Αφήστε με να ζήσω

Γράφει ο Φώτης Κραλίδης, Φοιτητής Νομικής

Ήτανε κάποτε μια Μάνα. Και η Μάνα αυτή έτυχε να έχει πολλά παιδιά. Τα τελευταία χρόνια τα παιδιά της άρχισαν να την απογοητεύουν. Σε μόνιμη βάση της έδιναν αφορμές να είναι στεναχωρημένη. Με τις επιλογές τους, την στάση τους, την αδιαφορία τους, την παθητικότητα και τον εγωισμό τους.

Την πλήγωναν, αλλά η Μάνα κάθε μέρα τους συγχωρούσε, τα ξεχνούσε και συνέχιζε να τα αγαπάει. Γιατί έτσι κάνει κάθε Μάνα. Δεν ήθελε και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την δική τους αγάπη. Δεν άντεχε να τα αμφισβητήσει. Έκανε πως δεν έβλεπε, πως δεν άκουγε.

Τα προβλήματα όμως γινόταν όλο και πιο δύσκολα. Τα λεφτά στο σπίτι, που μέχρι τότε κάπως κάλυπταν τα προβλήματα, άρχισαν να τελειώνουν. Άλλωστε τα πιο πολλά ήταν δανεικά. Και τα προβλήματα, που κρατούσαν στο σπίτι από παλιά, άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Λύσεις σε αυτά μόνο επιφανειακά. Ζητούσαν τα παιδιά και την βοήθεια ανθρώπων, έξω από το σπίτι. Αυτοί όμως μάλλον θέλαν να πάρουν και τα τελευταία που τους είχαν απομείνει.

Πέρα από την έλλειψη χρημάτων το σπίτι είχε και κάποια προβλήματα με τους γείτονες που έπρεπε να επιλυθούν. Και εκεί τα παιδιά που αναλάμβαναν κατά καιρούς την διαχείριση τους, το κάναν μάλλον επιπόλαια, και μάλλον δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα, από όσα μπορούσαν να φανταστούν.

Η Μάνα πονούσε αλλά δεν μιλούσε. Το σπίτι και άλλες φορές δεν είχε χρήματα, και από παλιά δεν είχε και τους καλύτερους γείτονες, αλλά πάντα φρόντιζε να βρίσκει την άκρη. Και είναι η αλήθεια πως παλιότερα, είχαν περάσει πολύ πιο δύσκολα.

Ένα πρόβλημα δεν περίμενε όμως η Μάνα. Το σπίτι, που ενώ παλιά –και με τα προβλήματα του- έσφυζε από ζωή, άρχισε να αδειάζει. Λεφτά στο σπίτι δεν υπήρχαν και τα καλύτερα και πιο έξυπνα παιδιά της, τα οποία με κόπο και από το υστέρημα της η ίδια είχε σπουδάσει, σιγά σιγά εγκατέλειπαν το σπίτι για να βρουν μια καλύτερη ευκαιρία. Η ίδια αισθανόταν πως δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να τα κατηγορήσει. Ήλπιζε βέβαια κάποια στιγμή να γυρίσουν κοντά της. Και κρατούσε μια ιδιαίτερη θέση στην αγκαλιά της για αυτά τα παιδιά.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό που άδειαζε το σπίτι. Τα πιο πολλά από τα παιδιά της άρχισαν να μην κάνουν παιδιά τα ίδια. Κάθε ένα έβρισκε μια δικαιολογία. Άλλοτε πραγματική άλλοτε όχι. Άλλο δεν είχε πολλά λεφτά στην άκρη –και τα πιο πολλά όντως δεν είχαν και ας μην ήταν η πρώτη φορά-, άλλο έλεγε πως δεν είναι αρκετά ώριμο ακόμα, άλλο ήταν πολύ κουρασμένο από την δουλειά, άλλο δεν προλάβαινε. Όλα είχαν κάτι να πουν.

Η Μάνα δεν μπορούσε να τα πιέσει. Τα αγαπούσε και ήθελε να είναι ευτυχισμένα, είτε κάναν παιδιά είτε όχι. Ήξερε βέβαια, καθώς ήταν Μάνα, ότι πολλά από τα προβλήματα που είχαν θα τα ξεχνούσαν αν κάνανε παιδιά, και δεν μπορούσε να καταλάβει πως θα γινόντουσαν πραγματικά ευτυχισμένα αν δεν κάνανε παιδιά. Δεν τα παρεξηγούσε όμως, τα κατανοούσε και προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει.

Το σπίτι όμως συνέχιζε να αδειάζει. Και η Μάνα άρχιζε να έχει ένα παράπονο μέσα της. Δεν την πείραζαν τόσο τα άλλα προβλήματα που υπήρχαν στο σπίτι. Συχνά τα ξεχνούσε. Άλλωστε τα προβλήματα αυτά τι νόημα θα είχαν, αν το σπίτι σε λίγα χρόνια δεν είχε κανένα να τα λύσει ;

Η ζωή της Μάνας ήταν το σπίτι της και τα παιδιά της. Δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο. Δεν είχε νόημα η ζωή της χωρίς αυτά. Και έβλεπε τα παιδιά της κάθε μέρα να φεύγουν από κοντά της και το σπίτι να αδειάζει όλο και πιο γρήγορα. Καθόταν στην γωνία της και κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο στεναχωρημένη. Και στεναχωριόταν πιο πολύ που έβλεπε τα παιδιά της που ακόμα ήταν στο σπίτι να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, να κάνουν σαν να μην τρέχει τίποτα. Λες και δεν έβλεπαν το σπίτι να αδειάζει. Λες και δεν έβλεπαν την Μάνα τους να στεναχωριέται. Λες και δεν ήξεραν πως αν σταματούσε να υπάρχει ζωή στο σπίτι, η Μάνα αργά ή γρήγορα θα σταματούσε να ζει. Λες και δεν ήξεραν πως η ζωή η δική της βρίσκεται στα χέρια τους.

Όλα αυτά τα σκέφτονταν κάθε μέρα η Μάνα. Μα δεν μιλούσε. Χαμογελούσε στα παιδιά της και δεν μιλούσε. Δεν ήθελε να τα στεναχωρήσει και να τα πικράνει. Ποτέ δεν το είχε κάνει. Αν μιλούσε όμως κάποια μέρα, κάποια μέρα που θα βρισκόταν πραγματικά σε απόγνωση, δεν θα έλεγε πολλά, και μάλλον δεν θα μιλούσε, θα φώναζε. Θα φώναζε σε όλα τα παιδιά της :

«Αφήστε με να ζήσω»

Αλλά τότε θα ήταν μάλλον αργά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.