Η ανακοίνωση που δε θα έβγαινε αν δεν πίεζε η βάση

Γράφει ο Σπαρτιάτης

Δεν έχει περάσει ούτε ένας χρόνος από την εσωκομματική αναταραχή που προκάλεσε στη ΝΔ η αντικομμουνιστική δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη, ότι «σε άλλες χώρες αν πεις ότι είσαι κομμουνιστής μπαίνεις φυλακή και εδώ τους έχουμε να κυβερνάνε».

O ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς έσπευσαν να επιτεθούν στη ΝΔ για τις απόψεις του αντιπροέδρου της, ενώ ανάλογη στάση κράτησαν και οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Κυριάκου Μητσοτάκη, που βρήκαν μια ευκαιρία να διαφοροποιηθούν από την ηγεσία και είτε τοποθετήθηκαν δημόσια (πχ Τζιτζικώστας) είτε έκαναν γνωστή τη δυσαρέσκειά τους και ζήτησαν να αποσυρθεί η δήλωση (Μειμαράκης, Δένδιας κα).

Από τον αντιπρόεδρο του κόμματος έσπευσε να διαφοροποιηθεί και ο τότε εκπρόσωπος τύπου Γιώργος Κουμουτσάκος, εκφράζοντας ως εκ της ιδιότητάς του την επίσημη γραμμή του κόμματος. Ο τελευταίος μάλιστα έσπευσε να υπενθυμίσει ότι η αντίληψη της ΝΔ ήταν διαχρονικά εναντίον της θεώρησης του κομμουνισμού ως εγκληματικής ιδεολογίας, και αυτό είχε εκφραστεί και επισήμως σε σχετική ψηφοφορία στο Ευρωκοινοβούλιο το 2009! Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν τοποθετήθηκε επισήμως, είναι γνωστό όμως πως ζήτησε να κλείσει άμεσα το ζήτημα καθώς δημιουργούσε πρόβλημα στη στρατηγική προσέγγισης του κέντρου και της κεντροαριστεράς. Με τον τρόπο αυτό θεωρήθηκε ότι πήρε διακριτική θέση εναντίον του αντιπροέδρου του, χωρίς όμως να τον «αδειάσει». Εν τέλει και ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης αναγκάστηκε να ανασκευάσει-διευκρινίσει τη δήλωσή του.

Παρόλα αυτά είχε προκύψει ένα μείζον πρόβλημα με τη στάση της ηγεσίας. Ήταν φανερό πως βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία με τη βάση. Τόσο οι αντιδράσεις πολιτών και στελεχών στα social media όσο και η γενική αίσθηση που έβγαινε από τη στάση του κόσμου ήταν πως η πλειοψηφία της βάσης βρισκόταν πιο κοντά στις σκληρές θέσεις του Άδωνι Γεωργιάδη παρά στη μετριοπαθή γραμμή που εκφράστηκε από Κουμουτσάκο, Τζιτζικώστα κοκ. Αυτό μάλιστα δε φαινόταν μόνο σε δεξιούς, αλλά και σε κεντρώους ή φιλελεύθερους. Ο δε εκπρόσωπος τύπου, που πήρε περισσότερο πάνω του το ζήτημα, έγινε δέκτης τόσων επιθέσεων στα social media που αναγκάστηκε να παρέμβει προσωπικά ο Άδωνις Γεωργιάδης ζητώντας να σταματήσουν. Κίνηση την οποία δεν εκτίμησε αναλόγως ο Γιώργος Κουμουτσάκος, για όποιον θυμάται τη στιχομυθία που ακολούθησε στο twitter. Όπως αποδείχτηκε αυτό το επεισόδιο και κυρίως η αγνωμοσύνη που επέδειξε ήταν η χαριστική βολή για τον ίδιο.

Αποτέλεσμα αυτών: Ελάχιστο διάστημα μετά, επ’ ευκαιρία των προγραμματισμένων εσωκομματικών ανακατατάξεων, ο Γιώργος Κουμουτσάκος για τον οποίο έτσι κι αλλιώς υπήρχαν πολλά παράπονα και πλέον ήταν κόκκινο πανί για τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος αποσύρθηκε από τη θέση του εκπροσώπου τύπου και ανέλαβε τον τομέα Εξωτερικών. Στη θέση του μπήκε ο συμπαθέστερος προς τη δεξιά πτέρυγα Βασίλης Κικίλιας. Τότε θεωρήθηκε ότι γράφτηκε ο επίλογος για το θέμα «αντικομμουνισμός» στη ΝΔ.

Τελικά οι εξελίξεις απέδειξαν το αντίθετο. Η επιλογή της κυβέρνησης να μην παραστεί στην εκδήλωση της εσθονικής Προεδρίας της ΕΕ για τα εγκλήματα του κομμουνισμού στην Ευρώπη έκανε τη σχετική συζήτηση να ανοίξει ξανά. Η κυβέρνηση με την κίνηση αυτή προφανώς προσπαθεί να συσπειρώσει το αριστερό της ακροατήριο. Είναι μια κίνηση με έντονο αριστερό συμβολισμό, όπως ήταν το μνημείο στην ΕΡΤ, το μουσείο Μπελογιάννη κοκ. Κατανοητό το κίνητρο της. Πως έπρεπε όμως να αντιδράσει η αξιωματική αντιπολίτευση;

Στην αρχή η ηγεσία του κόμματος επέλεξε τη σιωπή. Δε χρειαζόταν να λάβει θέση στο ζήτημα, δεν ήταν μείζον και ήθελε να αποφύγει αφενός να εξυπηρετήσει το στόχο της κυβέρνησης συσπειρώνοντας το ΣΥΡΙΖΑ, αφετέρου να δυσαρεστήσει τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους που επιχειρεί να προσεγγίσει. Προτίμησε τη σιωπή, παρόλο που τις ίδιες μέρες είχε εκδώσει ανακοίνωση για άλλα ζητήματα (πυρκαγιές, θάνατος Λάσκαρη κα), ως την ασφαλή στάση.

Για άλλη μια φορά ωστόσο η στάση της ανατράπηκε από την αντίδραση της βάσης. Οι απλοί οπαδοί της παράταξης για άλλη μια φορά εκφράστηκαν σφοδρά εναντίον της κυβερνητικής στάσης, επικρίνοντας την επιλογή της να αρνείται ουσιαστικά τη διενέργεια εγκλημάτων από τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ευρώπης και υπενθυμίζοντας την ιστορία του κομμουνισμού. Την ίδια στάση ακολούθησαν και πολλοί φιλικά προσκείμενοι δημοσιογράφοι ή opinion makers. Και το σημαντικότερο, επιθετική θέση στο ζήτημα έσπευσαν να λάβουν και πολλά στελέχη, κατώτερα ή ανώτερα, όπως ο αντιπρόεδρος Άδωνις Γεωργιάδης, ο βουλευτής Αττικής Μάκης Βορίδης, αλλά και ο πρώην πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Σάκης Ιωαννίδης, ο οποίος δεν ανήκει καν στη «δεξιά πτέρυγα»!  Εν ολίγοις ήταν φανερό πως με τη σιωπηρή στάση που επέλεξε η ηγεσία κινδύνευε να βρεθεί πίσω από τις εξελίξεις, αφού όλο το κόμμα, από τους απλούς οπαδούς μέχρι τον αντιπρόεδρο, είχε ήδη τοποθετηθεί με συγκεκριμένη στάση, σε μεγάλο βαθμό ενιαία!

Ακολούθησε η τοποθέτηση της ΟΝΝΕΔ, που εξέδωσε πριν από το κόμμα μια χλιαρή και διπλωματική μεν ανακοίνωση, όπου απέφυγε τη σκληρή σύγκρουση, λαμβάνοντας όμως καθαρή θέση εναντίον της επιλογής της κυβέρνησης.

Πλέον η σιωπή του κόμματος έγινε αντικείμενο διαμαρτυρίας. Το κόμμα έπρεπε να επιλέξει. Η έκδοση ανακοίνωσης καταδίκης της κυβερνητικής επιλογής ενδεχομένως να δυσαρεστούσε κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, την ώρα μάλιστα που η ΔΗΣΥ δεν τοποθετήθηκε πάνω στο ζήτημα, και η λήψη σκληρής θέσης ενδεχομένως να αύξανε τη συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, να εξυπηρετούσε δηλαδή το σκοπό της κυβέρνησης. Από την άλλη αν συνέχιζε να μην παίρνει θέση θα υπήρχε το οξύμωρο φαινόμενο να έχει λάβει θέση όλη η παράταξη εκτός από το επίσημο κόμμα!

Τελικά υιοθετήθηκε μια μέση και συμβιβαστική λύση. Το κόμμα τοποθετήθηκε με επίσημη ανακοίνωση επί του θέματος, καταγγέλλοντας την επιλογή της κυβέρνησης να υποβαθμίσει τα εγκλήματα του κομμουνισμού ως ανιστόρητη και αντίθετη με τα συμφέροντα της χώρας, αλλά και ως αντιφατική με τη συνολική πολιτική της. Ήταν η κατεύθυνση  ζητούσε όχι μόνο η δεξιά πτέρυγα αλλά και η πλειοψηφία της βάσης και των στελεχών, και είχε ήδη φανεί. Για να αποφύγει όμως την ενίσχυση της συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε για την ανακοίνωση ύφος και λεξιλόγιο εξόχως αντικειμενικό και μετριοπαθές. Χρησιμοποίησε τον όρο «σταλινισμός» και όχι κομμουνισμός, επιδιώκοντας να καταστήσει τη διαμάχη ιστορική και όχι ιδεολογική, ενώ τόνισε ότι ναζισμός και σταλινισμός δεν είναι το ίδιο, το γεγονός της αντίθεσης τους όμως δεν αναιρεί ότι διαπράχθηκαν εγκλήματα από τα αντίστοιχα καθεστώτα. Γενικότερα διαβάζοντας κανείς το κείμενο αντιλαμβάνεται ότι κάθε λέξη είναι διαλεγμένη και έγινε προσπάθεια συμβιβασμού συμφερόντων.

Ακόμα ωστόσο και αυτή η κουτσουρεμένη και άχρωμη ανακοίνωση αποτελεί βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν, και μάλιστα το πολύ πρόσφατο, όχι το μακρινό. Πριν μόλις μερικούς μήνες ο εκπρόσωπος τύπου δήλωνε υπερήφανα ότι η ΝΔ το 2009 αρνήθηκε να καταδικάσει τα εγκλήματα του κομμουνισμού για να αποφύγει την εξίσωση του με το ναζισμό. Σήμερα ο τότε εκπρόσωπος τύπου είναι πλέον σε άλλη θέση και το κόμμα δεν αντιμετωπίζει το ναζισμό ως πλυντήριο του κομμουνισμού. Είναι αλήθεια πως η στάση του θα μπορούσε να είναι σκληρότερη, ακόμα κι έτσι όμως αποτελεί μια έμπρακτη βελτίωση. Είναι μια κλασική περίπτωση συμβιβασμού ανάμεσα στο στόχο του κόμματος και στις κόκκινες γραμμές της βάσης.

Συμπέρασμα 1: Στη σημερινή εποχή η βάση μπορεί να ασκεί επιρροή μέσω των social media. Το είδαμε να συμβαίνει εμπράκτως τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις. Τα social media είναι πλέον το καλύτερο μέσο διαμόρφωσης καταστάσεων και απόψεων. Δίνουν βήμα στον απλό ψηφοφόρο ανεξάρτητα από ενδιάμεσους, παράγοντες και παραγοντισκους που κοιτούν το προσωπικό τους συμφέρον. Και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αιρετική στάση ή αντίθεση με την ηγεσία. Ακόμα και οι πιο δημοφιλείς ηγέτες πολλές φορές χρειάζονται μια ενημέρωση για τη βούληση αυτών που εκπροσωπούν. Κανείς δε γνωρίζει τα πάντα ανά πάσα στιγμή.

Συμπέρασμα 2: Είναι δεδομένο πως η σημερινή στρατηγική επιλογή της ΝΔ είναι η προσέγγιση των ψηφοφόρων του κέντρου, Και ανεξαρτήτως αν κανείς διαφωνεί με αυτήν είναι δεδομένο πως δεν προκύπτει από ιδεοληψία, έχει λογικές βάσεις. Ακόμα κι έτσι όμως η προσέγγιση με το χώρο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει συμβιβασμούς σε πολιτικά, όχι όμως σε ιστορικά ή αξιακά ζητήματα. Οι διαφορές είναι θεμιτές, το παρελθόν όμως και οι αξίες δεν αλλάζουν. Καλές οι συνεργασίες, καλές οι συμφωνίες, δεν προϋποθέτουν όμως ταύτιση. Η διατήρηση της ταυτότητας της παράταξης είναι αναγκαία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *