Ανάγκη μεταρρυθμίσεων στη διοίκηση της Εκκλησίας

Γράφει ο Νικήτας Αποστόλου, πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ

Στις 14 Μαρτίου η Βουλή αποφάσισε μεταξύ των άλλων διατάξεων την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος με 156 ψήφους. Μετά από αυτό το αποτέλεσμα, η ρεαλιστική πρόβλεψη είναι ότι στην επόμενη βουλή αποκλείεται το άρθρο αυτό να αναθεωρηθεί με βάση τα δημοσκοπικά δεδομένα της δύναμης των κομμάτων και την τοποθέτησή τους στο ζήτημα αυτό. Επομένως, για τα επόμενα 6 έως 8 χρόνια το συνταγματικό καθεστώς των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θα ισχύσει ως έχει.

Ένα άλλο ζήτημα όμως που πρέπει να αναδειχθεί και να γίνει αντικείμενο δημόσιου διαλόγου είναι οι ενδεικνυόμενες μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση της Εκκλησίας. Για μένα, η τοποθέτηση στο ζήτημα του εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου της Εκκλησίας συνιστά μια πρόκληση, όντας ταυτόχρονα πολίτης και πιστός και το θεωρώ χρέος μου να εκθέσω την γνώμη μου, προς στους συμπολίτες μου.

Τη διοίκηση της Εκκλησίας ρύθμισε ο νόμος υπ΄ αριθ. 590 του 1977 «Περί του καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ 146 Τεύχος Α΄) και οι διατάξεις του ισχύουν και σήμερα. Με τις διατάξεις του μεταξύ άλλων θεσμοθετήθηκαν τα εξής:

α) Η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Μητροπόλεις, οι Ενορίες, τα Μοναστήρια, είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

β) Ανωτάτη αρχή της Εκκλησίας είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, η οποία συγκροτείται από το σύνολο των Μητροπολιτών και διαρκές διοικητικό όργανό της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, που συγκροτείται από 12 μητροπολίτες. Της Ιεραρχίας και της Ιεράς Συνόδου προεδρεύει ο Αρχιεπίσκοπος.

γ) Καθόρισε τα της διοικητικής διαιρέσεως της Εκκλησίας σε Μητροπόλεις και Ενορίες. δ) Καθόρισε τις διαδικασίες εκλογής Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών.

ε) Συνέστησε για κάθε Μητρόπολη Μητροπολιτικό Συμβούλιο και καθόρισε τις αρμοδιότητες των Μητροπολιτών.

στ) Συνέστησε 12 Συνοδικές Επιτροπές με γνωμοδοτική αρμοδιότητα.

ζ) Καθόρισε τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες όλων των ανωτέρω οργάνων.

Σχετικά με την οργάνωση την λειτουργία και τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο κύτταρο της Εκκλησίας, που είναι η ΕΝΟΡΙΑ, οι διατάξεις του είναι πενιχρές και συγκεκριμένα μόνο οι εξής. Στην παρ. 3 του άρθρου 11 ορίζεται ότι η Ενορία αποτελεί σε κάθε Μητρόπολη υποδιαίρεσή της και ότι κέντρο της είναι ο αντίστοιχος ενοριακός ναός.

Στο άρθρο 30, όπου ρυθμίζεται το θέμα της διαχείρισης των εισφορών των Ιερών Ναών για συντήρηση των Μητροπολιτικών Γραφείων ή άλλων προσόδων της οικείας Μητροπόλεως. Στο άρθρο 36 προσδιορίζονται οι όροι ίδρυσης, συγχωνεύσεως ή καταργήσεvς των Ενοριών και ορίζεται ότι τα θέματα της λειτουργίας τoυς θα καθορίζονται με αποφάσεις Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Στην παρ. 1 του άρθρου 37 όπου ορίζεται ότι «Ο εφημέριος μεριμνά δια την λατρευτικήν και πνευματικήν ζωήν των ενοριτών και δια παν ζήτημα αφορών εις την πνευματικήν και υλικήν πρόοδον της Ενορίας».

Στις διατάξεις του Νόμου αυτού αιωρείται μία καχυποψία για την δυνατότητα αγαθής σχέσης του λαϊκού σώματος της κάθε Ενορίας με το σημερινό Κράτος, όπως αυτό δομήθηκε από το 1821 μέχρι σήμερα. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κατοχυρώνει πλήρως τον συγκεντρωτισμό της διοίκησης των νομικών προσώ-πων της Εκκλησίας στο πρόσωπο των Μητροπολιτών και και ουδεμία αρμοδιότητα δεν θεσπίζει που να αναφέρεται σε όργανα της ΕΝΟΡΙΑΣ που είναι το συλλογικό κύτταρο της Εκκλησίας.

Με το αυτό πνεύμα θεσμοθετήθηκαν από την Ιερά Σύνοδο και τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο και οι σχετικοί κανονισμοί. Δυστυχώς και αυτοί αγνοούν παντελώς, τα λαϊκά μέλη της ενορίας, τους πιστούς. Συγκεκριμένα, θεσμοθετούν τα εξής:

Στον κανονισμό «Περί Εφημερίων και Διακόνων» υπ΄ αριθ. 230/2012 (ΦΕΚ 73/Τ.Α.΄ 2012) , στο άρθρο 1 παρ. 5, ορίζεται ως αρμοδιότητα των Εφημερίων του κάθε Ναού η σύνταξη και διατήρηση καταλόγου των ενοριτών της ενορίας των. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΦΕΚ 50/10-4-1997 Τ.Α.), άρθρα 2,5,11 & 13 οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο. Επομένως, για την υλοποίηση της ανωτέρω διάταξης του ανωτέρω κανονισμού, απαιτείται συγκατάθεση και ενημέρωση του «υποκειμένου», δηλαδή ατομικά του κάθε ενορίτη πιστού Χριστιανού. Άρα ως έχει η διάταξη του Κανονισμού είναι ανεφάρμοστη.

Επίσης στον κανονισμό υπ΄ αριθ. 8/1979 (ΦΕΚ 1 Τ.Α΄1980) ορίζεται μεν ότι η ενορία διοικείται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την αποκλειστική διαχείρισή των εσόδων των Ενοριακών Ναών. Όμως ορίζεται περαιτέρω ότι αυτό συγκροτείται από τον εφημέριο του ναού ως πρόεδρο και δύο ή τέσσερα λαϊκά μέλη, που εκλέγονται και διορίζονται από κατάλογο των ενοριτών από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, με πρόταση του επιχώριου Μητροπολίτη. Περαιτέρω ορίζεται ότι όλες οι πράξεις του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ο έλεγχος νομιμότητας της διαχείρισης των ενοριακών εσόδων ελέγχονται και εγκρίνονται από τον οικείο μητροπολίτη.

Επίσης ότι οι ετήσιοι προϋπολογισμοί και απολογισμοί υποβάλλεται στο μητροπολιτικό συμβούλιο, το οποίο έχει την ευχέρεια να τους εγκρίνει, να τους τροποποιήσει ή ακόμη και να τους ακυρώσει.

Τέλος, είναι παράξενο, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι, εάν το ταμείο του ενοριακού ναού διαθέτει απόθεμα ύψους άνω του τιθέμενου από τον Μητροπολίτη, τότε αυτό πρέπει να κατατεθεί αμελλητί σε τραπεζικό ίδρυμα, όπου θα εκτοκίζεται. (Να θυμίσω εδώ τον λόγο του Πατέρα της Εκκλησίας Γρηγορίου Νήσσης «Κατά τοκιζόντων» και να ρωτήσω τους Μητροπολίτες μας, όταν διάβασαν και ψήφιζαν τον κανονισμό δεν αναλογίσθηκαν ότι είναι σκανδαλώδες συλλογικά όργανα της Εκκλησίας να έχουν έσοδα από τόκους;).

Από τα παραπάνω το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι από την διοίκηση, διαχείριση και δράση της ενορίας τους αποξενώνονται οι ενορίτες και στην ουσία ό,τι υλοποιείται από τις ενορίες είναι προκαθορισμένο και αποφασίζεται από τον επιχώριο Μητροπολίτη και το μητροπολιτικό του συμβούλιο.

Η υφισταμένη αυτή νομική ρύθμιση της κατάστασης διοικητικών σχέσεων εντός της Εκκλησίας ούτε απασχολεί, ούτε σχολιάζεται από τους πολιτικούς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας μας.

Οι πιο πολλοί έχουν επικεντρωθεί στο ζήτημα που αποκαλούν «διαχωρισμό του Κράτους από την Εκκλησία» ή «καθορισμό των διακριτών ρόλων» των δύο θεσμών, χωρίς να αποσαφηνίζουν σε τι αυτό νομικά συνίσταται. Το γεγονός αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι αποσκοπούν ευθέως ή πλαγίως στο να λειτουργήσει ο διαχωρισμός ως εργαλείο αποδυνάμωσης και περιθωριοποίησης της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία. Είναι όμως ανιστόρητοι όταν αγνοούν το γεγονός ότι η Εκκλησία αντλεί τη δύναμή της από την υπόστασή της ως θεοΐδρυτη, από το κύρος του μηνύματός της και από τη ζωντάνια των μελών της. Αγνοώντας την ανωτέρω αλήθεια, το κατεστημένο της χώρας αποσκοπεί στο να περιορίσει την δράση της Εκκλησίας μόνο στην θεία λειτουργία και σε τελετές που γίνεται στους Ναούς.

Θα επιχειρήσω να προβώ σε αξιολόγησή όλου του ανωτέρω νομικού πλαισίου, αποσκοπώντας στην ορθολογιστική και εύρυθμη λειτουργία των ανωτέρω θεσμών και ειδικότερα της Ενορίας. Για να μην υπάρχει παρανόηση των όσων θα εκθέσω, χρειάζεται πρωτίστως να παραθέτω τον ορισμό της έννοιας «Εκκλησία του Χριστού» με βάση τη Θεολογία και τη Νομική Επιστήμη.

Εκκλησία είναι το σύνολο των ανθρώπων της χώρας που είναι βαπτισμένοι Χριστιανοί, που ελεύθερα πιστεύουν και ζουν συνειδητά τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό (λαϊκοί και κληρικοί), καθώς επίσης και τα νομικά πρόσωπα και όργανα, που αυτοί συγκροτούν, όπως είναι οι σύνοδοι, οι Ενορίες, οι Επισκοπές, οι Μονές κ.λ.π.. H Εκκλησία συνιστά στα μέλη της συγκεκριμένο τρόπο ζωής, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, που αναφέρεται στις σχέσεις με τον Θεό, τον «πλησίον», και τον εαυτό τους. Ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος ζωής, που περιέχεται στους λεγόμενους Ιερούς Κανόνες και την Ιερά παράδοση, είναι ουσιώδης και καθοριστικής σημασίας, γιατί, εάν παραμεληθεί, έχει ως συνέπεια να καταργείται η ιδιότητα του «ζωντανού» μέλους της Εκκλησίας.

Με βάση τον ανωτέρω ορισμό και τις βασικές νομικές έννοιες της νομικής επιστήμης, η Εκκλησία ως οργανωμένη συλλογική οντότητα είναι ένα υποκείμενο του δικαίου, ένας φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γι’ αυτό νομικά υπάγεται στην κατηγορία των νομικών προσώπων.

Ο νομοθέτης στον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που θέσπισε, στην παράγραφο 6 του άρθρου 36 του νόμου 590 του 1977 ορίζει ότι με κανονιστικές αποφάσεις της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος που εγκρίνονται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας καθορίζει και «τα της λειτουργίας εν γένει των ενοριών».

Η πράξη των Αποστόλων, που κάλεσαν τους πιστούς να εκλέξουν τους επτά διακόνους στην πρώτη εκκλησία των Ιεροσολύμων, μας υποδεικνύει ότι οι ενορίτες πρέπει να μετέχουν στην διοίκηση της ενορίας τους και αυτό ως δικαίωμα των ενοριτών πρέπει να θεσπιστεί να ασκείται με δημοκρατικές διαδικασίες. Εδώ η Ιερά Σύνοδος οφείλει να αναλάβει την τολμηρή ευθύνη θέσπισης διατάξεων εναρμόνισης της λειτουργίας της Ενορίας σύμφωνα με το ανωτέρω παράδειγμα λειτουργίας των Αποστόλων.

Συγκεκριμένα, επειδή σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 590/1977 οι Ενορίες μαζί με τους Ενοριακούς των Ναούς λειτουργούν ήδη με βάση τους υπ΄αριθ. 8/1979, 230/2012 και 58/1975 κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου, θα πρέπει η Ιερά Σύνοδος να επιφέρει τροποποιήσεις στις διατάξεις των ανωτέρω κανονισμών.

Επιβάλλεται κατά την γνώμη μου να γίνουν οι εξής αλλαγές με την κατάλληλη νομοτεχνικά διατύπωση:
α) Το άρθρο 1 παρ. 5 του κανονισμού υπ΄ αριθ. 230/2012 (ΦΕΚ 73/Τ.Α.΄ 2012) «Περί Εφημερίων και Διακόνων» της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, να αντικατασταθεί ώστε: Οι εφημέριοι των Ιερών Ναών με ανακοίνωσή των να καλούν τους Ορθοδόξους Χριστιανούς που κατοικούν στην Ενορία τους, εφ΄ όσον το επιθυμούν, να περιληφθούν στον κατάλογο των ενοριτών της Ενορίας των, να προσκομίσουν σχετική υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Νόμου1599/1986. Ο ανωτέρω κατάλογος με βάση τις δηλώσεις αυτές να συντάσσεται από τον εφημέριο Ιερέα και να επικαιροποιείται κατ΄ έτος με την ίδια διαδικασία.

β) Επιβάλλεται να αντικατασταθεί το εδάφιο β της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του υπ΄ αριθ. 8/1979 κανονισμού που αναφέρεται στην συγκρότηση των εκκλησιαστικών συμβουλίων. Η συγκρότηση να γίνεται «εκ τεσσάρων λαϊκών μελών εκλεγομένων υπό της γενικής συνέλευσης του καταλόγου των ενοριτών με μυστική ψηφοφορία. Η γενική συνέλευση, συγκαλείται υπό του εφημερίου της ενορίας με ανακοίνωσή του η οποία αναρτάται στον συνήθη τόπο ανακοινώσεων του οικείου Ιερού Ναού. Η ανακοίνωση αναφέρει τον τόπο τον χρόνο της γενικής συνέλευσης και τον χρόνο της τυχόν επανάληψή της σε περίπτωση μη απαρτίας. Η Γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία εάν προσέλθουν τουλάχιστον οι μισοί συν ένας ενορίτες. Σε περίπτωση μη απαρτίας στην πρώτη γενική συνέλευση στην επομένη συνέλευση θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία ανεξαρτήτως του αριθμού των προσελθόντων. Στις συνελεύσεις των ενοριτών πάντοτε προεδρεύει ο εφημέριος της Ενορίας, οι υποψήφιοι είτε αυτοπροτείνονται είτε προτείνονται από τον εφημέριο».

γ) Με δεδομένα ότι ο τόκος είναι Χριστιανικά ανεπίτρεπτος και προκειμένου να υπάρχει εναρμόνιση με την προτροπή του Κυρίου μας, η φροντίδα μας να είναι για το σήμερα και το αύριο να το εμπιστευόμαστε σ΄ Εκείνον σε ότι αφορά τις βιοτικές μας ανάγκες, η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ανωτέρω κανονισμού θα πρέπει να αντικατασταθεί ως εξής: «Αποθέματα απομένοντα εις το Ταμείο του Ιερού Ναού, πέραν του αναγκαίου ποσού, καθοριζομένου άπαξ στην αρχή του έτους από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, διατίθενται με απόφασή του για την κάλυψη αναγκών ενδεών ανθρώπων διαβιούντων στην περιφέρεια της Ενορίας ή για την κάλυψη αναγκών της οικείας Μητροπόλεως».

δ) Στο άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού να προστεθεί διάταξη που να προβλέπει την σε τακτά χρονικά διαστήματα προφορική ενημέρωση της Γενικής Συνέλευσης των ενοριτών για το σύνολο των δραστηριοτήτων του από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο.

Με αυτές τις τροποποιήσεις και γνωρίζοντας οι Ιερείς μας με βάση τον ανωτέρω κατάλογο τους πιστούς, μπορούν να καλούν σε συνελεύσεις τους ενορίτες, όπου το πρώτο που θα επιτευχθεί θα είναι η αλληλογνωριμία των πιστών. Εκεί οι ενορίτες θα αντιληφθούν και θα βιώσουν ότι η πίστη τους δεν είναι μια ατομική υπόθεση και οι υποχρεώσεις των δεν εξαντλούνται στην συμμετοχή των στην θεία Λειτουργία τις Κυριακές και Εορτές. Έτσι στην ενορία του ο Χριστιανός θα βιώνει το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν είναι κάτι το γενικό, αόριστο, αφηρημένο, αλλά ότι η συγκεκριμένη σύναξη είναι η πραγματικότητα που καθιστά στον κάθε χριστιανό απτό και παρόν το Μυστήριο της Εκκλησίας, ότι ενώνεται με την Εκκλησία. Εκεί θα βιώσει ο Χριστιανός ως μέλος της ευρύτερης πνευματικής οικογένειάς του, και τους άλλους ενορίτες ως πνευματικούς του αδελφούς και θα συζητήσει μαζί τους να προσδιορίσουν μαζί με ποια έργα η πίστη τους θα διατηρείτε ζωντανή.

Γεγονότα όπως η βάπτιση νέων μελών θα πάψουν να είναι για την ενορία κάτι αδιάφορο ή ιδιωτική υπόθεση των συγγενών του βαπτιζομένου, αλλά θα είναι γεγονός κατ’ εξοχήν εκκλησιολογικό. Το μυστήριο του γάμου επίσης. Όλα τα μυστήρια θα αναζωγονηθούν.

Σ’ αυτές τις ενορίες οι άνθρωποι θα αισθάνονται ότι τα πρόσωπα τους γίνονται αποδεκτά «εν αγάπη». Ότι ο ιερέας είναι ο πνευματικός τους πατέρας που τους δέχεται όπως ο Χριστός δέχεται τον άνθρωπο και που μεριμνά για τη λατρευτική και την πνευματική ζωή των και γενικά για όλα τα ζητήματα, τα οποία αφορούν στην πνευματική, την προνοιακή και την υλική ζωή της ενορίας. Εκεί ο πιστός με την βοήθεια της διακονίας του λόγου θα εμπεδώσει το χρέος του ότι πρέπει να αρκείται στην αυτάρκεια ως προς την κάλυψη των αναγκών του, ότι το εισόδημά του πρέπει να προέρχεται από τίμια εργασία και το τυχόν περίσσευμα οφείλει να το εισφέρει στην Ενορία του ώστε μέσω αυτής συλλογικά να καλυφθούν ανάγκες εκείνων που στερούνται τα αναγκαία για την συντήρησή των.

Επομένως, υπάρχει η δυνατότητα στην Ιεραρχία με κανονισμούς να υλοποιήσει τα ανωτέρω ή παρόμοια προς την αυτήν κατεύθυνση μέτρα, ώστε η Εκκλησία μας να μην παρουσιάζεται ως ένας «συντηρητικός, αντιδραστικός οργανισμός» αλλά ένας φορέας κοινωνικής προόδου. Έτσι το δε κύρος της στην Κοινωνία θα εκτοξευθεί στα ύψη.
***
Εάν οι κληρικοί της Εκκλησίας ορθοτομούν «τον λόγο της Αληθείας» του Κυρίου μας, έχουν ως στόχο, το πρότυπο της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, έστω και εάν αυτό ρεαλιστικά φαίνεται σήμερα ουτοπικό, εάν το διακηρύσσουν αυτό, με παρρησία και όση δύναμη έχουν, εάν με πράξεις τους δείχνουν ότι το προωθούν με όσες δυνάμεις έχουν, τότε έχοντας πίστη και στην Θεία Πρόνοια κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί το τι μπορεί να γίνει κατορθωτό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.