Χασάν: Ο μύθος του ανθρωπισμού!

Γράφει ο Γιάννης Δεβελέγκας

Αυτή είναι η ιστορία του Χασάν, απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού, που νόμισε, κόντρα στις πικρές βουλές του Αλλάχ και τις σκοτεινές ψυχές των ανθρώπων, ότι μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του:

«Ο Χασάν, πέρασε το ένα πόδι πάνω στο άλλο σταυρωτά και κάθισε κατάχαμα στην άκρη του δρόμου που ταξίδευε παράλληλα με την όχθη του ποταμού. Η βασανιστικά ήρεμη ροή του Ευφράτη λίγο πριν το χάραμα, τον παρέσερνε σε περίεργες αναζητήσεις πίσω από τα γράμματα της μοίρας. Πέρα από το πεπρωμένο.

Γύρισε το κεφάλι του προς την ανατολή για να προσδιορίσει το χρόνο. Κάθε πρωί, αυτή την ώρα, περνούσε για έλεγχο του δρομολογίου η μηχανοκίνητη περίπολος του αμερικάνικου στρατού που προστάτευε τα επιχειρηματικά συμφέροντα της υπερδύναμης στη Μέση Ανατολή. Αμέσως μετά, ακολουθούσε το φορτηγό της εταιρείας, που μάζευε στην ξέσκεπη καρότσα του τους ντόπιους εργάτες, για να τους μεταφέρει στις πετρελαιοπηγές της βόρειας όχθης. Του έμενε ακόμα λίγος χρόνος να ονειρευτεί έναν καινούριο κόσμο, δίκαιο.

Είχε βυθιστεί για τα καλά στις σκέψεις του ο Χασάν, όταν τον πλησίασε από πίσω μια γυναικεία φιγούρα.

– Για σένα είμαι εδώ Χασάν, του αποκρίθηκε. Ξέρω ότι σου τρώνε το ψωμί τ’ αφεντικά σου και ότι το κεμέρι σου είναι άδειο. Αλλά έμαθα ότι είσαι καλός άνθρωπος και ήρθα να σε βοηθήσω!
Η γυναίκα ήταν καλοφτιαγμένη, ντυμένη με ρούχα ευρωπαϊκά. Ο Χασάν την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Είχε μάθει από παιδί να αναγνωρίζει την ομορφιά και τον χαρακτήρα των γυναικών, μέσα από το σχήμα και την έκφραση των ματιών τους. Θαμπώθηκε όμως από το βαθύ γαλάζιο χρώμα των ματιών αυτής της γυναίκας κι απόμεινε για λίγο σαστισμένος. Ύστερα ρώτησε, πιότερο από περιέργεια, πώς και ήξερε το όνομά του και πώς τη λέγανε την ίδια.

– Δεν έχει σημασία το όνομά μου, του απάντησε εκείνη ψυχρά. Πες ότι είμαι ένα ουρί του παραδείσου, που έστειλε ο Αλλάχ για να σε βοηθήσει. Ξέρω πως εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους και πως θέλεις να αλλάξεις τη μοίρα του κόσμου.

Μα, εγώ, απάντησε δειλά ο Χασάν, δεν θέλω να αλλάξω τον κόσμο, δεν είμαι ο Σεβάχ, είμαι ένας απλός εργάτης των πετρελαιοπηγών και το μόνο που θέλω είναι να αλλάξω τη δική μου μοίρα. Θέλω να ταξιδέψω μακριά από το μουχλιασμένο νερό της ερήμου και να ζήσω όπως ζουν αυτοί που κλέβουν τον πλούτο της γης μου και με εκμεταλλεύονται. Δουλεύω όμως σκληρά και κάποια μέρα θα μαζέψω τα λεφτά για το ταξίδι.

– Σε όλη σου τη ζωή να δουλεύεις κακόμοιρε Χασάν, δεν πρόκειται να τα μαζέψεις τα λεφτά που σου χρειάζονται για να πληρώσεις τους εμπόρους της ελπίδας και να φτάσεις στον προορισμό σου. Ο δρόμος για τη Δύση είναι γεμάτος από δαύτους και σε περιμένουν σαν τα ακράτητα σκυλιά. Εγώ όμως μπορώ να σου τα δώσω τα λεφτά που χρειάζεσαι και τώρα αμέσως μάλιστα. Ορίστε, θα γεμίσω το κεμέρι σου με ευρώ και με δολάρια»!

– Και ποιο θα είναι το αντάλλαγμα που θα ζητήσεις; Παραξενεύτηκε ο Χασάν!

– Εγώ δεν θέλω ανταλλάγματα! Του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη η γυναίκα. Δουλεύω μόνο για την ειρήνη της ψυχής μου. Για να κερδίσω τον δικό μου παράδεισο πάνω στη γη και ίσως και στον ουρανό! Είμαστε μια φιλανθρωπική και ανθρωπιστική οργάνωση που καμιά σχέση δεν έχουμε με κυβερνήσεις. Νοιαζόμαστε μόνο για το καλό και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ελεύθερα όπως οι ίδιοι επιλέγουν, χωρίς να τους χωρίζουν τα σύνορα, οι κοινωνικές διακρίσεις, το χρώμα του δέρματος και οι θρησκείες. Να ζουν κάτω από μια παγκόσμια διακυβέρνηση που θα φροντίζει χωρίς διακρίσεις για το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας απαλλαγμένης από πολέμους και μίση.

Αυτά που λες κυρία μου, είναι ωραία λόγια, είπε ο Χασάν, αλλά μαντάτα άσχημα φτάνουν συνέχεια στ’ αυτιά μου, από κάποιους γνωστούς μου που έφυγαν πριν από πέντε χρόνια με την βοήθεια κάποιων οργανώσεων σαν τη δική σου. Τα πράγματα τα βρήκανε αλλιώς και όχι όπως τους λέγανε. Τους τάξανε μια όμορφη ζωή στη Γερμανία και στη Βόρεια Ευρώπη, αλλά στο δρόμο, άλλοι έχασαν τη ζωή και τα παιδιά τους σε πνιγμούς, και άλλοι σε αρρώστιες. Μάνες ακόμα κλαίνε σήμερα κι οδύρονται, στη σκέψη πως τα βλαστάρια τους που χάσανε στον πηγαιμό για την Ευρώπη, τα κατατεμαχίσανε για εμπόριο οργάνων.

– Και όσοι πάλι τελικά κατάφεραν με χίλια βάσανα και φτάσανε στη Δύση, συνέχισε ο Χασάν, βρέθηκαν σε απόγνωση όταν κόπηκαν τα επιδόματα που έπαιρναν από αυτές τις οργανώσεις και αναγκάστηκαν να εργάζονται σαν δούλοι εθελοντές, σε μαύρη εργασία. Γιατί, όπως οι ίδιες κυβερνήσεις αυτών των χωρών ομολογούν, μόνο ένας στους πέντε πρόσφυγες έχει κοινωνική ασφάλιση και σεβασμό. Και κάποιοι άλλοι ελάχιστοι, γύρισαν πίσω στην πατρίδα με τσακισμένη τη ζωή και τα όνειρα που είχαν.

– Άκου Χασάν, αυτή είναι η πρόταση που έχω εγώ για εσένα. Πάρε άλλα τόσα χρήματα κι εσύ αποφασίζεις! Να, πάρε και τηλέφωνο για να επικοινωνούμε»!

Ο Χασάν, πέρασε το ένα πόδι πάνω στο άλλο σταυρωτά και κάθισε κατάχαμα στην άκρη του ευρωπαϊκού δρόμου, που ταξίδευε παράλληλα με τη ροή του χρήματος και την υποκρισία.

«Κατάντησα δούλος με τη θέλησή μου», αποκρίθηκε καταβεβλημένος, όταν τον ρώτησε ο οδηγός που τον συμμάζεψε. Ύστερα, σκαρφάλωσε σαν το κατσίκι στην καρότσα του ημιφορτηγού, και τράβηξε για την επόμενη διασταύρωση…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.