Άκαιρη και ατυχής παρέμβαση

Γράφει ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος, Δικηγόρος

Προκαλεί πάμπολλα ερωτηματικά η κοινή ανακοίνωση του Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (15.02.2018), με την οποία επισημαίνουν ότι «ο δηµόσιος λόγος, µε τον οποίο γίνεται προσωπική στοχοποίηση λειτουργών της Δικαιοσύνης δεν βοηθάει, αλλά βλάπτει την διατήρηση της νηφαλιότητας που απαιτείται».

Πρόκειται για παρέμβαση εντελώς άκαιρη, διότι ακολούθησε την δημοσιοποίηση της μηνύσεως του Αντώνη Σαμαρά εναντίον εκείνων που ο ίδιος δικαιούται και νομιμοποιείται να θεωρεί υπαιτίους ποινικώς κολασίμων πράξεων. Ο «δημόσιος λόγος» επιβλήθηκε από εκείνους που επέτρεψαν την δημοσιοποίηση στοιχείων της δικογραφίας και δεν τήρησαν τις δικονομικές διαδικασίες και όχι από εκείνους που, μέσα από την μη τήρησή τους, ευλόγως διεπίστωσαν παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Το γεγονός ότι, μεταξύ εκείνων τους οποίους ο Αντώνης Σαμαράς θεωρεί ως υπαιτίους, περιλαμβάνονται και εισαγγελικοί λειτουργοί, πέραν του ότι δεν προσδίδει προνομιακό χαρακτήρα στην αντιμετώπισή τους ως κατηγορουμένων, κατ’ ουδένα τρόπο δικαιολογεί την απαρέσκεια της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Για πολλούς προφανείς λόγους, αλλά κυρίως διότι η αντίδραση αυτή μπορεί, εύλογα, να εκληφθεί ως μεροληπτική στάση έναντι των υφισταμένων της, ή ως «κατευθυντήρια» οδηγία προς τους συναδέλφους των μηνυθέντων εισαγγελικών λειτουργών, που θα κληθούν να χειριστούν και να αξιολογήσουν την κατατεθείσα μήνυση.

Ακόμη, η παρέμβαση υπήρξε ατυχέστατη και ως προς το περιεχόμενό της. Γιατί η ηγεσία της Δικαιοσύνης εκλαμβάνει ως «προσωπική στοχοποίηση» των εισαγγελικών λειτουργών την δημοσιοποίηση της καταμηνύσεώς τους από τον Αντώνη Σαμαρά: Ο πρώην πρωθυπουργός επιλέγει τη νόμιμη δικαστική οδό, για να προστατεύσει τον εαυτό του, και παραθέτει τους λόγους βάσει των οποίων εκτιμά ότι, οι συγκεκριμένοι εισαγγελικοί λειτουργοί, «προσωπικά», διέπραξαν τα αδικήματα που τους αποδίδει. Η δημοσιοποίηση της ενέργειάς του υπαγορεύεται από την δημόσια θέση του. Εάν η νόμιμη οδός της υποβολής μηνύσεως, όχι αορίστως αλλά κατά συγκεκριμένων προσώπων, είναι στοχοποίηση των εισαγγελικών λειτουργών, τότε γιατί δεν συνιστά στοχοποίηση η οποιαδήποτε μήνυση εναντίον οποιουδήποτε άλλου πολίτη αυτής της χώρας;  Ή μήπως η ηγεσία της Δικαιοσύνης έχει ήδη κρίνει, εκ προοιμίου και αναρμοδίως, ως αβάσιμη την υποβληθείσα μήνυση, ώστε να σπεύδει – προ της ενάρξεως της σχετικής διαδικασίας – να προκαταλάβει ή να προδιαγράψει την τύχη της; Εξ άλλου, από πού και ως που η υποβολή μιας μηνύσεως «βλάπτει την διατήρηση της νηφαλιότητας που απαιτείται»; Ο  πρώην πρωθυπουργός βάσει ποίων ποσοτικών κριτηρίων θα έπρεπε να υπολογίσει την «υπέρβαση» της νηφαλιότητας; Ή μήπως θα  έπρεπε να σιωπήσει ή να «αμβλύνει» τους ισχυρισμούς του, φοβούμενος ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης θα συναγάγει αρνητικά συμπεράσματα, με επακόλουθο την  αρνητική έκβαση της μηνύσεώς του; Το γεγονός ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν έχει ανησυχήσει για όσα η ανάγνωση του φακέλου «Novartis» έχει αναδείξει ως αμφιβολίες για την μη τήρηση βασικών δικονομικών κανόνων είναι, κατά την ταπεινή άποψή μου, απείρως σημαντικότερο ζήτημα από την θεωρούμενη ως έλλειψη νηφαλιότητας, η οποία, ακόμη και αν υπήρχε, δεν θα ήταν σε θέση να εμποδίσει την ορθή δικανική κρίση.

Και κάτι τελευταίο: Τι έχει απογίνει η έρευνα που είχε διατάξει η νυν πρωθυπουργική σύμβουλος με αφορμή την καταγγελία- παραίτηση της Ελένης Ράϊκου;

Δημοσιεύθηκε στην «Εστία»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.