”… Απάντων τιμιώτερον εστί η Πατρίς” και όχι το κράτος…

Γράφει Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου), Συγγραφέας

Κάνουμε συχνά το λάθος, και το έκανα πρώτη εγώ για χρόνια, να ταυτίζουμε την πατρίδα με το κράτος μας. Είχα μάλιστα την αφέλεια να πιστεύω ότι κράτος είμαστε όλοι οι Έλληνες και η Ελλάδα μαζί, ο τόπος μας, η γη μας, η γη των προγόνων μας.

Άργησα, προφανώς, να συνειδητοποιήσω ότι αυτό – εν καιρώ δημοκρατίας – συνδιαμορφώνεται από τους θεσμούς με κυρίαρχη την εκτελεστική εξουσία δια της οποίας τύποις ”συγκυβερνά” ο λαός μέσω των δημοκρατικά εκλεγμένων εκπροσώπων του, αφού οι καταχρήσεις των εξουσιαστών σε βάρος του, επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο.

Την αφορμή για να διαχωρίσω την πατρίδα από το κράτος, το οποίο μονίμως αναθεματίζουμε για τα χίλια μύρια κακά που συσσώρευσαν στην πλάτη του οι εκάστοτε κυβερνήσεις, μου την έδωσε η χρονιά που πρωτοδίδαξα σε τάξη τους ”Στοχασμούς” στους ”Ελεύθερους Πολιορκημένους” του Διονύσιου Σολωμού.

Τότε πρωτοδιάβασα με άλλη ματιά την αλληγορική ιστορία ενός φυτού (που αρχίζει απ’ τον σπόρο και γυρίζει σ’ αυτόν αφού ολοκληρωθεί οργανικά με τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τα άνθη και τους καρπούς του) το οποίο παραλληλίζεται με την ”μεστή και ωραία δημοκρατία των ιδεών”, οι οποίες παριστάνουν ουσιαστικά τον αισθητικά αόρατο Μονάρχη…

Τότε συνειδητοποίησα και ερμήνευσα για πρώτη φορά το μήνυμα που εκπέμπει ο ποιητής σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα μιας αστικής δημοκρατίας: ότι άλλο Πατρίδα κι άλλο κράτος προσαρμοσμένο στις κομματικές ανάγκες και τα προσωπικά ”πιστεύω” του κάθε κυβερνήτη του. Κι ότι η πατρίδα με την πίστη μαζί είναι ”το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης.”

Αυτό το τελευταίο, βέβαια, ακούγεται κάπως εξωπραγματικό στις μέρες μας, όπου ταιριάζει ”γάντι” ο αποφθεγματικός στίχος του Σεφέρη (από το ποίημά του ”Με τον τρόπο του Γ.Σ”): «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», αν τον προσαρμόσουμε στις κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, με επιπρόσθετο άχθος αυτό της λαθρομετανάστευσης, κατά την πενταετία που διανύουμε.

Μια πενταετία από τις χειρότερες στην κατηφορική πορεία του τόπου, αφού στα δυσώδη φαινόμενα σήψης και διαφθοράς που έλαβαν χώρα επί πολλά χρόνια σ’ αυτόν προστέθηκε και κορυφώθηκε η οικονομική διάλυση του ελληνικού κράτους, που ήταν παράλληλα και αξιακή.

Έτσι η Ελλάδα κατάντησε ”παίγνιο”, ”αποικία” και ”ζήτουλας” των ισχυρών της Γης ”φίλων” και ”συμμάχων”, που την ποδηγετούν σχεδόν πάντα κατά τα δικά τους συμφέροντα.

”Και ο λαός τι κάνει; Δεν αντιδρά;”, θα αναρωτιέστε με το δίκιο σας όλοι.

Ο λαός, θα σας έλεγα, έμαθε να κάνει κατά το παρελθόν και συνεχίζει να κάνει και τώρα ό,τι και η πατρίδα: να κοιμάται… Γιατί η πατρίδα κοιμάται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μην έχετε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.

Κι όταν ακόμα είναι ξύπνια παρακολουθώντας ως δανειοσυντήρητη και κατατρομαγμένη ικέτης τον νεο-Οθωμανό ”σουλτάνο” να την απειλεί εξ Ανατολών, δε βρίσκει κανέναν να στηρίξει την αντίδρασή της.
Γιατί οι περισσότεροι Έλληνες, τα παιδιά της, γίνονται παρακολούθημα των κυβερνώντων τους και, είτε αντιδρούν πανικόβλητοι σκύβοντας το κεφάλι στη μοίρα, είτε της γυρίζουν την πλάτη στη μεγάλη πλειοψηφία τους, για να ασχοληθούν με την προσωπική ευδοκίμησή του.

Υπάρχει βέβαια, και η μερίδα των Ελλήνων εκείνων (που δυστυχώς αυξάνονται προοδευτικά), οι οποίοι δείχνουν να μην την αγαπούν. αλλά αντίθετα να την υπονομεύουν συστηματικά και δόλια, αφού λειτουργούν σε βάρος των συμφερόντων της και προς όφελος των εχθρών της.

Κοντά σ’ αυτούς που δεν τη συμπονούν και δεν τη σέβονται είναι και πλήθος υπαλλήλων του Δημοσίου, του ελληνικού κράτους, που έχουν καταλάβει δια της πλαγίας των κομματικών ταυτοτήτων χιλιάδες θέσεις αναξιοκρατικά και υποσκάπτουν εκ των ένδον την πατρίδα μας.

Την υποσκάπτουν είτε δια της αργομισθίας τους είτε δια της συμμετοχής τους σε μικρά ή μεγαλύτερα σκάνδαλα, που – μαζί με εκείνα των εκάστοτε κυβερνώντων – μετέτρεψαν ήδη το ελληνικό κράτος σε κράτος της μίζας και της αρπαχτής, ξένο προς τα εθνικά χαρακτηριστικά της πατρίδας.

Κι αυτό ήταν πολύ εύκολο να συμβεί, αφού ο λαός μας αναδείκνυε τις περισσότερες φορές στην εκτελεστική εξουσία – λόγω πολιτικής ανωριμότητας – τους πιο ακατάλληλους κυβερνήτες, που με τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό τους του έπαιρναν τα μυαλά τροφοδοτώντας τα ελαττώματά του αντί για τα προτερήματα.

Πρωθυπουργούς με χαλαρή εθνική συνείδηση, που – αντί να ενισχύσουν τα θεμέλια της πατρίδας, τα υπέσκαπταν με κινήσεις υπονόμευσης του εθνικού και κοινωνικού ιστού της, λες και ο τόπος μας – τόπος ποτισμένος με αίμα ηρώων – είναι τ’ αμπελοχώραφό τους και δικαιούνται να το εκποιήσουν ή να το ανταλλάξουν προς ίδιον όφελος…

Όμως ο τόπος αυτός ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΝΗΚΕΙ!!!.. ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ!!!.. Ας μην περιμένουν, λοιπόν, οι διάφοροι τυχοδιώκτες και προικοθήρες της γης μας – κυβερνήτες και κυβερνώμενοι – να την εκμεταλλευτούν, τη στιγμή που χρωστάμε τη διαιώνισή της στους πατέρες μας και έχουμε χρέος απέναντί τους και απέναντι στα αγέννητα παιδιά των μελλοντικών γενεών μας να την αθανατίσουμε.

Για να επιβεβαιωθεί και ο επίκαιρος πάντα λόγος του ποιητή (Κ. Παλαμά): ”Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθουνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι , οι νεκροί…” Που σημαίνει πως, σαν παιδιά της μητέρας πατρίδας, έχουμε ηθική υποχρέωση να περιφρουρήσουμε την ακεραιότητά της.

Να την περιφρουρήσουμε, όχι να την απαρνηθούμε!!!. Γιατί και η πιο μακρινή παρουσία της (ένας βράχος, μια νησίδα άγονης γραμμής μ’ ένα ερημικό ξωκκλήσι και έναν φάρο) είναι κληροδοτήματα πολύτιμα που οφείλουμε να τα κρατήσουμε δικά μας για λόγους καρδιακούς, εθνικούς, προαιώνιους.

Η πατρίδα κι όχι το κράτος του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ ή του ΣΥΡΙΖΑ μάς έδωσε δανεικά τα χρυσάφια και τα ασήμια της κι εμείς αντί να τα αυγατίσουμε με τις χαμένες πατρίδες, κοιτάμε πώς θα τα εκποιήσουμε στους ανθέλληνες που μας περιτριγυρίζουν…

– Δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ, /
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, / αν δεν ήταν πίσω μας λίκνα και τάφοι που
μουρμουρίζουν / αν δεν ήταν άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα / μέτωπα,
κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού / να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το
πνεύμα του…”, λέει στο ποίημά του για την πατρίδα ” «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο», ο ”ποιητής της ειρήνης” Νικηφόρος Βρεττάκος, που πολέμησε γι’ αυτήν στον πόλεμο του ’40.

Για την αξιοπρέπεια αυτής της πατρίδας που ήταν και δική μας αξιοπρέπεια δεχτήκαμε να υποστούμε την τελευταία δεκαετία τις θυσίες που υποστήκαμε, κι ας μην ήταν δίκαιες αυτές στη μεγάλη τους πλειοψηφία. Γι’ αυτήν και για τους προγόνους μας, που ελεεινολογούν από ‘κει ψηλά την κατάντια της και την κατάντια μας, αξίζει ν’ αγωνιστούμε και να θυσιαστούμε υπερασπιζόμενοι τη Μακεδονία ΜΑΣ, το Αιγαίο ΜΑΣ και τη Θράκη ΜΑΣ!!!..

Αξίζει να εξοστρακίσουμε για πάντα από την καρδιά μας αυτούς που την πούλησαν καγχάζοντας την επιτυχία τους. Αυτούς που γέμισαν τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας της με προκλητικές αναλήθειες και προπαγανδιστικές ανοησίες. Αυτούς που προσπάθησαν να την ξαναγράψουν εθνομηδενιστικά παίρνοντας το μέρος των εχθρών της, με όπλο τις επιστημονικοφανείς θεωρίες τους. Αυτούς που λοιδόρησαν την πίστη της και απαξίωσαν τις αρχές της…

Για όλα αυτά που αντιπροσωπεύει για μας η πατρίδα πρέπει να αγωνιστούμε από κοινού εμείς οι Έλληνες, για να τα διασφαλίσουμε από τους επιβουλείς της.

Γιατί, όπως έλεγε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ”… τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. ‟

” Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί…”

Και προς Θεού, ας μην τα βάζουμε με την πατρίδα, αν το άδικο και γραφειοκρατικό ελληνικό κράτος γεμίζει την καρδιά μας με πίκρα και καταφρόνια. Όσο κι αν την κάναν αγνώριστη οι εκπρόσωποι των ξένων συμφερόντων σ’ αυτήν, όσο κι αν τη λεηλάτησαν κάποιοι πολίτες και πολιτικοί μας, ένα είναι βέβαιο: ότι”… απάντων τιμιώτερον εστί η Πατρίς” κι όχι το κράτος…

Γι’ αυτό οφείλουμε να την αγαπάμε, να την τιμάμε και να πολεμάμε υπέρ των βωμών και των εστιών της κι όχι να καίμε τα καθαγιασμένα της σύμβολα, να διαστρεβλώνουμε την ιστορία της, να απαξιώνουμε τους ήρωές της και να μην μεταγγίζουμε στη νεολαία της τις προαιώνιες αρχές και αξίες της.

Αν καταφέρουμε να τη στηρίξουμε στα πόδια της μια και καλή, αν την κάνουμε να ανθίσει και να καρποφορήσει, τότε θα είναι σαν να δίνουμε το φιλί της ζωής στον Ελληνισμό όπου Γης, που ελπίζει στη συνδρομή μας χωρίς ανταμοιβή και πληρωμή, για να επιζήσει…

Μια σκέψη σχετικά μέ το “”… Απάντων τιμιώτερον εστί η Πατρίς” και όχι το κράτος…

  • 14/01/2020, 22:33
    Permalink

    Συνοπτικά
    Το Κράτος παραπέμπει στην διαχείριση των λειτουργικών κανόνων μιας κοινότητας ανθρώπων.
    Η Πατρίδα είναι η αγαπημένη όλων που την παρέδωσαν πρόγονοι στους απογόνους, οι οποίοι οφείλουν να την προσέχουν και να την φροντίζουν. Είναι πιο γενική έννοια.
    Η Εξουσία, είναι λίγο πιο απεχθής έννοια, αναγκαία όμως για τη λειτουργία του Κράτους που μπορεί και πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των υπηκόων του.

    Σχολιάστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.