Αντέχουμε;

Γράφει ο Γιάννης Πήλιουρας, Διεθνολόγος

Η παρούσα περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί χωρίς δεύτερη σκέψη η πιο δύσκολη όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και άμυνα της χώρας μας μετά από πολλά χρόνια. Έχουμε διαβάσει χιλιάδες άρθρα και αναλύσεις από ειδικούς και μη για το στρατηγικό παίγνιο του Ερντογάν και το πως πρέπει να το αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τα αμφισβητήσουμε αν θέλουμε να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα που κάνει πάντα ο επικεφαλής ενός κρατικού δρώντος: Αντέχουμε;

Ελληνική Οικονομία ο μεγάλος ασθενής

Η Τουρκία βρίσκεται από θέση ισχύος στο τομέα της οικονομίας. Παρά τα τεράστια χρέη που δημιουργεί και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει λόγω της υποτίμησης της τουρκικής λίρας και του καλπασμού του πληθωρισμού, η τουρκική οικονομία διαθέτει ακόμα τις οικονομικές δυνατότητες να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε παραπάνω από ένα μέτωπο.

Την ίδια ώρα η ελληνική οικονομία δεν έχει τα εχέγγυα μιας βιώσιμης πορείας αφού το πρόγραμμα δανειοδότησης λήγει το καλοκαίρι και το μέλλον της θα κριθεί από τις «αγορές» και τις διακυμάνσεις τους. Η προστασία του σκληρού ευρώ πληρώνεται αδρά από το μικρό ελληνικό κράτος και δημιουργεί συγκεκριμένες απαιτήσεις οι οποίες λόγω του υπέρογκου χρέους απαγορεύουν την όποια σκέψη για αστάθεια.

Με το δεδομένο λοιπόν της οικονομίας, η ένταση στην περιοχή μας δημιουργεί εξ ορισμού σοβαρό πρόβλημα στην ελληνική οικονομία που η έκταση του δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια.

Ελληνικές Στρατιωτικές δυνατότητες: Ποιότητα έναντι Εμπειρίας και Ποσότητας

Ο Ελληνικός Στρατός και το αξιόμαχό του έχουν μπει στο επίκεντρο των συζητήσεων για το αν και κατά πόσο μπορούν να ανατρέψουν την ισορροπία ισχύος έναντι του τουρκικού κινδύνου. Παρά την κρίση και την απώλεια κρίσιμου χρόνου για την αναβάθμιση των μέσων αποτροπής, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν τη μοναδική πραγματική ασπίδα έναντι των προκλήσεων της τουρκικής πλευράς.

Η ποιότητα των στρατιωτικών μας μέσων και η εκπαίδευση του προσωπικού είναι τα αντίβαρα στην ποσότητα του τουρκικού στρατού ο οποίος τα τελευταία χρόνια επένδυσε στην εγχώρια τουρκική πολεμική βιομηχανία και έχει αρκετό απόθεμα διαθέσιμο για χρήση. Παράλληλα, ο Τουρκικός Στρατός διαθέτει και την ανάλογη εμπειρία από συγκεκριμένες πολεμικές επιχειρήσεις σε πεδία μαχών τόσο στη Συρία όσο και στο Β. Ιράκ. Κανένα όμως απ’ αυτά τα δυο πεδία δεν είναι το ίδιο με την αντιμετώπιση στο πεδίο ενός τακτικού ΝΑΤΟϊκού στρατού με σύγχρονα πτητικά, ναυτικά και επίγεια μέσα όπως του Ελληνικού.

Συμμαχίες: Πραγματικές ή Προφορικές;

Πολύς λόγος γίνεται επίσης για τις συμμαχικές δεσμεύσεις που έχει η Ελλάδα και το κατά πόσο μπορούν να βοηθήσουν σε πραγματικό χρόνο την Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Οι προφορικές καταδίκες της στάσης της Τουρκίας από Ευρωπαίους αξιωματούχους σίγουρα δεν αρκούν την ώρα που ο κίνδυνος είναι υπαρκτός για ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ε.Ε., η διακριτική μεταχείριση της Τουρκίας είναι πασιφανής, όταν από την άλλη μεριά, σε αντίστοιχες απειλές τα ανατολικά κράτη της Ε.Ε. δέχτηκαν γενναιόδωρη υποστήριξη και μέτρα οικονομικής φύσεως έναντι της Ρωσίας. Αυτή η αναντιστοιχία φανερώνει την αδυναμία της Ε.Ε. να καταστεί αλληλέγγυα σε ένα κράτος-μέλος, αποδεικνύοντας για ακόμα μια φορά ότι τα ισχυρά κράτη-μέλη επιτάσσουν τις πολιτικές και όχι η Ένωση ως όλον.

Στην περίπτωση του ΝΑΤΟ, τα πράγματα περιπλέκονται, εφόσον έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος-μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Παρά τις πολύ τεταμένες σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, η Τουρκία παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια του παζλ για την Συμμαχία για το μέλλον της περιοχής. Οι επιπλοκές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχουν την ίδια αξία για τους «συμμάχους» όσο το μέλλον της Συρίας και ο νέος χάρτης στη Μέση Ανατολή.

Παρόλα αυτά, η κοινή γνώμη οφείλει να κατανοήσει ότι οι συμμαχίες στις οποίες με τόσο κόπο καταφέραμε να εισχωρήσουμε είναι η δικλείδα ασφαλείας για την όποια πίεση μπορεί να δεχτεί ο εκάστοτε αντίπαλος της χώρας. Το βλέπουμε στο Σκοπιανό, το βλέπουμε με την Κύπρο αλλά και αλλού.

Ψυχολογία: Ο τουρκικός τίγρης και το ελληνικό γατί

Η προπαγάνδα της τουρκικής πλευράς έναντι της ελληνικής είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής προσέγγισης και προτεραιοτήτων. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στην προώθηση ενός δυναμικού προφίλ ηγέτη που θα φέρει στρατιωτικές νίκες στην Τουρκία και θα την καταστήσει περιφερειακό ηγεμόνα τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Οι δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων, οι εικόνες με παιδάκια-στρατιώτες, η στολή Ερντογάν, ακόμα και η κίνηση χαιρετισμού του, υποδηλώνουν την τουρκική υπεροχή.

Σε αυτό το σκηνικό, το οποίο βιώσαμε στο πετσί μας κατά την επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Αθήνα, η ελληνική πλευρά μοιάζει με μια κακοκουρδισμένη μουσική κούκλα αφού οι αντίθετες δηλώσεις και εικόνες από την ελληνική κυβέρνηση (τον Πάνο Καμμένο να προκαλεί και τον Νίκο Κοτζιά να μας υπενθυμίζει ότι το 1922 χάσαμε τον πόλεμο) δημιουργούν ένα κοκτέηλ ανασφάλειας για τον Έλληνα πολίτη-παρατηρητή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόσφατο περιστατικό σύλληψης και κράτησης των δυο Ελλήνων στρατιωτών, που τρόμαξε τους Έλληνες. Οι εικόνες και τα βίντεο των δεμένων με χειροπέδες Ελλήνων που σέρνονται κυριολεκτικά, καλυμμένοι από την τουρκική χωροφυλακή, έπαιξαν ξανά και ξανά στις τηλεοράσεις μας, με τα ελληνικά ΜΜΕ να παρουσιάζουν την τουρκική εκδοχή, αφού η ελληνική πλευρά τηρούσε σιγή ασυρμάτου!

Με τα παραπάνω δεδομένα, η ελληνική ψυχολογία, ένας κρίσιμος παράγοντας για την εξέλιξη της ελληνοτουρκικής σχέσης, είναι στο ναδίρ.

Εν κατακλείδι, στο ερώτημα αν Αντέχουμε, καλούμαστε να απαντήσουμε ο καθένας ξεχωριστά έχοντας υπόψη τα παραπάνω. Θα έπρεπε όμως πρώτοι να αναρωτηθούν οι διαχειριστές της Ελληνικής Κυβέρνησης. Γιατί οι μέχρι τώρα κινήσεις τους δείχνουν ότι δεν το έχουν σκεφτεί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *