Απ’ το χάσμα των γενεών στο χάσμα ”τροφίμων της καραντίνας”…

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ακόμα έχω τη μυρωδιά της στα ρουθούνια μου. Τη μυρωδιά της συχωρεμένης της γιαγιάς μου, που κουβαλούσε επάνω της – κάθε που ερχόταν στο σπίτι μας για τις μέρες του Πάσχα – ξεχασμένες, νοσταλγικές μυρωδιές, που έκρυβαν μυστικά ανεκτίμητης αξίας.

Μυστικά που κουβαλούσε στις αποσκευές της και της είχαν παραδοθεί απ’ την μάνα της και την πεθερά της. Φοβερές λιχουδιές και ζυμώματα με αρώματα μοναδικά, αξέχαστα, που τρυπούσαν τη μύτη και γίνονταν ένα με το δικό της, έτσι που όλο το σπίτι να μυρίζει ”γιαγιά”.

Εκείνες οι βουνίσιες αγροτικές μυρωδιές που κουβαλούσαν τον αέρα της Μακεδονίας συντηρούσαν μοναδικά τις πατροπαράδοτες συνήθειες των Ποντίων της αγροτικής τάξης και προσαρμόζονταν θαυμάσια στις δικές μας της μεσοαστικής, έτσι που τις είχαμε εντάξει στον άξονα της κύριας διατροφής μας.

Ακόμα έχω στο στόμα μου τη γεύση πολλών απ’ τα γιαγιαδίστικα μαγειρέματα των παιδικών μου χρόνων, που έδιναν άλλο χρώμα στο Πάσχα μας: το γεμιστό τσουρέκι με καρύδι και παπαρουνόσπορο, τα πιροσκί με ”οφτό” ψιλοκομμένο κρέας ή όσπρια, τα μαντί, τα ωτία, οι λαλαγγίτες, το γιαουρτλού με αρνίσιο κιμά, τα βαρένικα, ο τανομένος σορβάς και το υβριστόν ήταν αυτά που μου έμειναν στο μυαλό απ’ το τραπέζι της Λαμπρής.

Τα άλλα τα καθημερινά (τραχανά, ξερή μακαρίνα, πορτς [λάχανο με χοιρινό], πλιγούρι και χαλβά με αλεύρι) τα είχαμε στην καθημερινότητά μας έτσι κι αλλιώς, όταν φιλοξενούσαμε τη γιαγιά μας στο σπίτι, καθώς η μητέρα έκαμνε ελάχιστα απ’ αυτά λόγω του φόρτου εργασίας της (δασκάλα με διπλοβάρδια, συμπεριλαμβανομένου και του Σαββάτου) και της πίστης της στην μαγειρική της μεσοαστικής τάξης.

Εκείνες οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κοντά στη συχωρεμένη γιαγιά μου αναβίωσαν με συγκίνηση στο μυαλό μου ένα μήνα πριν – στη γιορτή της εθνικής μας παλιγγενεσίας – όταν είδα απ’ την οθόνη της τηλεόρασης να ξεπροβάλει μπροστά μου η εικόνα ηλικιωμένων γυναικών απ’ τη Δαμασκηνιά Κοζάνης, που είχαν μπει σε αναγκαστική καραντίνα λόγω κρουσμάτων του κορονοϊού στο χωριό τους.

Οι γλυκές αναμνήσεις του παρελθόντος ζωντάνεψαν ξαφνικά μέσα μου και μου ράγισαν ασυναίσθητα την καρδιά, στη σκέψη της σύγκρισης του χθες με το σήμερα, του άλλοτε με το τώρα. Οι γλυκιές καλοσυνάτες φιγούρες, που έδειχναν να ‘ναι βγαλμένες από σκηνικό μιας άλλης εποχής. έμεναν υποχρεωτικά ”κλειδωμένες” στα σπίτια τους λόγω των κρουσμάτων κορονεϊού στο χωριό τους.

Οι γιαγιαδίστικες συνταγές με τα μικρά ή μεγάλα μυστικά τους πέταξαν μαγικά απ’ το παράθυρο κουβαλώντας μαζί τους τις μυρωδιές της κουζίνας μας απ’ τα ψητά και τα τηγανητά της γιαγιάς μου, τους λουκουμάδες, τους χαλβάδες και τα ανατολίτικα κατιμέρια γεμιστά με τυρί, μαζί με τις εικόνες απ’ τα βουτυρωμένα της δάχτυλα και τα στρωμένα με ολόασπρα τραπεζομάντηλα τραπέζια.

Το ζωντανό, εύθυμο και λαϊκό μοτίβο των ηλικιωμένων της παλιάς εποχής έδωσε τη θέση του στη θλιβερή εικόνα των ημερών μας, που την προκάλεσε η φοβερή πανδημία του κορονοϊού. Γιαγιάδες και παππούδες θετικοί σε αυτόν χαιρετούσαν τα εγγόνια τους απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους ή των νοσοκομείων όπου νοσηλεύονται, χωρίς να μπορούν να τα αγκαλιάσουν.

– Ναι, φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Έχω πίστη όμως και ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει…, έλεγε μια από τις γυναίκες με μάτια που γυάλιζαν πυρετικά έτοιμα να ξεχειλίσουν.

Συγκινούμαι και τις φαντάζομαι ασυναίσθητα να ξενυχτούν στα παράθυρα τα βράδια και να μιλούν στο φεγγάρι, που τις κρατάει παρέα ως το πρωί.

”Θα τρέχουν δάκρυα απ’ τα αρρωστημένα τους μάτια”, σκέφτομαι, ”καθώς θα φέρνουν ξανά και ξανά στο μυαλό τους τις ώρες του αποχωρισμού απ’ τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μα πιο πολύ απ’ το φόβο πως δε θα τα ξαναδούν…”

Δε θα τα ξαναδούν γιατί ο ιός είναι φονιάς ειδικά για τους ηλικιωμένους, που αντί να καταναλώνουν τον χρόνο τους σε δράσεις δημιουργικές και να ενισχύουν το αίσθημα της αυτάρκειας και της κοινωνικής συμμετοχής τους, μένουν εσώκλειστοι κι αποκλεισμένοι, δέσμιοι της αρρώστιας τους, των αρνητικών συναισθημάτων και των ψυχοπιεστικών σκέψεων.

– ”…Το πνεύμα της εθελοντικής προσφοράς ενισχύθηκε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού και αυτό αποτελεί παρακαταθήκη που πρέπει να διαφυλαχθεί…Νομίζω ότι εγκαθιδρύεται στη χώρα μια νέα κουλτούρα εθελοντισμού, η οποία θα είναι πολύ ωφέλιμη και στην επόμενη φάση, εξόδου από την κρίση…”, δήλωσε – μεταξύ άλλων – χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και της ΟΝΝΕΔ.

Φέρνω στον νου μου τα χρόνια της κρίσης, όπου είχαν επιστρατευτεί στον εθελοντισμό οι παππούδες και οι γιαγιάδες πολλών οικογενειών με συμμετοχή στα συσσίτια κοινωνικής πρόνοιας για τους αδύναμους συμπολίτες μας, οι οποίοι υπέμεναν βαρύτερα από τους άλλους το άχθος των μνημονίων.

Τώρα οι ίδιοι άνθρωποι, πολύ πιθανόν, υποφέρουν σιωπηλά κάπου, φοβισμένοι και απομονωμένοι, ξέροντας πως αν κλείσει πίσω τους η πόρτα του νοσοκομείου – σε περίπτωση που αρρωστήσουν – θα είναι σαν να κλείνει η πόρτα προς τη ζωή, αφού υπάρχει το ενδεχόμενο να γίνει αυτό που γίνεται σ’ άλλες χώρες, αν ξεφύγει ο έλεγχος της διασποράς του ιού.

Να προτιμώνται δηλαδή στις ΜΕΘ από τους γιατρούς οι νεότερης ηλικίας άνθρωποι, που έχουν και τις μεγαλύτερες αντοχές για να ζήσουν, αν μπουν σε μηχανική υποστήριξη ως ασθενείς του κορονοϊού. Κάτι που γίνεται ήδη στην Ισπανία, όπως μας διαβεβαίωσε πρόσφατα ένα εξαίρετο άρθρο της εφημερίδας ”El Pais”, που είδε το φως της δημοσιότητας με τίτλο ”Ηλικιωμένοι πεθαίνουν από φόβο”.

Να γιατί επιλέγεται προληπτικά γι’ αυτούς και στη χώρα μας η ”καραντίνα διαρκείας”. Αν και αυτή η επιλογή έχει και τα διλήμματά της, που πρέπει να αξιολογηθούν και να απαντηθούν. Έτσι, για παράδειγμα, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν αφήναμε αβοήθητους και εσώκλειστους στα κλουβιά των διαμερισμάτων ή στα ανήλιαγα δωμάτια των νοσοκομείων Ειδικών Λοιμώξεων τους γιους και τις κόρες μας με την ίδια ευκολία που αφήνουμε τους γονείς και τους παππούδες μας.

Αν δεχόμασταν ως εύκολα θύματα καραντίνας – λόγω της ασύμμετρης απειλής του Covid 19 κατά της κοινωνίας μας – τα ίδια τα παιδιά μας, αντί των ηλικιωμένων που μας έφεραν στη ζωή και γίνονται έρμαιο τώρα στα χέρια των πρωταγωνιστών του ακήρυχτου πολέμου. Των πρωταγωνιστών γιατρών που θα αποφασίσουν πιθανόν αύριο αν τους κρατήσουν στη ζωή ή όχι, με βάση τις πιθανότητες να επιβιώσουν.

Αν προσμετράται ως πράξη ανθρωπιστική και αλληλέγγυα η επιλογή να πεταχτούν στον καιάδα της απομόνωσης και εγκατάλειψης – αφήνοντας να καρπώνονται τις συντάξεις τους τα παιδιά τους – τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας μας, οι γηραιοί και ανήμποροι της ζωής, που δοκιμάζονται εντονότερα απ’ τους άλλους.

Όμως ο χρόνος είναι αμείλικτος για όλους, έτσι που να ισχύει απαρέγκλιτα η λαϊκή θυμοσοφία: ”Εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις…”. Που πάει να πει πως η φθορά χτυπάει αργά ή γρήγορα την πόρτα όλων μας και γι’ αυτό η δικτατορία των νιάτων είναι πρόσκαιρη και ανεδαφική.

Κι αυτό γιατί, απ’ την μια στιγμή στην άλλη, μπορεί να βγάλει στην εφεδρεία έναν μεσήλικα που ήταν νιόβγαλτος και ελπιδοφόρος ως χθες, επειδή ”πρόκαμε” και συμπλήρωσε κύκλους ζωής και χιλιόμετρα πιο πολλά απ’ τους άλλους, πράγμα που τον καταδίκασε σήμερα στο να συγκαταλέγεται στους ”τρόφιμους καραντίνας” και υποψήφιους προς αποδόμηση εις Κύριον…

Το αυτοσχέδιο καινούριο εθιμοτυπικό που σκέπτονται να βάλουν κάποιοι σε εφαρμογή κι εδώ στην Ελλάδα με στόχο την δια της βίας απόσυρσης από τη ζωή των ηλικιωμένων συμπολιτών μας, βάσει του αιτιολογικού ότι ”ο ιός χτυπάει καίρια της μεγάλες ηλικίες αφήνοντας αλώβητες σχεδόν τις νεότερες”, θα γυρίσει μπούμερανγκ ασφαλώς στους εμπνευστές του.

Και θα γίνει αυτό γιατί θα μετατρέψει το χάσμα των γενεών σε χάσμα αλληλοεξόντωσης μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ”τροφίμων” της καραντίνας, με επικράτηση τελικά του ισχυρότερου έναντι του ασθενέστερου και θύματα τα άτομα της τρίτης ηλικίας στα οποία η Πολιτεία οφείλει να δείξει τουλάχιστον τον σεβασμό και την ανθρωπιά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.