτούς. Περαιτέρω, όταν οι χρήστες πρέπει να αποκτήσουν οι ίδιοι τις ναρκωτικές ουσίες, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να ξοδεύουν ό, τι χρήματα έχουν, να δανείζονται ή να επιβαρύνουν τον κοινωνικό τους περίγυρο, να πουλάνε τα υπάρχοντά τους, ή και να προβαίνουν σε κλοπές, και συνεπώς θα εξακολουθήσει να υφίσταται ένα σημαντικό μέρος ατομικής και κοινωνικής βλάβης που προκαλείται από τα ναρκωτικά. 

Από την άλλη, όταν γίνεται αποδεκτό ότι οι ναρκωτικές ουσίες παρέχονται από την Πολιτεία, τίθενται άλλου είδους ζητήματα. Καταρχάς από που θα τα προμηθεύεται για να τα δίνει, εφόσον δεν αποδέχεται την εμπορία; Θα τα αγοράζει όντας παράνομα, θα τα παράγει μήπως η ίδια; Μπορεί να καταστεί το κράτος ένας κρυφός έμπορος ή παραγωγός ναρκωτικών; Και πως θα μπορεί η Πολιτεία να εγγυηθεί ότι οι ουσίες που παρέχει είναι «ασφαλείς», και ποια θα είναι η ευθύνη της σε περίπτωση θανάτων από τη χρήση τους; Και τέλος, ακόμα κι αν ξεπεράσουμε όλα τα ανωτέρω, πόσο ηθικό είναι η Πολιτεία να χρηματοδοτεί με δημόσιο χρήμα την ικανοποίηση της εξάρτησης από τα ναρκωτικά, αντί να διαθέτει τους ίδιους πόρους για άλλες ανάγκες; Και πως θα αποφευχθούν φαινόμενα κατάχρησης, ενδεχομένως και αύξησης της χρήσης, που θα προκληθεί ακριβώς από το γεγονός ότι αυτή θα γίνεται πλέον δωρεάν;

Ένα δεύτερο ζήτημα που προκύπτει, είναι αν οι ΧΕΧ θα αφορούν μόνο τους ήδη χρήστες ή θα αφορούν και τους μελλοντικούς. Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά σοβαρό, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την πιθανότητα αύξησης της χρήσης σε περίπτωση παροχής των ουσιών δωρεάν από την Πολιτεία. Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος να επεκταθεί η χρήση εφόσον η Πολιτεία παρέχει δωρεάν τα ναρκωτικά και ο καθένας (και όχι μόνο οι ήδη υφιστάμενοι χρήστες) μπορεί να επωφεληθεί. Και συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η Πολιτεία τους ΧΕΧ. Τους βλέπει ως μια προσπάθεια διάσωσης των υφισταμένων χρηστών, στο πλαίσιο προσπάθειας συνολικής εξαφάνισης της χρήσης, ή ως προσπάθεια διαχείρισης του προβλήματος ενώ αποδέχεται ότι δε μπορεί να επιλυθεί; Στην ψηφισθείσα διάταξη γίνεται απλή αναφορά στη δημιουργία μητρώου χρηστών, χωρίς να διευκρινίζεται ούτε αν θα είναι υποχρεωτική η εγγραφή σε αυτό ούτε αν θα μπορεί να εγγραφεί κάθε χρήστης ανά πάσα στιγμή. Νομίζω ότι αδιαμφισβήτητα το ορθό είναι να επιδιωχθεί η χρήση των ΧΕΧ να αφορά μόνο τους ήδη χρήστες, εφόσον τουλάχιστον υπάρχει ασφαλής μέθοδος διάκρισής τους από τους μελλοντικούς. 

 Όπως γίνεται αντιληπτό, τα θέματα που προκύπτουν αναφορικά με τη λειτουργία ΧΕΧ είναι πολλά. Ούτε ο χώρος επαρκεί για πλήρη ανάλυση, ούτε ισχυρίζομαι ότι έχω τις γνώσεις ή τις εμπειρίες για να το κάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η διάταξη που υπερψηφίσθηκε έχει εξαιρετικές ελλείψεις, σε σημείο που αμφισβητείται κατά πόσον μπορούν να καλυφθούν και με την ΥΑ που θα ακολουθήσει. 

Η μόνη αλλαγή που έχουμε μετά την υπερψήφιση, είναι ότι πλέον η ελληνική Πολιτεία έχει και επισήμως επιλέξει να υιοθετήσει επί της αρχής τους ΧΕΧ. Υπάρχουν αρκετά επιχειρήματα υπέρ και κατά της επιλογής αυτής, κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά αν θα λειτουργήσει. Σε κάθε περίπτωση, η Πολιτεία δεν πρέπει να κάνει το λάθος να επαναπαυθεί. Το γεγονός ότι οι χρήστες θα κάνουν χρήση υπό καλύτερες συνθήκες δεν αναιρεί το γεγονός ότι θα παραμείνουν εξαρτημένοι και θα ζουν μια ζωή με άμεση ημερομηνία λήξης. Η δημιουργία χώρων όπου η χρήση θα γίνεται νόμιμα δε θα οδηγήσει από μόνη της τους χρήστες σε αυτούς. Ανεξάρτητα από την κάθε επιμέρους επιλογή που θα κάνει για τη λειτουργία τους, αν η Πολιτεία θέλει να δει τους ΧΕΧ να έχουν αποτέλεσμα πρέπει να τους συνδυάσει με αύξηση της πίεσης στον κόσμο των ναρκωτικών. Αν θέλει να περιοριστεί η χρήση στους χώρους υπό την εποπτεία της πρέπει πρώτα να καταστήσει σαφές ότι η χρήση οπουδήποτε αλλού είναι παράνομη. Αν θέλει να δει τη χρήση να περιορίζεται ποσοτικά πρέπει να συνεχίσει ( ; ) να κυνηγά το εμπόριο. Αν θέλει να δώσει στους χρήστες προοπτική επανόδου πρέπει να συνεχίσει να στηρίζει και να χρηματοδοτεί τα προγράμματα απεξάρτησης. Και σε κάθε περίπτωση, η λειτουργία ΧΕΧ δε μπορεί να θέσει σε δεύτερη μοίρα τις υπόλοιπες δράσεις της Πολιτείας κατά των ναρκωτικών. Και δε μπορεί η Πολιτεία να αποδέχεται ότι εγκαταλείπει ένα μέρος της κοινωνίας στην τύχη του, απλά επειδή η επιλογή να τους θέσει εντός νόμου και να τους παρέχει μια στοιχειώδη προστασία είναι πιο βολική. 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε και στο εαρινό τεύχος του φοιτητικού περιοδικού Νομικός Παλμός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.