1821. Θα μάθουμε την αλήθεια; (B΄ μέρος)

Από τον Στέλιο Παρασκευόπουλο για λογαριασμό της Boulevard, μηνιαία free pres εφημερίδα

(B΄ μέρος)

Επένδυση

Ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς στο βιβλίο του νομίζω πως λέει πάντως κάποιες μεγάλες αλήθειες (αν μπορώ να κρίνω μόνο από τις διάφορες αναγνώσεις μου, καθώς δεν είμαι ιστορικός) τις οποίες δεν έμαθε ή δεν θέλησε ποτέ να ακούσει ο Έλληνας: «Μια επανάσταση είναι καταρχήν πόλεμος και ο πόλεμος είναι κατεξοχήν οικονομικό γεγονός. Ως προς τα κεφάλαια, είναι προφανές ότι η Επανάσταση λειτούργησε ως επιχείρηση στην οποία οι κε- φαλαιούχοι τα επένδυσαν· με ρίσκο να τα χάσουν, όπως κάθε επένδυση είχε και αυτή ρίσκο. ]Οι αγωνιστές αμείβονταν για τον χρόνο που ήταν απασχολημένοι στη μάχη· αμείβονταν και για το άλογό τους· αμείβονταν από κάποιον κεφαλαιούχο, ο οποίος κατέθετε στην Κεντρική Διοίκηση της Επανάστασης κατάλογο με τα έξοδα που είχαν κάνει προκειμένου να αποζημιωθούν από το «αυριανό» κράτος. Έτσι είναι, λοιπόν, που απορροφήθηκαν και η ανεργία και τα ανενεργά κεφάλαια». Τα προαναφερόμενα εξάγονται γκρόσο μόντο σχεδόν απ’ όλα τα βιβλία των ιστορικών του 19ου αιώνα. Ελλήνων και ξένων. Ο Σπυρίδων Τρικούπης στην Ιστορία του ευθέως έγραψε το 1850 ότι «ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας έγινε με ιδιωτικά κεφάλαια».

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 η αλήθεια είναι ότι πάρα πολλοί Έλληνες βρέθηκαν με πάρα πολλά χρήματα. Κάποιοι άλλοι με κτηματικές περιουσίες. Τι είχε συμβεί λίγο πριν την Επανάσταση και η υπόδουλη Ελλάδα βρέθηκε με ανενεργά κεφάλαια και ανεργία, που λέει ο Κρεμμυδάς; Η λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων, το 1813, είχε ως αποτέλεσμα ο εφοπλισμός και δη οι θαλάσσιες εμπορικές μεταφορές από Ανατολή προς Δύση και αντίστροφα να περάσει στα χέρια των κεντρικών κρατών της Ευρώπης. Μέχρι τότε το εμπόριο γινόταν από τους Έλληνες καραβοκύρηδες, καθώς οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν εμπλακεί στην Ευρώπη. Μαζί με τους Έλληνες (υπόδουλους) καραβοκύρηδες –εκτός από τις χιλιάδες ναυτικούς– δούλευε παράλληλα ένα ολοκληρος κόσμος εμπόρων, βιοτεχνών, καλλιεργητών κ.ά. Έτσι δεν υπήρχε ανεργία και οι πλοιοκτήτες της εποχής είχαν συγκεντρώσει μεγάλες περιουσίες. Με το πέρασμα όμως του εμπορίου σε άλλες χώρες ένας ολόκληρος κόσμος βρέθηκε χωρίς δουλειά, και βέβαια οι καραβοκύρηδες έδεσαν τα πλοία τους στα λιμάνια της Ύδρας, των Σπετσών και αλλού.

Γράφει ο Φίνλεϋ πάνω σε αυτή την περίοδο: «Η γενική ειρήνη του 1815 επέφερε μεγάλη πτώση της τιμής του σταριού στην ηπειρωτική Ευρώπη και πτώση των ναύλων στη Μεσόγειο. Στα 1820 τα κέρδη των νησιών, που τα πλοία τους εκτελούσαν το μεγαλύτερο διαμετακομιστικό εμπόριο σταριού μεταξύ των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, μειωθήκαν πιο πολύ από την πλούσια εσοδεία της Δυτικής Ευρώπης και τον φόβο πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Πολλά πλοία έμειναν δεμένα στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Οι ναυτικοί ήταν δυσαρεστημένοι και όλες οι τάξεις άρχισαν να βλέπουν σαν διέξοδο τα επαναστατικά σχέδια που διασπείρανε ανάμεσα στον λαό οι απόστολοι της Εταιρείας και οι πράκτορες του Αλή Πασά. Στις αρχές του 1821 το επαναστατικό πνεύμα είχε κάνει μεγάλη πρόοδο σε όλα τα ναυτικά νησιά».

Καταφαίνεται, λοιπόν, ότι η οικονομική κρίση της προεπαναστατικής περιόδου –έστω συγκυριακά, ήταν μία από τις κυριότερες αιτίες που έκαναν τους Έλληνες να σκεφτούν διαφορετικά. Οι άνεργοι να έχουν δουλειά και οι πλούσιοι να επενδύσουν τα ιδιωτικά – ανενεργά κεφάλαιά τους. Αυτός ο διαφορετικός τρόπος σκέψης δεν ήταν άλλος από το να εκδιωχθεί ο Οθωμανός δυνάστης και να «ανοίξει ο δρόμος» της ανάπτυξης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ζαγορά, που αναφέρθηκε πιο πάνω πως ήταν μια από τις πιο ευημερούσες περιοχές.

Την εποχή που άρχιζε η Ελληνική Επανάσταση, είχε καταστραφεί την προηγούμενη χρονιά η σοδειά του λαδιού και του μεταξιού. Σε συνδυασμό με τη βαριά φορολογία από την οποία υπέφεραν οι κάτοικοί της, όπως κι όλοι στα χωριά του Πηλίου, οδήγησαν τον λαό να κηρύξει την ανεξαρτησία του μόλις έφτασε έξω από τα παράλια του Βόλου ο ελληνικός στόλος.

Μετά ένα σώμα ενόπλων μπήκε στα Λεχώνια, έσφαξε τον αγά και σκότωσε εξακόσιους μουσουλμάνους, αδιάκριτα άντρες, γυναίκες και παιδιά. «Αλλά αντί να βαδίσουν κεραυνοβόλα για να αιφνιδιάσουν τον Βόλο, που θα μπορούσαν να τον καταλάβουν χωρίς δυσκολία και που μόνο η κατοχή θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία της πατρίδας τους, έχασαν τον καιρό τους σε διαμάχες για την μοιρασιά της περιουσίας των δολοφονημένων Τούρκων» (Γεώργιος Φίνλεϋ).

Ας μη διαφύγει της προσοχής, στο σκεπτικό που αναπτύσσουμε, ότι η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις εμπόρους, τους Εμμανουήλ Ξάνθο, Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ. Και ας προστεθεί, στην εξαγωγή των συμπερασμάτων, μία πολύ σημαντική σκέψη – στοιχείο που παραθέτει στο βιβλίο του ο Βασίλης Κρεμμυδάς: «ο υπόδουλος και παροικιακός αστικός ελληνισμός, ο όλος ελληνισμός, δεν σχηματίστηκε επειδή συναντήθηκαν από στεριανούς δρόμους· από θαλασσινούς δρόμους συναντήθηκαν: Λισαβόνα – Μασσαλία – Λιβόρνο – Τεργέστη – Ύδρα και Σπέτσες – Οδησσός – Ταγκανρόκ και αντίστροφα· αυτό είναι το δίκτυο διαμόρφωσης του όλου ελληνισμού. Αυτόν τον κόσμο, που τώρα ήταν η ηγεσία της Επανάστασης, η Βαλκανική ουδέποτε τον ενδιέφερε».

Μπορεί λοιπόν οι Έλληνες, πλούσιοι και μη, να συνέχισαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης να κυνηγούν τα συμφέροντά τους, αλλά θα ήταν τραγικό ιστορικό λάθος να υποστηριχθεί ότι το οικονομικό όφελος ήταν αποκλειστικά και μόνο το κίνητρό τους. Και σε κάθε περίπτωση, αν αυτό ήταν το κίνητρό τους δεν θα μπορούσαν να το επιτύχουν εάν το αποσυνέδεαν (που δεν το αποσύνδεσαν) από την πολιτική και θρησκευτική τους ελευθερία. Από την εθνική τους συνείδηση. Και δεν θα ξεσηκωνόταν κανένας Έλληνας εάν δεν υπήρχε το ισχυρό κλίμα πατριωτισμού που είχαν δημιουργήσει οι πνευματικές δυνάμεις της μορφωμένης τάξης.

Δεν είναι τυχαίο το γραφέν από τον Παπαρρηγόπουλο ότι το Έθνος που έπεσε το 1453 ήταν το ίδιο με το Έθνος που ξεσηκώθηκε το 1821. Αλλά η μεγάλη διαφορά των δύο χρονικών ιστορικών στιγμών, παρά τα κοινά πολιτιστικά στοιχεία, είναι ότι η Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα είχε ήδη περάσει στην οικονομία του καπιταλισμού. Συνεπώς οι Έλληνες κεφαλαιούχοι της εποχής δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν στο εξής τις οι- κονομικές δραστηριότητές τους σε ένα καθεστώς που λειτουργούσε στη βάση της φεουδαρχίας, όπως αυτών των Οθωμανών. Έπρεπε λοιπόν ο Οθωμανός να ανατραπεί.

Κοντόφθαλμες ερμηνείες

Η Αριστερά θέλησε να ερμηνεύσει την Ελληνική Επανάσταση όπως σχεδόν όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, υπό το πρίσμα ενός στενού ταξικού αγώνα.

Βέβαια ο ξεσηκωμός των Ελλήνων περιλαμβάνει αρκετά γεγονότα ταξικής διαπάλης. Πάντα μέσα σε καταστάσεις μείζονος και ανεξέλεγκτης σύγκρουσης υπάρχουν κατηγορίες ατόμων που θέλουν είτε να προωθήσουν τα συμφέροντά τους είτε να απαλλαγούν από διάφορες καταπιέσεις είτε να επιλύσουν διαφορές τους είτε να βελτιώσουν τη θέση τους είτε ακόμη να πάρουν εκδίκηση από κάποιους που θεώρησαν ότι τους έθιξαν.

Προφανώς, κατά την Ελληνική Επανάσταση, πολλοί ήταν εκείνοι που θα ήθελαν να δουν να χάνουν τα πρωτεία και τα προνόμιά τους είτε κάποιος καραβοκύρης είτε κάποιος κοτζαμπάσης είτε κάποιος αρματολός είτε κάποιος κλέφτης. Ο καθένας για διαφορετικούς δίκαιους ή άδικους λόγους. Και υπήρξαν εκατοντάδες τέτοιες πράξεις εκδίκησης. Και υπήρξαν απίστευτες αθλιότητες. Μόνο που αυτές δεν συνέθεσαν το «μείζον» του Αγώνα.

Η δογματική Αριστερά δεν μπόρεσε να δει ή να καταλάβει, ότι όλες οι τάξεις, μα όλες οι τάξεις που συνέθεταν την κοινωνία του 1821, παρά τις μικρές ή μεγάλες αντιθέσεις τους, παρά τα διφορετικά συμφέροντά τους, είχαν μεταξύ τους εκείνη την περίοδο έναν κοινό δεσμό: τη θρησκεία, τη γλώσσα και, το κυριότερο, το μίσος τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1821 ήταν ο αγώνας ενός υπόδουλου Έθνους εναντίον ενός άλλου Έθνους. Αγώνας εναντίον ενός αλλόθρησκου, αλλόγλωσσου και τυράννου Έθνους.

Συνεπώς εθνικοαπελευθερωτικός. (Όσο για το «ομόγλωσσο» πρέπει να επισημανθεί, για να είμαστε ακριβολόγοι, ότι τα 2/3 των ναυτικών πληρωμάτων ήταν Αρβανίτες). «Τοπικές αντιπαλότητες, εξουσιαστικές διεκδικήσεις, μίση προσωπικά και προσωπικές αντιπάθειες, όλα όσα μπορούμε να πούμε ότι συνέβαιναν εκείνη την ώρα, θα μείνουν στην άκρη όταν προβάλλει το διακύβευμα: το διακύβευμα για όλους ήταν η ελευθερία και η ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους κατά τις επιταγές δύο κιόλας Συνταγμά- των το 1823» (Βασίλης Κρεμμυδάς).

Θηριωδίες και βαρβαρότητες

Οι Οθωμανοί κατά την Ελληνική Επανάσταση διέπραξαν θηριωδίες. Εί ναι γνωστές οι σφαγές στη Χίο, που συγκλόνισαν την Ευρώπη, στο Μεσολόγγι, στη Χαλκιδική και σε δεκάδες άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Χιλιάδες Έλληνες και ιερείς μαρτύρησαν και πέρασαν από το σπαθί των πασάδων.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση ο σουλτάνος Μαχμούτ κατέσφαξε τον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως και της Σμύρνης. Ο δε Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίστηκε και το πτώμα του πετάχτηκε στη θάλασσα. Γράφει ο Φίνλεϋ: «Ο σουλτάνος Μαχμούτ εθεωρείτο σκληρός και αιμοχαρής τύραννος και για πολλά χρόνια η ελαφρότερη τιμωρία που πάντα επέβαλε ήταν ο θάνατος. Λίγοι ήταν οι περιηγητές που, μπαίνοντας στην αυλή του Σαραγιού του, δεν αντίκρυζαν ένα κομμένο κεφάλι, ή ένα σωρό από μύτες και αυτιά εκτεθειμένα στις αλκόβες της πύλης. Καθημερινό ήταν το θέαμα των πτωμάτων που κρεμόντουσαν από τις ταμπέλες των μαγαζιών, ή μένανε ριγμένα στα στενά καλντερίμια, κι έτσι αποδεικνυόταν ότι ο σουλτάνος ήταν αδιάφορος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και την ανθρώπινη ζωή».

Βαρβαρότητες υπήρξαν και στην άλλη πλευρά. Σημειώνει ο Φίνλεϋ: «Σε όλη τη διάρκεια της επαναστάσεως οι Έλληνες επέδειξαν αγριότερη έχθρα προς τους μουσουλμάνους, παρ’ ότι οι Τούρκοι προς τους χριστιανούς».

Να δούμε και τι έγραψε ένας άλλος φιλέλληνας, ο Θωμάς (Τόμας) Γκόρντον: «Οποιαδήποτε εθνικά ή ατομικά δεινά και να είχανε πάθει οι Έλληνες είναι αδύνατο να δικαιολογήσει κανείς τη θηριωδία της εκδικήσεώς τους ή να αρνηθεί ότι, αν συγκριθούν αυτοί με τους Οθωμανούς στρατηγούς, τον Μεχμέτ Αμπουλαμπάντ, τον Ομέρ Βρυώνη και τον κεχαγιάμπεη Χουρσίτ οι Οθωμανοί θα παίρνανε το στέφανο του ανθρωπισμού. Πάντως, η λέξη ανθρωπισμός είναι ολωσδιόλου αταίριαστη και για αυτούς και για τους αντιπάλους τους».

Ο Γκόρντον, που το βιβλίο του η «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» είναι επίσης μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ήταν ο Σκωτσέζος που όταν ξέσπασε η Επανάσταση ήρθε από τη Μασσαλία με δικό του πλοίο να πολεμήσει, μεταφέροντας όπλα, κανόνια, μπαρούτι και μολύβι. Συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, αλλά βλέποντας τα όσα φρικιαστικά συνέβησαν από τους Έλληνες επαναστάτες, αναχώρησε αηδιασμένος από την Ελλάδα. Επανήλθε στην Ελλάδα το 1826 μετά από πρόσκληση των Ελλήνων. Κατάληψη Τριπολιτσάς Τελικά τι έγινε στην Τριπολιτσά; «Μια εθνοκάθαρση του οθωμανικού στοιχείου ή μια δικαιολογημένη εκδήλωση μίσους για τα 400 χρόνια σκλαβιάς των Ελλήνων;» όπως αναρωτήθηκαν οι ιστορικοί. Τα γεγονότα που θα εξιστορηθούν παρακάτω προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τα βιβλία του ιστορικού Φίνλεϋ και των αυτοπτών μαρτύρων των γεγονότων, Θωμά Γκόρντον και Μαξίμ Ραϋμπώ.

Επίσης, για την ισότητα του λόγου, η σφαγή των Οθωμανών στην Τριπολιτσά θα παρουσιαστεί σύμφωνα με την αφήγηση ενός άλλου αυτόπτη μάρτυρα, μέσα από τα απομνημονεύματά του, του Φωτάκου (υπασπιστή του Κολοκοτρώνη).

Κατ΄ αρχήν να σημειώσουμε ότι η Τριπολιτσά ήταν το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι εκεί ήταν όλος ο θησαυρός των κατακτητών. Η πολιορκία ξεκίνησε από τις αρχές Ιουνίου και η κατάληψη έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου. Η παράδοση επιβραδύνθηκε από τα μέτρα που πήραν οι αρχηγοί του στρατού των πολιορκητών, ώστε να περιέλθουν αποκλειστικά σ’ αυτούς τα χρήματα και τα κοσμήματα των Τούρκων και να μη μοιραστούν μαζί με το δημόσιο ταμείο και τους απλούς στρατιώτες.

Οι πρώτες τους κερδοσκοπίες άρχισαν με την εγκατάσταση εμπορίας τροφίμων, πουλώντας σε εξωφρενικές τιμές στους πεινασμένους Τούρκους. Στο μεταξύ, ενώ η φήμη περί επικείμενης πτώσης της Τριπολιτσάς είχε διαδοθεί σε ολόκληρη την Ελλάδα, πλήθη αρματωμένων χωρικών έσπευδαν στο στρατόπεδο για να μοιραστούν τη λεία των Τούρκων. Στις διαπραγμτεύσεις που γίνονταν οι Έλληνες αρχηγοί προτείνανε στους Οθωμανούς, προκειμένου να τους επιτραπεί να φύγουν με τις οικογένειές τους στη Μικρά Ασία, να πληρώσουν σαράντα εκατομμύρια πιάστρα (ισοδυναμούσαν κατά τον Φίνλεϋ με 1.500.000 λίρες στερλίνες). Ένα τόσο μεγάλο ποσό δεν υπήρχε πιθανότητα να εξευρεθεί και επιπλέον οι Έλληνες απαιτούσαν από τους πολιορκημένους να παραδώσουν και τα όπλα τους. Οι Οθωμανοί γνωρίζοντας τι είχε συμβεί με τους συμπατριώτες τους λίγο καιρό πιο πριν στο Ναυαρίνο, δεν εμπιστεύθηκαν τις υποσχέσεις των Ελλήνων και έκαναν αντιπρόταση.

Αντιπρότειναν να παραδώσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν, εκτός από τα όπλα τους και ένα μικρό καθορισμένο ποσό. Οι Έλληνες αρχηγοί, λέει ο Φίνλεϋ, απέρριψαν τους όρους, γιατί κάθε ώρα που η πείνα μέσα στα τείχη μεγάλωνε, μεγάλωναν και τα κέρδη τους.

Στο μεταξύ οι Έλληνες έκλεισαν χωριστή συμφωνία με τους 1.500 Αλβανούς μισθοφόρους του Ελμά Μπέη, που βρίσκονταν εντός του κάστρου των Οθωμανών. Ήταν σκληροί και αποφασισμένοι πολεμιστές και οι Έλληνες δεν ήθελαν να αναμετρηθούν μαζί τους. Έτσι τους επέτρεψαν λίγο αργότερα να αποχωρήσουν. «Ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με τους Αλβανούς, οι Έλληνες αρχηγοί χρησιμοποίησαν τον καιρό τους για να κλείνουν χωριστές συμφωνίες με τους πλουσίους μουσουλμάνους που τους παρέδιδαν χρήματα και κοσμήματα, παίρνοντας την υπόσχεση προστασίας, που επικυρώνονταν με τους ιερότερους όρκους.

Η χήρα ενός Σπετσιώτη καραβοκύρη, η Μπουμπουλίνα, απέκτησε κακή φήμη με την συμπεριφορά της σε αυτά τα παζάρια. Στην αρχή της επαναστάσεως είχε επιδείξει ενεργητικότητα και πατριωτισμό, και ένα πλοίο δικό της είχε πάρει μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Είχε φτάσει τώρα στο στρατόπεδο μπροστά από την Τριπολιτσά, για να πάρει μερίδιο από τη λεία με την παράδοση της πόλης.

Ο Πετρόμπεης και ο Κολοκοτρώνης της επέτρεψαν να μπει στην πόλη, για να πείσει τις τουρκάλες να παραδώσουν τα χρήματα και τα κοσμήματά τους, σαν το μοναδικό μέσο για να αγοράσουν την ασφάλεια της ζωής τους και της τιμής τους.

Στο μεταξύ οι Έλληνες αρχηγοί διαπραγματεύονταν με τους μουσουλμάνους των περιφερειών τους και οι Μανιάτες έκλεισαν χωριστή συμφωνία με τους Βαρδουνιώτες Τούρκους». (Γεώργιος Φίνλεϋ).

Ενώ εκτυλίσσονταν όλες αυτές οι συμφωνίες και τα παζάρια, οι Έλληνες απλοί στρατιώτες, που ήταν απλήρωτοι έξι μήνες, αντιλαμβανόμενοι ότι οι αρχηγοί τους θα τους έτρωγαν τη λεία, αποφάσισαν να εισβάλουν μόνοι τους. Κάτι που έγινε. Επακολούθησε η σφαγή όλων των Οθωμανών. «Σπάνια ανθρώπινα όντα έχουν διαπράξει τόσες πολλές κακουργίες σε ίσο αριθμό συνανθρώπων τους» (Γεώργιος Φίνλεϋ). «Γυναίκες και παιδιά προτού δολοφονηθούν συχνά βασανίζονταν. Σαράντα οκτώ ώρες μετά την κατάληψη της πόλεως, οι Έλληνες συγκέντρωσαν δύο χιλιάδες περίπου άτομα, κάθε ηλικίας και φύλου, αλλά κυρίως γυναίκες και παιδιά, και τους οδήγησαν σ’ ένα φαράγγι στο πιο κοντινό βουνό, όπου τους σκότωσαν μέχρις ενός» (Μαξίμ Ραϋμπώ).

«Το ασκέρι το ελληνικό έκοβε και σκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτζάς. Ένας Υδραίος έσφαξε 90. Έλληνες εσκοτώθηκαν 100» (Θεόδωρος Κολοκοτρώ- νης).

Οι μετέπειτα ιστορικοί θα πουν: «Άρχισαν τότε σκηνές μάχης, φόνου και λεηλασίας, χωρίς όμοιό τους σε διάρκεια και αγριότητα, ακόμα και στα χρονικά του αιματηρού αυτού πολέμου» (Σπυρίδων Τρικούπης). «Η ανωφελής και ανηλεής σφαγή πολλών χιλιάδων Οθωμανών ημπορεί ίσως να εξηγηθεί εκ του προαιωνίου μεταξύ των δύο φυλών και θρησκειών πάθους, αλλά να δικαιολογηθεί δεν επι- τρέπεται» (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος).

Ο σημερινός ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς γράφει στο βιβλίο του: «Η σφαγή και η λεηλασία που ακολούθησε από τους επαναστάτες ήταν πρωτοφανής –στην Τριπολιτσά οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει πολύ μεγάλο πλούτο· η πόλη ήταν το διοικητικό κέ- ντρο του κατακτητή για όλο τον νότιο ελληνικό χώρο και, γι’ αυτό, ο καλύτερα φυλασσόμενος.

Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης λέει με υπερηφάνεια ότι μέσα στην Τριπολιτσά το άλογό του δεν έβρισκε χώμα να πατήσει –περπατούσε πάνω στα πτώματα των Οθωμανών.

Το γεγονός αυτό, της γενικής σφαγής στην Τριπολιτσά και άλλα ανάλογα, όπως η πολιορκία των Τούρκων στο Παλαμίδι με ακόμη πιο ανατριχιαστικές περιγραφές, έκανε κάποιους –και ιστορικούς– πρόσφατα να μιλούν για βάρβαρες συμπεριφορές των Ελλήνων. Αυτά, όσοι τα ασπάζονται, δεν μπορεί να είναι ιστορικοί, γιατί δεν μπορούμε να κρίνουμε γεγονότα και συμπεριφορές των αρχών του 19ου αιώνα με τις σημερινές ευαισθησίες γι’ αυτές. ]

Ο ιστορικός και κάθε ασχολούμενος με το συγκεκριμένο παρελθόν οφείλει να γνωρίζει ότι αυτή η «βαρβαρότητα» έχει πίσω της τεσσάρων αιώνων δολεία, ότι οι άνθρωποι και η ζωή τους ήταν αλλιώτικη από τη σημερινή, δηλαδή και οι συμπεριφορές τους. Και ας μην ξεχνούμε ότι τα λάφυρα έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη διεξαγωγή του πολέμου της Ανεξαρτησίας και στον σχηματισμό των εξουσιαστικών σχηματισμών». Στο σημείο αυτό να δούμε αναλυτικά την περιγραφή του Φωτάκου, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε έλαβε μέρος στην κατάληψη της Τριπολιτσάς: «Η σφαγή άρχισε εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς κατά τρεις ολόκληρους ημέρας. Εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, γυναίκες, παιδιά ανήλικα.

Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχα μεν πάθει από τους τυράννους μας. Πολλοί δε Τούρκοι όπου εκλείσθησαν εις τα σπίτια των, επροτίμησαν και εκάησαν μέσα εις αυτά με ταις φαμιλίαις των παρά να παραδοθούν εις τους δούλους των.

Πολλοί Καπεταναίοι και άλλοι Έλληνες από φιλανθρωπίαν ήθελαν να σώσουν κανένα Τούρκο, αλλά άλλος Έλλην, του οποίου ο Τούρκος την γυναίκα, το παιδί ή και αυτόν τον ίδιον είχε κατά διαφόρους τρόπους ατιμάσει, τυραγνήσει και αδικήσει, άμα έβλεπε τον εχθρόν του τού άναπτεν από πίσω την πιστόλαν ή το τουφέκι του. Όσοι ήθελαν να σώσουν Τούρκους και να κάμουν καλόν έτρεχαν κίνδυνον· διότι πολλάκις το βόλι επέρνα τον Τούρκον και εφόνευε και τον Έλληνα, ο οποίος ήθελε να του σώση την ζωήν· και ούτω τους άφισαν εις την διάκρισίν των.

Δεν ήτον κανένας Τούρκος ο οποίος να μην είχε δύο και τρεις εχθρούς, διότι ποτέ τους δεν εσυλλογίσθησαν ότι θα σηκωθούν οι ραγιάδες των και θα ζητήσουν την ελευθερία τους· το δε κακόν έξαφνα τους ήλθεν εις το κεφάλι τους. Δεν τους εσκότωναν λοιπόν από ωμότητα οι Έλληνες τους Τούρκους, καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μας εκατη γόρησεν, ούτε δια κανένα άλλον σκοπό, καθώς είδαμεν, αλλά από δικαία εκδίκησιν, την οποία έτρεφαν εναντίον τους· εν ω τους καλούς Τούρκους, όσοι πρότερον δεν τους εκακομεταχειρίζοντο, τους επήραν μαζί τους και τους επεριποιήθησαν όσον καλλίτερα ημπορούσαν, τους είχαν ομοτράπεζους των, τους έσωσαν και τους έστειλαν όπου ήθελαν».

Συνεχίζεται…

Τρίτο και τελευταίο μέρος θα αναρτηθεί την 25η Μαρτίου με το θέμα  «Εμφύλιος πόλεμος»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.