8 χρόνια Μουσείο Ακρόπολης: Μια παλιά, ταραγμένη και ενδιαφέρουσα ιστορία

Με αφορμή τα 8 χρόνια του νέου Μουσείου Ακρόπολης, μια αναδρομή στην ιστορία του πιο ωραίου μουσείου της Αθήνας

Τα μνημεία της Ακρόπολης έφτασαν στον δέκατο ένατο αιώνα, έχοντας έναιστορικό πολλών καταστροφών. Ενώ οι εικόνες των περιηγητών μέχρι τον 17ο αιώνα τη δείχνουν ανέπαφη, η βόμβα των Ενετών, οι αποσυναρμολογήσεις των ναών προκειμένου να ενισχυθεί η οχύρωσή της από τους Οθωμανούς, η ζοφερή αφαίρεση αναμνηστικών από τους περιηγητές, κάνουν επιτακτική την ανάγκη της κατασκευής ενός μουσείου.

Από το 1833, όταν αποσύρθηκε η τουρκική φρουρά από την Ακρόπολη, άρχισαν συζητήσεις για την κατασκευή ενός μουσείου για την Ακρόπολη πάνω στο Βράχο.

Το 1863 αποφασίστηκε να χτιστεί το μουσείο σε χώρο νοτιοανατολικά του Παρθενώνα και στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 έγινε η θεμελίωση. Το οικοδομικό πρόγραμμα για το Μουσείο προέβλεπε το ύψος του κτιρίου να μην υπερβαίνει το στυλοβάτη του Παρθενώνα. Ενώ κάποιοι θεωρούσαν ιεροσυλία την απομάκρυνση από τον χώρο των ευρημάτων της Ακρόπολης, άλλοι θεωρούσαν ιεροσυλία την εμφάνιση πάνω στην Ακρόπολη ενός σύγχρονου κτίσματος.

Οι εργασίες οικοδόμησης του παλιού μουσείου άρχισαν ουσιαστικά το 1865 και ολοκληρώθηκαν το 1874 στα ΝΑ του Παρθενώνα και σε γειτνίαση με αυτόν. Το κτίσμα που ανεγέρθηκε, έργο του Παναγή Κάλκου, ήταν απλό, με έκταση μόλις 800 τ.μ. που αποδείχθηκε γρήγορα ακατάλληλο να στεγάσει τα ευρήματα των μεγάλων ανασκαφών της Ακρόπολης που άρχισαν το 1886.

Ένα δεύτερο μουσείο, το Μικρό Μουσείο, αναγγέλθηκε το 1888 με σχέδια του G. Κawerau. Πρόκειται για το κτίσμα που αργότερα, το 1953 θα κατεδαφιστεί, ενώ αρχίζουν να κτίζονται νέες αίθουσες και να μεταρρυθμίζονται οι παλιές. Μια δεκαετία νωρίτερα, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου πολλά από τα εκθέματα αποθηκεύτηκαν στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και στις σπηλιές των γειτονικών λόφων. Επανήλθαν στο μουσείο μετά το τέλος του πολέμου και τοποθετήθηκαν προσωρινά στα 1946 και 1947.

Οι πρώτες αίθουσες του μουσείου άνοιξαν για το κοινό το 1956 και η επανέκθεση ολοκληρώθηκε το 1964 με την επιμέλεια του αρχαιολόγου Γιάννη Μηλιάδη. Στο νέο κτίσμα, τα λείψανα του μυκηναϊκού τείχους και του ιερού του Πανδίονος διατηρήθηκαν στο υπόγειο, περιορίζοντας ωστόσο τους, απαραίτητους για κάθε μουσείο, αποθηκευτικούς χώρους. Δεν περνούν πολλά χρόνια και οι αρμόδιοι διαπιστώνουν και πάλι ότι το όλο κτίσμα είναι ανεπαρκές, ενώ τυχόν νέα επέκτασή του είναι πλέον αδύνατη. Στην ουσία δικαιώθηκαν όσοι εξαρχής πίστευαν και είχαν οραματιστεί το Μουσείο της Ακρόπολης εκτός του ιερού βράχου.

Η ανέγερση νέου μουσείου κρίθηκε επιτακτική, καθώς η Ελλάδα άρχισε να προβάλει έντονα το ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Το 1976, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διατύπωσε πρώτος την ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης, ενός Μουσείου που θα διέθετε όλες τις απαραίτητες τεχνικές εγκαταστάσεις για τη συντήρηση των ανεκτίμητων έργων της Ελληνικής τέχνης και όπου θα μεταφέρονταν τα γλυπτά του Παρθενώνος, οι Καρυάτιδες και όσα γλυπτά βρίσκονταν στις αποθήκες του παλαιού Μουσείου, οριοθετώντας και τον χώρο στον οποίο τελικά κτίστηκε το νέο Μουσείο.

Ο θόρυβος και η συζήτηση γύρω από το Μουσείο της Ακρόπολης είναι πρωτοφανής και συνοδεύεται από κόντρες πολιτικών αρχηγών στη Βουλή, δημόσια κριτική και αντιπαραθέσεις που διήρκεσαν περίπου 30 χρόνια και είχαν σαν βασικό θέμα το αν το οικόπεδο του στρατοπέδου Μακρυγιάννη ήταν ο πιο κατάλληλος χώρος για την ανέγερση του Μουσείου. Το οικόπεδο θεωρείτο πολύ περιορισμένο από τα γύρω κτίσματα, ενώ σε ένα τμήμα του είχαν ανακαλυφθεί σημαντικά αρχαία, που δεν έπρεπε να καταστραφούν.

Δύο πανελλήνιοι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν (1976 και 1979), χωρίς αποτέλεσμα, καθώς τα οικόπεδα που επιλέχθηκαν κρίθηκαν ακατάλληλα. Το 1989 πραγματοποιήθηκε ο τρίτος διαγωνισμός, διεθνής αυτή τη φορά. Το 1989 η Μελίνα Μερκούρη, που ως Υπουργός Πολιτισμού ταύτισε την πολιτική της με τη διεκδίκηση της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, κίνησε ένα νέο διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ακυρώθηκαν μετά την αποκάλυψη μιας μεγάλης οικιστικής περιοχής στο οικόπεδο Μακρυγιάννη που χρονολογείται από τους προϊστορικούς ως τους βυζαντινούς χρόνους. Η ανασκαφή έπρεπε να ενταχθεί μέσα στο Νέο Μουσείο. Ύστερα από αντιδράσεις της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας, το υπουργείο πρότεινε στους διαγωνιζόμενους δυο ακόμη εναλλακτικές θέσεις (Κοίλη και Διόνυσος), που όμως κρίθηκαν προβληματικές. Οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό οδηγήθηκαν τελικά στη λύση Μακρυγιάννη. Αν και επελέγη η πρόταση δυο Ιταλών αρχιτεκτόνων, το Συμβούλιο Επικρατείας ακύρωσε τον διαγωνισμό, εντοπίζοντας εξόφθαλμες παρατυπίες.

Οι κυβερνήσεις επιμένουν στην αρχική χωροθέτηση, ενώ στον αρχαιολογικό χώρο αποκαλύφθηκαν ιδιωτικές κατοικίες και εργαστήρια από την Κλασική εποχή ως και τα Βυζαντινά χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφών και τη διευκρίνηση της στρωματογραφίας, επιλέχθηκαν τα σημεία όπου επιτρεπόταν η θεμελίωση του κτιρίου. Τα ευρήματα της ανασκαφής διατηρήθηκαν και είναι ορατά από το διαφανές πάτωμα του πρώτου επιπέδου του σημερινού κτιρίου.

Το 2000, ο Οργανισμός Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακρόπολης (ΟΑΝΜΑ) ανακοίνωσε πρόσκληση για συμμετοχή σε ένα νέο διαγωνισμό, ο οποίος ήταν σύμφωνος με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτός ο διαγωνισμός τελεσφόρησε και απένειμε το πρώτο βραβείο στον Bernard Tschumi με τονΜιχάλη Φωτιάδη, ενώ συμμετείχαν 12 αρχιτεκτονικά γραφεία.

Το νέο κτήριο του μουσείου θεμελιώθηκε το 2003 και άνοιξε για το κοινό στις 21 Ιουλίου 2009 επί υπουργίας Αντώνη Σαμαρά. Πρόεδρος του οργανισμού του μουσείου είναι ο επίτιμος καθηγητής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Δημήτριος Παντερμαλής.

Το κτίριο του Μουσείου βρίσκεται στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, στο οικόπεδο του πρώην στρατοπέδου Μακρυγιάννη, σε ευθεία απόσταση 280 μ. από τον Παρθενώνα. Η κύρια είσοδος του κτιρίου βρίσκεται στην οδό Διον. Αρεοπαγίτη, ενώ περικλείεται από τις οδούς Μακρυγιάννη, Χατζηχρήστου και Μητσαίων. Στη συνολική έκταση των 25.000 τ.μ., το Μουσείο διαθέτει εκθεσιακούς χώρους με εμβαδόν 14.000 τ.μ. (δέκα φορές μεγαλύτερους από ό,τι στο παλιό Μουσείο). Έχει κατασκευαστεί από ατσάλι, γυαλί και τσιμέντο και εκμεταλλεύεται άριστα το φυσικό φως, για να αναδεικνύονται τα περίπου 4.000 εκθέματά του, που έχουν βρεθεί πάνω στο βράχο της Ακρόπολης και στους πρόποδες, καλύπτοντας μία ευρεία χρονική περίοδο από τη Μυκηναϊκή εποχή έως τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική Αθήνα.

Ο τελευταίος όροφος (αίθουσα Παρθενώνα) έχει τις διαστάσεις και τη διεύθυνση του Παρθενώνα και είναι περιεστρεμμένος κατά 23 μοίρες σε σχέση με το υπόλοιπο κτίριο, για να έχει ο επισκέπτης απευθείας οπτική επαφή με το μνημείο. Στο Μουσείο δεσπόζουν η ζωφόρος του Παρθενώνα, οι Καρυάτιδες του Ερεχθείου και τα διάσημα γλυπτά της αρχαϊκής εποχής και του χρυσού αιώνα του Περικλέους. Με βάση το μουσειολογικό πρόγραμμα, μεγάλο βάρος δίνεται στην εξυπηρέτηση των επισκεπτών, με τη διαμόρφωση ειδικών χώρων υποδοχής (φουαγιέ, καταστήματα, εστιατόριο, αμφιθέατρο, αίθουσα περιοδικών εκθέσεων), αλλά και την παροχή πληροφοριών, ώστε το κοινό να ενημερώνεται πλήρως για ό,τι έχει σχέση με την Ακρόπολη και τα μνημεία της. Το Μουσείο έχει ακόμη ένα αμφιθέατρο 200 θέσεων, αίθουσα εικονικής πραγματικότητας, χώρο επισήμων και αίθουσα περιοδικών εκθέσεων.

ΠΗΓΗ: ECULTURE

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *