Aν τρέξουμε να σώσουμε την Νοvartis

Γράφει ο Φώτης Κραλίδης, Φοιτητής Νομικής

Κλείσαμε πριν λίγες μέρες δύο μήνες στο έτος 2018. Και μέσα σε αυτούς τους δύο μήνες έλαβαν χώρα περισσότερα και πιο βαρυσήμαντα πολιτικά γεγονότα , και με χαρακτηριστική ταχύτητα, από όσα συνέβησαν τα δύο προηγούμενα χρόνια.

Άλλωστε τα έτη 2017 και 2016 υπήρξαν η συνέχεια της “κανονικής” μνημονιακής περιόδου που κρατά στην χώρα μας απο το 2010. Μια περίοδο όπου την ζωή του –στην πλειοψηφία του- ταλαιπωρούμενου ελληνικού λαού μονοπώλησε η οικονομία. Η οικονομία της χώρας που έπεσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, η οικονομία που ταλαιπώρησε ή και κατέστρεψε εκατομμύρια ελληνικών οικογενειών, η οικονομία που μέσα από τις τηλεοράσεις και τον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση έγινε η ζωή μας.

Ή μάλλον η οικονομία που ήταν η ζωή μας εδώ και δεκαετίες, και προ κρίσης, από την εποχή της μεταπολίτευσης, της πλαστής ευμάρειας, την εποχή των διορισμών , των δανεικών, του χρηματιστηρίου, την εποχή δηλαδή του εύκολου θεοποιημένου χρήματος και του καταναλωτικού τρόπου ζωής.

Και παρά το γεγονός ότι αυτή η κακώς εννοούμενη και εν πολλοίς χυδαία “οικονομία” διέβρωσε και άλωσε την ζωή μας φαίνεται πως δεν κατάφερε –χάρη και στην κρίση- να πετύχει το ίδιο και με την ψυχή μας. Όταν ο άρτος τελείωσε και τα πολιτικά θεάματα έπαψαν να σαγηνεύουν τους περισσότερους, η ταλαιπωρημένη ψυχή του Νεοέλληνα άρχισε δειλά να στρέφεται προς τα ιδανικά που διαχρονικά βασίζονταν η ελληνική ψυχή.

Στην πατρίδα, την Πίστη και την Ελευθερία. Βέβαια και κατά τον μεταπολιτευτικό της λήθαργο η ψυχή και η καρδιά του Νεοέλληνα, που δυστυχώς για κάποιους δεν είχε ακόμη χωνέψει εντελώς την κυπριακή τραγωδία του ’74 φάνηκε να διαθέτει κάποιους εθνικούς σφυγμούς. Φώναξε για την Μακεδονία το ’92, έκλαψε για τον Ισαάκ και τον Σολωμού, οργίστηκε την τραγική νύχτα των Ιμίων. Γρήγορα ωστόσο κουράστηκε και επέστρεψε στην ραστώνη, στον λήθαργο, στην αποχαύνωση που η “καλή ζωή” προσέφερε.

Σήμερα όμως τα πράγματα όπως είπαμε είναι διαφορετικά. Ο άρτος δεν υπάρχει πλέον άφθονος και τα θεάματα δεν λειτουργούν όπως παλιά. Έτσι λοιπόν η πρόθεση των κρατούντων να παραδώσουν το όνομα της ‘Μακεδονίας’ στο κρατίδιο των Σκοπίων, να παραδώσουν δηλαδή ένα χρυσό κομμάτι από την ιστορία και την ψυχή των Ελλήνων, έφερε και πάλι τα εθνικά ιδανικά στο προσκήνιο. Οι ίδιοι Έλληνες που δεν κατέβηκαν στους δρόμους τόσα χρόνια για την τσέπη τους, κατέβηκαν ενωμένοι με ελληνικές σημαίες κατά εκατοντάδες χιλιάδες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, για να υπερασπιστούν την ιστορία και την ψυχή τους. Κατέβηκαν και φώναξαν για Πατρίδα, Πίστη και Ελευθερία.

Και πως αντέδρασε το πολιτικό σύστημα στην εκπεφρασμένη θέληση και στην σαφή βούληση του ελληνικού λαού; Μήπως αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση και να συμβαδίσει μαζί του; Όχι. Αντ’ αυτού ακολούθησε την πολιτική του άτακτου αποπροσανατολισμού.

Η κυβέρνηση είπε στον λαό “ βάλε στην άκρη τα εθνικά, εδώ οι προηγούμενοι αυτοί που σε εξαπάτησαν και σε οδήγησαν στην χρεοκοπία έχουν κλέψει και μάλιστα αποδεδειγμένα”. Και έτσι ,από την επομένη της 4ης Φεβρουαρίου, η Novartis εισέβαλλε στην ζωή μας και μαζί της οι εκατέρωθεν εικοσιτετράωρες πολιτικές κραυγές περί «διαφθοράς», «μίζας», «παρέμβασεων στην δικαιοσύνη», τα χνώτα των οποίων θέλησαν να δημιουργήσουν ένα νέφος στην ήδη θολωμένη κρίση του Έλληνα και να του ξεγράψουν την λέξη «Μακεδονία», που έκανε το «έγκλημα» να τον συγκινήσει για 30 και πλέον μέρες.

Τον συγκίνησε, δεν επιτρεπόταν όμως να τον αφυπνήσει. Και μετά ήρθε το χτύπημα της Τουρκίας στα Ίμια. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, το οποίο τουλάχιστον επιλήψιμα διαχειρίζεται την τύχη των εθνικών μας θεμάτων, πύκνωσε τις κραυγές. «Ναι αλλά το θέμα των ημερών είναι η Novartis». Και ήρθε και νεό προκλητικό τουρκικό χτύπημα στην κυπριακή ΑΟΖ. «Παιδιά μην μπερδεύεστε, το μείζον είναι τα λεφτά που κλάπηκαν, οι πολιτικοί που τα πήραν, τα ειδικά δικαστήρια που θα γίνουν κλπ.». Υπό το βάρος αυτής της πολιτικής χυδαιότητας πολλοί συμπολίτες μας όντως αποπροσανατολίστηκαν και άρχισαν να ξεχνάνε. Πολλοί ήλπισαν πως ο εθνικός παλμός των συλλαλητηρίων θα ήταν απλώς ένα ξέσπασμα, μια παρένθεση, και ότι οι Έλληνες θα επέστρεφαν στον λήθαργο που τους έχουν εδώ και δεκαετίες καταδικάσει.

Χρέος μας να μην θρέψουμε τις ελπίδες τους. Να μην αποπροσανατολιστούμε, να μην ξεχάσουμε την προδοσία εξαιτίας της δεδομένης διαφθοράς. Να μην αφήσουμε ούτε τους προδότες ούτε τους διεφθαρμένους να καθορίσουν το μέλλον αυτού του τόπου. Είναι το χθες. Το αύριο αποτελούν όσοι αγαπάνε αυτή την χώρα, όσοι χτυπάει μέσα τους η καρδιά για την Ελλάδα, όσοι αγωνίζονται για Πατρίδα , Πίστη και Ελευθερία. Το αύριο ανήκει σε αυτούς. Το αύριο ανήκει σε μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.