Υπερφορολόγηση και στο βάθος… ανάκαμψη;

Γράφει ο Δημήτριος Π. Κοσμόπουλος, Φοιτητής Οικονομικών Επιστημών

Παντού γύρω μας πια τα σημάδια μιας πρωτοφανούς καταβαράθρωσης της ελληνικής οικονομίας είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Σε λίγο καιρό συμπληρώνονται 10 ολόκληρα χρόνια από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2007 και 7 χρόνια από την υπαγωγή της χώρας μας στο Δ.Ν.Τ. και το Μνημόνιο. Κι όμως, αν δούμε σήμερα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία θα αναρωτηθούμε αν σημειώθηκε κάποια ουσιαστική βελτίωση όλα αυτά τα χρόνια ή αν απλώς μείναμε “κολλημένοι” σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και οικονομικής στασιμότητας. Σίγουρα, η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι αρκετά σύνθετη *πλην όμως και ιδιαίτερα κατατοπιστική.

Σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ τουλάχιστον 250.000 επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να βάλουν λουκέτο στη χώρα μας μέχρι τα μέσα του 2016. Μία τρανταχτή απόδειξη ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα -και κατ’επέκταση η ελληνική οικονομία- νοσεί, όπως η παραπάνω, μάλλον μας αρκεί για να δείξουμε το μέγεθος της καταστροφής που υπέστη σταδιακά όλα αυτά τα χρόνια η χώρα μας. Προφανέστατα, το μεγαλύτερο πρόβλημα για όλες αυτές τις επιχειρήσεις που έκλεισαν αλλά και για όσες αναγκάστηκαν να μεταφέρουν την έδρα τους σε χώρες του εξωτερικού δεν είναι άλλο από την υπερφορολόγηση, που τους έχει επιβληθεί όλα αυτά τα χρόνια, σε συνδυασμό με την υπέρμετρη ελληνική γραφειοκρατία, η οποία αντί να σταθεί αρωγός στα όποια επιχειρηματικά σχέδια των εκάστοτε ιδιωτών μάλλον λειτουργεί περισσότερο σαν τροχοπέδη επιβραδύνοντας τις δραστηριότητές τους σημαντικά.

Αδιαμφισβήτητα, το 29% που αποτελεί το φορολογικό συντελεστή στις επιχειρήσεις σήμερα είναι ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό αν αναλογιστεί κανείς ότι ο μέσος όρος του ίδιου φορολογικού συντελεστή στις γειτονικές χώρες ανέρχεται σε μόλις 15,6%. Σαφώς, ο υψηλότατος αυτός συντελεστής, σε συνδυασμό με τον αυξημένο ΦΠΑ στο 24% σε πάμπολλα προϊόντα και υπηρεσίες, αποτελεί «σφαίρα στην καρδιά» του ελληνικού επιχειρείν και γονατίζει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερες επιχειρήσεις *κυρίως μικρομεσαίες και νεοσύστατες.

Πλην όμως αυτού, όλη αυτή η φορολογική λαίλαπα οδηγεί αναπόφευκτα -όπως άλλωστε έχουμε διαπιστώσει πολλάκις τα τελευταία χρόνια- σε κυκλική ύφεση την οικονομία της χώρας προκαλώντας παράλληλα και τη δημιουργία αρνητικής ψυχολογίας μέσα στην ίδια την αγορά. Πιο συγκεκριμένα, οι ιδιαίτερα υψηλοί συντελεστές, οι οποίοι έχουν ως φυσικό επακόλουθο μια ανάλογη αύξηση στις τιμές των προϊόντων αλλά και των παρεχόμενων υπηρεσιών, δημιουργούν αν μη τι άλλο και ένα κλίμα καχυποψίας εκ μέρους των καταναλωτών. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η υπαρκτή άνοδος των τιμών λειτουργεί ως απωθητικό μέσο προς τους καταναλωτές, οι οποίοι προφανώς θα προβούν σε ελάττωση της ικανοποίησης των όποιων αναγκών τους, είτε αυτές είναι άμεσες είτε έμμεσες. Κάτι τέτοιο βέβαια, έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή ελάττωση της ροής του χρήματος στην πραγματική οικονομία και κατά συνέπεια τη μεγάλη δυσκολία ύπαρξης ρευστότητας στην αγορά.

Άλλωστε, δεν είναι και λίγα τα χαρακτηριστικά παραδείγματα επιχειρήσεων ή εταιρειών, οι οποίες αναγκάστηκαν να προβούν σε διακοπή της λειτουργίας τους ως αποτέλεσμα της οικονομικής ασφυξίας. Η αλυσίδα των σούπερ μάρκετ ‘Ατλάντικ’ το 2011, ο μεγάλος όμιλος αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής ‘Nutriart-Κατσέλης’ το 2013, η εταιρεία ειδών ένδυσης ‘Carouzos’ και η εταιρεία ειδών ξυλείας ‘Shelman’ το 2014, η ‘Ηλεκτρονική Αθηνών’ το 2016 αποτελούν μόνον ορισμένα παραδείγματα εταιρειών, οι οποίες -κατά κύριο λόγο εξαιτίας υπέρογκων χρεών- αναγκάστηκαν να τερματίσουν τις δραστηριότητές τους.

Βέβαια, υπήρξαν και ορισμένες άλλες εταιρείες, οι οποίες επέλεξαν να μεταφέρουν την έδρα τους σε χώρες του εξωτερικού τόσο λόγω της πρωτοφανούς υπερφορολόγησης όσο και εξαιτίας των υπέρογκων γραφειοκρατικών καθυστερήσεων που συναντώνται συχνά πυκνά πια στη χώρα μας αλλά και της βραδύτητας όσον αφορά στην απονομή δικαιοσύνης. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα εταιρειών είναι αυτό της γνωστής γαλακτοβιομηχανίας ‘ΦΑΓΕ’, η οποία επέλεξε να μεταφέρει την έδρα της στο Λουξεμβούργο για τους προφανείς λόγους. Φυσικά, ακολούθησαν και άλλες εταιρείες την ίδια τακτική, όπως η ‘Βιοχάλκο’ το 2013 και η αυτοκινητοβιομηχανία ‘Tesla’, η οποία απέρριψε το ενδεχόμενο εγκατάστασής της στην Ελλάδα λόγω του αφιλόξενου φορολογικού καθεστώτος αλλά και της υπέρμετρης γραφειοκρατίας.

Δυστυχώς, η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει δείξει μέχρι σήμερα καμία διάθεση αντιστροφής του κλίματος στην εγχώρια αγορά μέσω μιας ουσιαστικής μείωσης στους βασικότερους φορολογικούς συντελεστές που ζημιώνουν καθημερινά την ιδιωτική οικονομία και το υγιές επιχειρείν. Αντιθέτως, θεωρεί ότι τα όποια ελλείμματα θα καλυφθούν αποκλειστικά μέσω της τακτικής αυξήσεως των φόρων αντί για μειώσεις ορισμένων κρατικών δαπανών *πολλές από τις οποίες σε τελική ανάλυση είναι τόσο περιττές ώστε θα έπρεπε να είχαν μειωθεί προ πολλού.

Όπως και να έχει, είναι πλέον απολύτως σαφές ότι βρισκόμαστε σε ένα οικονομικοπολιτικό αδιέξοδο και ότι αν δε δοθεί η απαιτούμενη προσοχή στην ανάγκη αναθέρμανσης της ελληνικής οικονομίας μέσω μιας σταδιακής πολιτικής μειώσεως της φορολογίας θα παραμείνουμε επ’αόριστον μέσα στο τούνελ και δυστυχώς αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το οικονομικό αλλά και κοινωνικό ξέφωτο. Ιδού η Ρόδος…!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *